Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ ΛΟΥΚΑ

         Τῶν δέκα λεπρῶν

       π. Χρήστου Ζαχαράκη

 Στὴ διήγηση τῆς θεραπείας τῶν δέκα λεπρῶν στεκόμαστε  συνήθως στὴν ἀχαριστία τῶν ἐννέα θεραπευμένων ἤ στὴν εὐγνωμοσύνη τοῦ ἑνός. Ὅμως τὸ νόημά της, πέρα ἀπὸ τὸ προφανές καὶ αὐτονόητο, εἶναι πιὸ οὐσιαστικό. Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι εὐ-αγγέλιο διότι μᾶς ἀναγγέλει τὴ σωτηρία μας, ὅ,τι πιὸ καλὸ περιμένει, ποθεῖ κι ὀνειρεύεται ὁ ἄνθρωπος. Τὸ Εὐαγγέλιο φανερώνει τὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο. Ὁ ἄνθρωπος, πότε στὸ πρόσωπο τῶν λεπρῶν πότε στὸ πρόσωπο τοῦ Τελώνη, τοῦ πλουσίου, τοῦ ἀσώτου κλπ., εἶναι  πάντα ὁ πονεμένος, ὁ ἁμαρτωλὸς, ὁ ἀσθενής, ποὺ στὴ συνάντησή του μὲ τὸ Θεὸ θὰ δεχθεῖ τὸ ἔλεος καὶ τὴ χάρη Του.
  
Ἡ ὅλη διήγηση μᾶς παραπέμπει στὸ σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας. Ὁ Θεὸς ἀκούγοντας τὴν κραυγὴ τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ προσφέρει τὸ ἔλεός του. Κατεβαίνει ὁ ἴδιος στὴ γῆ, γίνεται ἄνθρωπος. Ἡ ἀγάπη σὲ βγάζει πάντα ἔξω ἀπὸ τὰ ὅριά σου, διαφορετικά δὲν εἶναι ἀγάπη. Ξανάφερε στὸν ἄνθρωπο ὅ,τι εἶχε ἀπαρνηθεῖ, τὸ κατ᾽εἰκόνα· τοῦ τὸ ξανάδωσε καθαρό, ἀπαλλαγμένο ἀπ᾽τὴ φθορά καὶ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου, τοῦ ἄνοιξε τὸ δρόμο... Εἶναι ἡ θεραπεία. «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν». Ἡ θεραπεία εἶναι γιὰ ὅλους ἀνεξαιρέτως.
Ὅμως ἡ θεραπεία δὲν εἶναι πάντα καὶ ἡ σωτηρία. Ἡ θεραπεία ἀφορᾶ στὸ ἐφήμερο, ἡ σωτηρία στὸ αἰώνιο. Ἡ θεραπεία εἶναι ὁ δρόμος· ἡ σωτηρία τὸ τέρμα. Οἱ περισσότεροι θεωροῦν τὴν θεραπεία τὸ τέρμα. Ὁ Χριστὸς εἶπε: «οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ' ἵνα σώσω τὸν κόσμον»(Ἰω. 12, 47). Ὅσοι μένουν στὴ θεραπεία ἀσχολοῦνται μὲ τὴν κρίση, ὅσοι ἐπιζητοῦν τὴ σωτηρία δοξάζουν τὸ Θεό. Ἐξάλλου ἡ θεραπεία δὲν εἶναι ἔργο δικό μας, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ. Μᾶς τὴν πρόσφερε ὁ Κύριος ἅπαξ διὰ παντὸς μὲ τὸ Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασή του. Καὶ ἡ σωτηρία εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ· θέλει ὅμως καὶ τὴ δική μας συνέργεια καὶ προπαντὸς τὴ θέληση.
«Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν,  καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης»...  Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο  παρατηροῦμε καὶ σὲ ἄλλες διηγήσεις εἶναι ὅτι ἄνθρωποι ἀλλογενεῖς, περιθωριοποιημένοι, βαριὰ ἁμαρτωλοί, «ἐλάχιστοι», δέχονται πιὸ εὔκολα καὶ πιὸ πρόθυμα τὸ λόγο καὶ τὴ σωτηρία ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστό· ἐνῶ πάλι ἄνθρωποι εἴτε τοῦ ἱερατείου εἴτε τῆς θρησκευτικῆς κοινότητας τὸν ἀντιμετωπίζουν καχύποπτα ἕως καὶ ἐχθρικά. Τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο δηλαδὴ γιὰ τὴ  σωτηρίας μας εἶναι ἡ ψευδαίσθηση τῆς ἠθικῆς ἐπάρκειας.

Σωτηρία δὲν εἶναι νὰ ξανακλειστοῦμε στὸν ἑαυτό μας, ὀρθώνοντας γύρω μας ἕνα τεῖχος ἠθικῶν ἀρχῶν καὶ κανόνων. Σωτηρία εἶναι νὰ μὴ χρειαζόμαστε ἠθικές ἀρχές καὶ κανόνες. Σωτηρία εἶναι νὰ μποροῦμε νὰ χαροῦμε τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, ὅπως τὴν ἔπλασε καὶ μᾶς τὴν παρέδωσε ὁ Θεός. Ἡ σωτηρία, πάνω ἀπ᾽ ὅλα,  εἶναι χαρὰ, εἶναι ἡ χαρὰ ποὺ ξεπηδάει μέσα ἀπὸ τὸν πόνο, εἶναι ἡ χαρὰ ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ ξεσπάει σὲ αἶνο καὶ δόξα, «ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν».