Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

ΝΗΣΤΕΙΑ

π. Χρήστου Ζαχαράκη

Ἡ νηστεία ἄν καὶ οὐσιαστικὸ στοιχεῖο ἄσκησης, δὲν παρέμεινε στὴν ἐξέχουσα θέση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ποὺ τῆς ἁρμόζει, εἴτε γιατὶ παραθεωρεῖται ἡ ἀξία της, εἴτε γιατὶ ἔχει καταντήσει αὐτοσκοπός. Καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις πρόκειται μᾶλλον γιὰ θρησκευτικὴ παρεκτροπή καὶ ἔλλειψη ἐκκλησιαστικῆς αὐτοσυνειδησίας. Πάρα πολλὰ πράγματα  μέσα στὴν Ἐκκλησία ἔχουν ἀποκτήσει μιὰ νομικίστικη ἀντίληψη καὶ μιὰ ἠθικιστική ἑρμηνεία, αὐτὰ ποὺ καταδίκαζε δηλαδὴ ὁ Χριστός, γιατὶ σκληραίνουν τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, πότε μὲ τὴ περηφάνεια καὶ πότε μὲ τὸ φόβο. Ἡ στάση καὶ ἡ θέση ποὺ παίρνουμε ἀπέναντι στὸν ἑαυτό μας, ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία κι ἀπέναντι στὸ Θεό, σχετίζονται ἄμεσα μὲ τὸ τὶ θεωροῦμε καὶ πιστεύουμε ὅτι εἶναι ἡ ἁμαρτία. Καὶ τὴν ἐντοπίζουμε πάντοτε στὰ ἠθικὰ παραπτώματα. Ὅμως ἡ ἁμαρτία δὲν εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνο ἠθικὸ παράπτωμα,  ἀλλὰ κάτι πολὺ πιὸ οὐσιαστικό, εἶναι παρεκτροπὴ ζωῆς, -τὸ ἠθικὸ παράπτωμα εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας-. Ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀπιστία, ἁμαρτία εἶναι νὰ προσδίδουμε ἠθικὴ ἀξία στὶς πράξεις μας, ἁμαρτία εἶναι νὰ ἑρμηνεύουμε τὸ Χριστὸ ἀντὶ νὰ τὸν ἀκολουθοῦμε... Μόνο ἀκολουθώντας τὸ Χριστὸ τὰ πάντα στὴν Ἐκκλησία ἔχουν νόημα καὶ διακονοῦν στὴ σωτηρία. Τότε μποροῦμε νὰ νηστεύουμε δίχως νὰ μετατρέπουμε τὴ νηστεία σ᾽ ἕναν ἀπαρέγκλητο κώδικα ἐπιτρεπόμενων καὶ μὴ τροφῶν, ποὺ συνήθως ὅμως τὸν ἀντικαθιστοῦμε μερικῶς ἤ ὁλικῶς, ἀνάλογα μὲ τὸν πνευματικό καὶ τὴν «πνευματικότητά» μας. Ἀντικαθιστοῦμε τὸ λάδι μὲ τὸ σπορέλαιο, τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας μὲ ὑποκατάστατα σόγιας καὶ οὕτω καθεξῆς, ἀναλώνουμε χρόνο καὶ εὑρηματικότητα σὲ συνταγές νηστήσιμες, νοστιμότερες καὶ ἀκριβότερες     ἀπὸ τὶς ἀρτύσιμες, χωρὶς νὰ καταλαβαίνουμε ὅτι ἔτσι ὑποσκάπτουμε καὶ ἀκυρώνουμε τὴ νηστεία ἐκ τῶν ἔσω. Ἡ νηστεία δὲν εἶναι ἀντικατάσταση, οὔτε ἀπόλαυση, ἡ νηστεία εἶναι πάνω ἀπ᾽ ὅλα ἀποταγή καὶ στέρηση! (Ὅταν δὲν στερεῖσαι δὲν κάνεις νηστεία! ).   Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε πὼς «τοῦτο τὸ γένος -τὸ δαιμονικό, ποὺ μᾶς θέλει καὶ μᾶς κρατάει στὸ θάνατο- ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ». Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ προσευχὴ μᾶς συνδέει μὲ τὸ Θεό, ἐνῶ ἡ νηστεία μᾶς ἀποσυνδέει ἀπὸ τὴ φθορά. Προσευχὴ εἶναι ἡ ἀναφορά μας στὸ Θεό, νηστεία ἡ ἀποκοπή μας ἀπὸ τὸν κόσμο. Καὶ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία προϋποθέτουν τὴν πίστη, δὲν εἶναι ἀτομικά κατορθώματα. Εἶναι μέσα στὴ χάρη τῆς εὐλογίας τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, στὴ μετάνοια, τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ταπείνωση. Τὰ πνευματικὰ ἀγωνίσματα δὲν εἶναι τυπολατρία καὶ καθηκοντολογία, ἀλλὰ πόθος ἁγιότητος καὶ συνάντησης μὲ τὸ Χριστό. Γι᾽ αὐτὸ ἡ νηστεία, ἄν καὶ   στὴν ἔκφραση καὶ στὴν ἄσκησή της ἔχει ὑλικό χαρακτῆρα, στὴν οὐσία της εἶναι ὁ πλέον πνευματικός θεσμός τῆς Ἐκκλησίας.

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Κυριακὴ Τυρινῆς
Μθ. 6, 14-22

Γιὰ τρία πράγματα ὁμιλεῖ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ θὰ διαβαστῆ αὔριο στὴ θεία Λειτουργία· γιὰ τὴν ἀνεξικακία, γιὰ τὴ νηστεία καὶ γιὰ τὴ φιλοχρηματία. Στὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία, μετὰ τὴν Κυριακὴ προσευχή, δηλαδὴ μετὰ τὸ «Πάτερ ἡμῶν...»[1], ὁ  Ἰησοῦς Χριστὸς συνέχισε καὶ εἶπε· πρῶτα ὅτι πρέπει νὰ συγχωροῦμε ἐκείνους ποὺ μᾶς βλάφτουν, γιὰ νὰ συγχωρήση κι ἐμᾶς ὁ Θεός· ὕστερα εἶπε γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ νηστεύουμε, γιὰ νὰ εἶναι ἡ νηστεία μας μιὰ πράξη μὲ πνευματικὴ ἀξία· καὶ τελευταῖα εἶπε πὼς δὲν πρέπει νὰ θησαυρίζουμε ἐδῶ στὴ γῆ, ὅπου ὅλα χάνονται, ἀλλὰ στὸν οὐρανὀ, ὅπου δὲν χάνεται τίποτε. Ἀλλὰ ἄς ἀκούσωμε τὴν αὐριανὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ στὴ δική μας γλώσσα.
Εἶπε ὁ Κύριος· «Ἂν συγχωρῆστε στοὺς ἀνθρώπους τὰ παραπτώματά τους, θὰ συγχωρήση καὶ σὲ σᾶς ὁ οὐράνιος πατέρας σας τὰ παραπτώματά σας. Κι ἂν δὲν συγχωρῆστε στοὺς ἀνθρώπους τὰ παραπτώματά τους οὔτε κι ὁ πατέρας σας θὰ συγχωρήση σὲ σᾶς τὰ παραπτώματά σας. Κι ὅταν νηστεύετε, νὰ μὴ γινώσαστε περίλυποι σὰν τοὺς ὑποκριτὲς· γιατί αὐτοὶ παίρνουν ἕνα ὕφος περίλυπο, γιὰ νὰ φανοῦν στοὺς ἀνθρώπους πὼς νηστεύουν. Σᾶς βεβαιώνω πὼς ἔχουν τὸ μισθό τους ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Μὰ ἐσύ, ὅταν νηστεύης, νὰ χτενιστῆς καὶ νὰ νιφτῆς, γιὰ νὰ μὴ φανῆς στοὺς ἀνθρώπους πὼς νηστεύεις, ἀλλὰ στὸν πατέρα σου ποὺ εἶναι ἀόρατος καὶ παντοῦ· κι ὁ πατέρας σου ποὺ κρυφὰ σὲ βλέπει θὰ στὸ ἀποδώση στὰ φανερά. Νὰ μὴ θησαυρίζετε γιὰ σᾶς θησαυροὺς ἐδῶ στὴ γῆ, ὅπου ὁ σκόρος κι ἡ σκουριὰ τοὺς καταστρέφουν κι ὅπου οἱ  κλέφτες ἀνοίγουν καὶ τοὺς κλέβουν. Ἀλλὰ νὰ θησαυρίζετε γιὰ σᾶς θησαυροὺς στὸν οὐρανό, ὅπου οὔτε σκόρος οὔτε σκουριὰ τοὺς καταστρέφουν κι ὅπου οὔτε κλέφτες ἀνοίγουν καὶ τοὺς κλέβουν. Γιατί ὅπου εἶναι ὁ θησαυρὸς ἐκεῖ θὰ εἶναι κι ἡ καρδιά σας».
