Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας


ΠΑΤΡΟΠΑΡΑΔΟΤΟΝ ΣΕΒΑΣ*
Ἐπισκόπου, Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

α´. Ἦταν πραγματικὰ ἱερὴ κι ἀληθινὰ ὀρθόδοξη ἡ πράξη ἐκείνων, ποὺ σκέφθηκαν καὶ ὥρισαν τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν Πολιτεία σήμερα Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὄχι μὲ μιὰ λεγόμενη Δοξολογία, σὰν ἐκεῖνες ὅπου ἀλλόδοξοι καὶ ἀλλόθρησκοι βρίσκονται μαζὶ μέσα στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ σὲ μιὰ ἐθνικοθρησκευτικὴ συγκέντρωση. Ἀλλὰ μὲ θεία Λειτουργία, ὅπου σὲ μιὰ κοινωνία ἀδελφῶν «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» συνυπάρχομε οἱ οἰκεῖοι τῆς πίστεως. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ἐκκλησία κι αὐτὸ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία· ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ λειτουργικὴ καὶ εὐχαριστιακὴ σύναξη, ἡ «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ» δοξολογία καὶ ἀνύμνηση τοῦ Θεοῦ.
........................................
η´. Ἡ εἰκονομαχία, μὲ τὴν ὁποία εἰδικώτερα συνδέεται ἡ σημερινὴ ἑορτὴ, εἶναι μία καὶ δὲν εἶναι ἡ μόνη ἐπἰθεση στὴ ζωὴ καὶ στὴν ἱστορία της, ποὺ σήκωσε ἡ Ἐκκλησία. Ὄχι πιὰ ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς δικούς της ἀνθρώπους· ἀπὸ τοὺς ἀπειθάρχητους καὶ ἄτακτους ἀδελφούς, ποὺ γέννησαν σχίσματα καὶ αἱρέσεις στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ εἰκονομαχία ὑπῆρξε ἡ αἵρεση, ποὺ ταλαιπώρησε τὴν Ἐκκλησία γιὰ ἑκατὸ καὶ παραπάνω χρόνια, ἀπὸ τὸ 727 ὥς τὸ 843. Συνοδικὰ καταδικάστηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία κι ἀπὸ τὸ Θεόδωρο τὸ Στουδίτη χαρακτηρίστηκε ὡς «ἀθεωτάτη μεταστοιχείωσις τῶν ἁπάντων», ὡς γενικὴ δηλαδὴ καὶ χωρὶς φόβο Θεοῦ ἀνατροπὴ τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἀρχηγοὶ τῆς εἰκονομαχίας ἦσαν ἐκ τῶν ἱκανωτέρων ἀνθρώπων τοῦ Βυζαντίου, ἀλλ᾽ ἡ ἀνάμιξή των στὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε μία ἀτυχὴς πολιτικὴ πράξη.
........................................
κ´. Ἡ ἔνταξή μας στὴν Εὐρωπαϊκὴ Κοινότητα μᾶς θυμίζει μιὰ ἐποχὴ πρὶν ἀπὸ πεντακόσια πενήντα χρόνια. Τὸ ἴδιο κάπως γινότανε τότε, ὅπου οἱ ἀνατολικοὶ πήγαιναν καὶ ἔρχονταν στὴν Ἰταλία κι ἔκαναν ἐκκλησιαστικὲς Συνόδους, μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς ἡ Δύση θὰ βοηθοῦσε γιὰ νὰ ἀποτραπεῖ ὁ κίνδυνος ποὺ ἀπειλοῦσε τὴν Ἀνατολή. Ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία, ὕστερ᾽ ἀπὸ χίλια ἑκατὸ χρόνια, ἦταν φυσικὸ νὰ διαλυθεῖ, μὰ ἡ Ὀρθοδοξία ἔπρεπε καὶ εἶχε τὴ δύναμη νὰ ζήση, νὰ στηρίξει τοὺς λαοὐς της στὴν πικρὴ αἰχμαλωσία τους. Γι᾽ αὐτὸ οἱ ὁμολογητὲς τότε, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν ἐπίσκοπο Ἐφέσου Μάρκο τὸν Εὐγενοκό, γυρίζοντας στὴν Πόλη, ὅσοι γύρισαν, ταλαιπωρημένοι ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας, ἔδιναν τὴν ὑπόσχεση καί, σὰν καὶ νὰ ὡρκίζονταν, ἔλεγαν· «Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία· οὐ ψευσόμεθά σε, πατροπαράδοτον σέβας». Φαίνεται κι ἐδῶ ὅτι οὔτε κοσμικὴ ἐξουσία οὔτε κρατικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ σέβασμα στὶς συνειδήσεις τῶν πιστῶν.
...........................................
κα´. Πηγαίνοντας τώρα στὴν Εὐρώπη, δὲν πηγαίνομε σὰν φτωχοὶ συγγενεῖς, μόνο γιὰ νὰ πάρωμε, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ δώσουμε· καὶ πιστεύομε πὼς ἔχομε νὰ δώσουμε. Ἀλλὰ πῶς θὰ πᾶμε καὶ μὲ ποιὰ ταυτότητα, ποὺ νὰ δείχνει καὶ νὰ βεβαιώνει ποιοὶ εἴμαστε καὶ τὶ φέρνομε μαζί μας; Ὄχι βέβαια μόνο ὡς Ἕλληνες, ἀλλὰ καὶ ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ! Αὐτὴ εἶναι οἱ ταυτότητά μας, κι ὅποιοι δὲν τὸ καταλαβαίνουν ἤ δὲν τοὺς ἀρέσει θὰ πρέπει νὰ εἶναι, καθὼς ἔλεγε ὁ Μακρυγιάννης, μολεμένοι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς Δύσης. Ἀλλὰ θὰ πρέπει ἐδῶ νὰ πῶ κάτι τολμηρό, ποὺ ὅμως εἶναι ἀλήθεια· ἡ Ὀρθοδοξία, ποὺ δὲν ἠττήθηκε στὴ Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας, πληρώνει τὰ δεινὰ τῆς Δύσης, ἀπὸ τότε ποὺ κάποιος μεγάλος στὴν Ἱστορία ἄνοιξε τὶς πύλες, γιὰ νὰ μπεῖ ἐλεύθερα στὴν Ἀνατολὴ τὸ πνεῦμα τῆς Εὐρώπης. Τώρα ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική μας οἰκογένεια, ἄν δὲν διαλύθηκε, περνάει δύσκολες ἡμέρες· σηκώνει τὸ σταυρό της καὶ πορεύεται πρὸς τὴν Ἀνάσταση. Ἐμεῖς οἱ ἄλλοι, σὰν καὶ νὰ εἴμαστε μόνοι, βρισκόμαστε στὴν ἀνάγκη νὰ περιμένωμε πάλι ἀπὸ τὴ Δύση. Ἀλλὰ ἡ ἔνταξή μας στὴν Εὐρωπαϊκὴ Κοινότητα δὲν εἶναι θέμα μόνο πολιτικὸ καὶ οἰκονομικό· εἶναι, καὶ μάλιστα πρῶτα, θέμα πνευματικό. Πῶς λοιπὸν θὰ πᾶμε στὴν Εὐρώπη; Μὲ ποιὰ πνευματικὴ ἐξάρτυση καὶ μὲ ποιὰ παιδεία; Εἴμαστε λιγοστοὶ καὶ ἀνάδελφοι, καθὼς ἐλέχθη· ἄν βρεθοῦμε καὶ ἄοπλοι ἐσωτερικά, κινδυνεύομε νὰ χαθοῦμε.

κβ´. Ὅταν οἱ Ἰσραηλίτες ἔφευγαν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο γιὰ τὴν Παλαιστίνη, ζήτησαν καὶ πῆραν ἀπὸ τοὺ Αἰγυπτίους ἀργυρὰ καὶ χρυσὰ σκεύη καὶ ἱματισμό, πράγματα ποὺ θὰ τοὺς χρειάζονταν γιὰ τὴν πορεία τους στὴν ἔρημο καὶ γιὰ τὴν ἐγκατάστασή τους ἐκεῖ ποὺ θὰ πήγαιναν. Ἔτσι εἶπε ὁ Θεὸς στὸ Μωϋσῆ· «Λάλησον κρυφῇ εἰς τὰ ὧτα τοῦ λαοῦ καὶ αἰτησάτω ἕκαστος παρὰ τοῦ πλησίον σκεύη ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ καὶ ἱματισμόν». Ἐμεῖς, βγαίνοντας γιὰ τὴν Εὐρώπη, δὲν θὰ πάρωμε κρυφὰ καὶ δὲν θὰ κλέψουμε ξένα ἐφόδια. Θὰ πάρωμε τὴν κληρονομιὰ τῶν πατέρων μας καὶ τὴ δική μας περιουσία. Θὰ πάρωμε μαζί μας τὴν Ὀρθοδοξία μας. Ἀμήν.



* Ὁμιλία (ἀπόσπασμα) στὴν ἑορτὴ τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας λεχθεῖσα στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῶν Ἀθηνῶν (28 Φεβρουαρίου 1988)

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Κυριακή της Τυρινῆς


Κυριακή τῆς Τυρινῆς
π. Χρήστου Ζαχαράκη

Ἀρχὴ τῆς νηστείας, δρόμος μακρὺς καὶ στενός, μαρτυρικός, «ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς στενῆς πύλης»· «ὅταν νηστεύετε, νὰ μὴ γινώσαστε περίλυποι σὰν τοὺς ὑποκριτές· γιατὶ αὐτοὶ παίρνουν ἕνα ὕφος περίλυπο, γιὰ νὰ φανοῦν στοὺς ἀνθρώπους πὼς νηστεύουν... Μὰ ἐσύ, ὅταν νηστεύεις, νὰ χτενιστεῖς καὶ νὰ νυφτεῖς, γιὰ νὰ μὴ φανεῖς στοὺς ἀνθρώπους πὼς νηστεύεις, ἀλλὰ στὸν πατέρα σου ποὺ εἶναι ἀόρατος καὶ παντοῦ». Τὸν ἄνθρωπο στὸ βίο του τὸν ὁδηγοῦν πότε ἡ λογική καὶ πότε ἡ καρδιά του, ἤ καὶ τὰ δυὸ μαζί, τὴ δύναμη ὅμως νὰ νικήσει τὴν ἔχει μονάχα ἡ καρδιά, γιατὶ τὴ ζωντανεύει ἡ πίστη σὲ ὅσα ποθοῦμε κι ἀγαπᾶμε. «Γιατὶ ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός σας ἐκεῖ θὰ εἶναι καὶ ἡ καρδιά σας». Ἡ καρδιά μας βρίσκεται πάντα σ᾽ ὅ,τι θεωροῦμε ἀκριβὸ καὶ πολύτιμο. Ἄν ἡ καρδιά μας παραμένει στὸν κόσμο, πέρασμα δὲν θά βροῦμε, μήτε καὶ θέση στὸν οὐρανό.
Ἡ νηστεία εἶναι δρόμος ἀγάπης, γι᾽ αὐτὸ κι ἐπίπονος, πρέπει νὰ τὸ θέλει ἡ καρδιά, νὰ σ᾽ ὁδηγεῖ ἡ ἀγάπη. Ἡ νηστεία εἶναι ἀπέκδυση, πρέπει ν᾽ ἀφήσεις πίσω σου πολλὰ νὰ τὴ διαβεῖς, ν᾽ ἀφήσεις στὸν κόσμο τὰ δικά του· μονάχα τὴν καρδιά σου παίρνεις, φορτωμένη μ᾽  ἐκεῖνα ποὺ θησαύριζες. Τὴ ζωὴ ἤ τὸ θάνατο τὰ χτίζουμε μ᾽ ἐκεῖνα ποὺ μαζεύουμε.
Ἡ νηστεία εἶναι ἀληθινή ὅταν στοχεύει σὲ θησαυροὺς οὐράνιους· ὅταν δὲν ὑπηρετεῖ τὴ ματαιοδοξία μας. Δὲν τὴν διατυμπανίζουμε, γίνεται κρυφά, ὅπως κρυφά τελεσιουργεῖται καὶ ἡ σωτηρία  μέσα στὴν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν τὴ βρεῖ ζεστὴ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνοιχτή  στὸν κόσμο ὅλο. Νηστεία χωρὶς συγχώρεση δὲν εἶναι νηστεία, γιατὶ ἀπουσιάζει ἡ ἀγάπη· καὶ ὅταν ἀπουσιάζει ἡ ἀγάπη, τίποτε   δὲν εἶναι ἀληθινό!

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Καλή Σαρακοστή!


«Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν, εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ, ἀληθὴς νηστεία, ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις, ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός, καταλαλιᾶς, ψεύδους, καὶ ἐπιορκίας· ἡ τούτων ἔνδεια, νηστεία ἐστίν, ἀληθὴς καὶ εὐπρόσδεκτος».