Ἀφήνοντας τὰ δύο ἄλλα θέματα, στὰ ὁποῖα ἐπίσης ἀναφέρεται ἡ περικοπή, θὰ ὁμιλήσουμε μόνο γιὰ τὴ νηστεία. Αὔριο λοιπόν, Κυριακή τῆς Τυρινῆς, ἡ Ἐκκλησία φέρνει στὴ μνήμη της τὴν πτώση καὶ τὴν ἐξορία τῶν πρωτοπλάστων ἀπὸ τὸν παράδεισο. Νὰ τί γράφεται στὸ ὑπόμνημα τοῦ Τριωδίου γιὰ τὴν αὐριανὴ ἡμέρα. «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ Κυριακή τῆς Τυρινῆς ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀπὸ τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τῶν πρωτοπλάστων Ἀδὰμ καὶ Εὔας». Στὴν εἴσοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία θυμᾶται τὸ παράπτωμα τῶν πρωτοπλάστων· ἦταν παρακοὴ στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦταν ἐντολὴ νηστείας. Τόσο ἀρχαῖος εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς νηστείας, ὁ ἀρχαιότερος καὶ πρῶτος θεσμός, ποὺ στηρίζεται στὴν πρώτη ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο ἀμέσως μετὰ τὴν πλάση του. «Ἀπὸ κάθε δένδρο ποὺ εἶναι στὸν παράδεισο θὰ φᾶτε καρπό, μὰ ἀπὸ τὸ δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ δὲν θὰ φᾶτε· ἂν θὰ φᾶτε ἀπὸ τὸ δένδρο αὐτό, τὴν ἴδια μέρα θὰ πεθάνετε»[2]. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ θεσπίζει τὸ θεσμὸ τῆς νηστείας, ἕνα θεσμὸ ποὺ ἔχει τὴν ἀρχή του στὸν παράδεισο καὶ εἶναι τῆς ἴδιας ἡλικίας μὲ τὸν ἄνθρωπο.
Ἡ νηστεία εἶναι μιὰ πράξη λατρείας· δὲν εἶναι ἀρετὴ ἡ νηστεία, γιὰ νὰ τὴ δοῦν οἱ  ἄνθρωποι καὶ νὰ δοξάσουν τὸ Θεό. Ἡ νηστεία εἶναι ἄσκηση πνευματική, εἶναι δρόμος καὶ τρόπος γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν ἀρετή. Ὅλοι οἱ  ἅγιοι ξεκίνησαν μὲ τὴ νηστεία καὶ μὲ τὴ νηστεία ἔλαβαν οὐράνια χαρίσματα· καθὼς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἡ νηστεία τοὺς χειραγώγησε «εἰς τὴν κατὰ Θεὸν πολιτείαν»[3]. Ὁ Μωϋσῆς, ὁ Ἠλίας, ὁ Πρόδρομος, ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, σὰν ἄνθρωπος, ὅλοι ξεκίνησαν μὲ τὴ νηστεία. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν τὸ συζητεῖ καθόλου γιὰ τὴ νηστεία· «Ὅταν δὲ νηστεύητε...»[4] λέγει, κι αὐτὸ θὰ πῆ πὼς ὁ θεσμὸς τῆς νηστείας εἶναι καὶ μένει στὴν Ἐκκλησία. Τί νὰ πασχίζουμε λοιπὸν ἐμεῖς νὰ βροῦμε ἐπιχειρήματα γιὰ ἕνα θεσμὸ τόσο παλιὸ καὶ τόσο ἐπίσημα καθιερωμένο; Φτάνει ποὺ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁμιλεῖ γιὰ τὴ νηστεία, φτάνει ποὺ ὁ ἴδιος νήστεψε καὶ πείνασε.