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Κύριε, πότε σε εἴδομεν;*

Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ


«Ἐδῶ τώρα εἶναι, ποὺ ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή, γιὰ τὴ Δευτέρα παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ τὴν κρίση τοῦ κόσμου, παίρνει ἕνα ἀπροσμέτρητο βάθος καὶ μιὰ μέγιστη κοινωνικὴ σημασία. Ὄχι μεγάλα λόγια καὶ θεωρίες, ἀλλὰ μικρὰ καὶ καθημερινὰ πράγματα. Ὄχι τάχα θυσίες καὶ θεαματικὲς πράξεις, ἀλλὰ ψωμὶ γιὰ τὸ νηστικὸ καὶ ροῦχο γιὰ τὸ γυμνὸ κι ἕνα ποτήρι νερὸ γιὰ τὸ διψασμένο. Τὸ ἐλάχιστο, ποὺ μπορεῖ νὰ δώσει ὁ καθένας κι ὄχι τὸ μέγιστο, ποὺ μποροῦν καὶ πρέπει νὰ δώσουν οἱ λίγοι. Ὅταν καταδικάζουμε τὴν κοινωνικὴ ἀδικία καὶ ἀνισότητα, καὶ δὲν ἔχομε ἄδικο, ξεχνᾶμε πὼς ἡ ἀναλογία εὐθύνης πέφτει σὲ ὅλους. Καὶ συμβαίνει ὅσοι μόνο φωνάζουν γι᾽ αὐτὰ τὰ πράγματα, νὰ μὴν εἶναι πάντα οἱ πιὸ φτωχοὶ καὶ ἀδικημένοι. Ἀλλὰ εἶναι φυσικό· ὅταν τὸ κοινωνικὸ κήρυγμα δὲν ξεκινάει ἀπὸ τὴν πίστη στὸ Θεό, καὶ σὰν ἐφαρμογὴ τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ γιὰ δικαιοσύνη καὶ ἀγάπη, τότε χάνεται, σὰν ἀόριστη καὶ θεωρητικὴ διδασκαλία, ἔξω ἀπὸ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, ποὺ εἶναι ἡ ζωή. Καὶ εἶναι πάλι φυσικό· ὅταν δὲν πιστεύομε στὸ Θεὸ οὔτε καὶ στὸν ἄνθρωπο πιστεύομε. Τότε δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, σὰν ἀδελφός μας καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς πονάει, ἀλλὰ τὸ δόγμα καὶ ἡ θεωρητικὴ διδασκαλία τοῦ κάποιου κοινωνικοῦ συστήματος, στὸ ὁποῖο πιστεύομε».


* Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης, Ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων, Τόμος Α´, Ἐκδόσεις Παναγόπουλος, Ἀθήνα 2011, σελ. 56.

Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Κυριακή τοῦ Ἀσώτου


Κυριακή ΙΖ´ Λουκά                          

Κυριακή τοῦ Ἀσώτου


Ἕνα ταξίδι εἶναι τὸ Τριώδιο, ἕνα ταξίδι ἐπιστροφῆς, γι αὐτὸ καὶ δύσκολο· ὅσο πιὸ πολλὰ χάλασες ὅταν ἔφευγες, τόσα πιὸ πολλὰ  χαλάσματα θὰ βρεῖς στὸ γυρισμό, τόσα ποὺ δὲ θὰ μποροῦσες νὰ διαβεῖς, ἄν δὲν εἶχες μαζί σου, νὰ σὲ συνοδεύει σὰ φυλαχτό ἀληθινὸ κι αἰώνιο, τὴν ἀγάπη τοῦ Πατέρα.  
Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι ἕνας ἠθικός κανόνας· αὐτὸν τὸν τηροῦσαν κι ὁ Φαρισαῖος καὶ ὁ μεγαλύτερος γιὸς τῆς σημερινῆς παραβολῆς. Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι   κάτι ἀσύγκριτα περισσότερο· εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀγάπης του. Γι αὐτὸ καὶ ἡ παραβολή δὲν μιλάει γιὰ τὸν ἄσωτο -αὐτὸ τὸ κάνουν μονάχα ἡ ὑποκρισία κι ὁ ἠθικισμός μας-, ἀλλὰ μιλάει γιὰ τὸν κόκκο ἐκεῖνο τοῦ σινάπεως, τὸν στοιχειωμένο, τὸν ριζωμένο μέσα μας, δῶρο γιὰ τὸ ταξίδι μας ἀνόθευτο κι᾽ ἀπάτητο, γιὰ νὰ μᾶς ζεῖ καὶ νὰ προσμένει νὰ βλαστήσει ὅταν ὅλα χαθοῦν, ὅταν ἔλθουμε «εἰς ἑαυτὸν», κι ἀφήσουμε τὴ νοσταλγία νὰ μᾶς ὁδηγήσει καὶ νὰ ξυπνήσει μέσα μας τὴ σιγουριὰ γιὰ τὴν ἀγάπη τὴν αἰώνια. Τὴν ἀγάπη ποὺ μᾶς ἀκολουθεῖ διακριτικά «εἰς χώραν μακράν» κι ἄς τὴν πατοῦν κι ἄς τῆς νοθεύουνε οἱ ξένοι «τὸ σχῆμα καὶ τὸ χρῶμα». Τοὺς εἶναι πολὺ εὔκολο αὐτὸ, ὅταν διαλέξεις νὰ ζεῖς μὲ «τὴν ἐπιθυμία τῆς σαρκός καὶ τὴν ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ τὴν ἀλαζονεία τοῦ βίου», ὅταν ὑποταγεῖς στὰ εἴδωλα...
Σ᾽ ἕνα τέτοιο κόσμο ἀφήσαμε τὴ ζωή μας, ξοδέψαμε τὴν «περιουσία» μας, ἀνταλλάξαμε τὴν ἀλήθεια μὲ τὸ ψέμα. Εἶναι φανερὸ πὼς ἡ λύση δὲν θὰ ἔρθει ἀπὸ κανένα γραφεῖο, καμμία ὑπηρεσία, κανένα κράτος. Μόνο οἱ ποιητές καὶ οἱ προφῆτες μποροῦν νὰ δώσουν τὴ λύση. Γιατὶ ἔχουν τὴν αἴσθηση πού βλέπει καὶ διατηροῦν τὸ φῶς πού φωτίζει. Γιατὶ -γιὰ νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὸν Ντοστογιέφσκι- ἡ ὀμορφιά θὰ σώσει τὸν κόσμο. Ἄν ὑποφέρουμε εἶναι γιατὶ χάσαμε τὴν ὀμορφιά. Πρῶτα ἐσωτερικὰ μᾶς ξεγύμνωσαν. Δίχως ὅραμα δὲν μποροῦν νὰ κλείσουν οἱ πληγὲς τοῦ κόσμου – τὰ μέτρα δὲν κλείνουν πληγὲς, μονάχα τὶς ξύνουν - καὶ ὁδηγούμαστε σὲ ἀδιέξοδα. Ὅσο καὶ νὰ καλλιεργεῖς τὴν ψυχή, ὅσο καὶ νὰ πλουτίζεις τὸ πνεῦμα, ὅσο καὶ νὰ ἁπλώνεις τὴν καρδιὰ, ἄν δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα ν᾽ ἀνθίσουν, τότε τὰ πάντα εἶναι μάταια, στὸ τέλος μαραίνονται, δὲν σοῦ δίνουν ποτὲ τὴν αἴσθηση τῆς ζωῆς καὶ τὴ χαρὰ τῆς νίκης. «Σήμερον ἔαρ μυρίζει καὶ καινὴ κτίσις ἀγάλλεται...», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία, ποὺ σημαίνει πὼς ἡ ἐλπίδα ἄνθισε. Αὐτὸ μᾶς προσφὲρει ἡ Ἀνάσταση· τὴ χαρὰ τῆς ὀμορφιᾶς καὶ τῆς ἀνθοφορίας, ποὺ εἶναι ἡ εἰδοποιὸς διαφορὰ ποὺ ἐξυψώνει τὴν ψυχὴ καὶ δίνει ὑπόσταση στὴν ἐλπίδα. Ἡ ὀμορφιά γεννιέται ἀπ’ τὸ ὅραμα καὶ τὸ ὅραμα εἶναι ἡ Ἀνάσταση! Καὶ ὅσο ἡ Ἀνάσταση, ὅσο ἡ Ζωὴ μᾶς προσκαλεῖ ἡ χάρη θὰ ἀνθίζει σὲ ψυχές ἁμαρτωλὲς, ἀλλὰ διψασμένες γι᾽ αὐτὸ ποὺ ἔχασαν κι ἀποφασισμένες νὰ ἐπιστρέψουν, σὲ ὁποιαδήποτε κατάσταση, μὲ ὁποιοδήποτε τίμημα, μὲ ὁποιαδήποτε ἰδιότητα... Ὁ ἄσωτος ἀποφάσισε νὰ ἐπιστρέψει ἔστω καὶ σὰν δοῦλος, γιατὶ ἤξερε ὅτι στὸ σπίτι τοῦ Πατέρα ἡ ἀγάπη δίνεται ἀδιάκριτα, ὅτι ἐκεῖ δὲν ἔχει σημασία ποιὸς εἶσαι, ἀλλὰ νὰ εἶσαι ἐκεῖ...