Ἀλλὰ ἡ νηστεία εἶναι καὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ παρεξηγημένους θεσμοὺς τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλοι τὴν καταργοῦν ὁλωσδιόλου, κι ἄλλοι νηστεύουν, ἀλλὰ δὲν ξέρουν πὼς νὰ νηστέψουν. Ὁμιλοῦμε πάντα γιὰ τοὺς χριστιανούς, γιὰ κείνους ποὺ δὲν θέλουν ἢ δὲν τολμοῦνε νὰ διακόψουν κάθε δεσμό τους μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ ἑρμηνεύουν καὶ ζοῦν τὴ χριστιανικὴ πίστη μ’ ἕναν δικό τους τρόπο. Αὐτοὶ καὶ τὴ νηστεία τὴν βλέπουν σὰν ἕναν ξεπερασμένο θεσμό, κάτι ποὺ συνδέεται μὲ παλιὲς καὶ καθυστερημένες ἀντιλήψεις. Γι’ αὐτοὺς δὲν λένε τίποτε ὅσα ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία γιὰ τὴ νηστεία· οὔτε προσέχουν σ’ αὐτὰ οὔτε τὰ καταλαβαίνουν, τὰ περιφρονοῦν καὶ τὰ εἰρωνεύονται. Μάλιστα βρίσκουν τὴν εὐκαιρία, ὅταν ἡ Ἐκκλησία καλῆ τοὺς πιστοὺς νὰ κάμουν τὴν εἴσοδό τους στὶς ἡμέρες τῆς νηστείας, αὐτοὶ νὰ ἐκτραποῦν σὲ κάθε εἴδους ἀταξίες. Αὐτὲς τὶς ἡμέρες ἡ Ἐκκλησία πολὺ θλίβεται καὶ λυπᾶται, ὅταν καλῆ τοὺς ἀνθρώπους της σὲ νηστεία καὶ μετάνοια κι αὐτοὶ μασκαρεμένοι ξεχύνονται καὶ χορεύουν στοὺς δρόμους.
Οἱ ἄλλοι ποὺ νηστεύουν θαρροῦν πὼς ἡ νηστεία εἶναι ὅλο κι ὅλο νὰ μὴν τρῶνε ὡρισμένες τροφές. Εἶναι βέβαια κι αὐτό, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνο αὐτό. Ἀληθινὴ νηστεία εἶναι νὰ ἀπέχη ὁ χριστιανὸς ὄχι μόνο ἀπὸ ὡρισμένες τροφές, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς κακίες. «Νηστεύσωμεν, ἀδελφοί, σωματικῶς· νηστεύσωμεν καὶ πνευματικῶς», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία καὶ μᾶς εἰσάγει στὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Νηστεία εἶναι ὄχι μόνο τί κανεὶς θὰ φάγη, ἀλλὰ καὶ πόσο θὰ φάγη· ἡ νηστεία γενικὰ εἶναι ἐγκράτεια. Ὁ καιρὸς τῆς νηστείας εἶναι καιρὸς γιὰ νὰ μετανοήσουν, νὰ προσευχηθοῦν καὶ νὰ συγχωρηθοῦν μεταξύ τους οἱ  χριστιανοί. Ἔτσι μποροῦνε νὰ νηστέψουν ὅλοι, καὶ οἱ  ἄρρωστοι καὶ οἱ  γέροι κι ὅσοι ἐργάζονται σὲ βαρειὲς ἐργασίες.
Ἡ νηστεία, γιὰ κείνους ποὺ δὲν ξέχασαν πὼς εἶναι χριστιανοί, εἶναι μεγάλο ἀγαθό, ἕνας θεσμὸς τῆς Ἐκκλησίας εὐεργετικὸς καὶ σωτήριος. Ἀπὸ κάθε ἄποψη κι ἂν τὸ πάρη κανείς· ἀπὸ πνευματικὴ καὶ ἠθική, ἀπὸ σωματικὴ καὶ ὑγιεινή, ἀπὸ οἰκονομικὴ καὶ κοινωνική. Ἀλλά, καθὼς εἴπαμε, εἶναι ὁ πιὸ παρεξηγημένος θεσμὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν καταργήσει τὴ νηστεία, ὄχι μόνο δὲν θέλουν νὰ τὴν ξέρουν, ἀλλὰ καὶ τὴν εἰρωνεύονται στὰ πρόσωπα ἐκείνων ποὺ νηστεύουν· γι’ αὐτοὺς θεὸς εἶναι ἡ κοιλία τους. Ἀλλὰ εἶναι καὶ οἱ  ἄλλοι, ἐκεῖνοι ποὺ σέβονται τὸ θεσμό, ἀλλὰ δὲν ξέρουνε νὰ νηστέψουν. Νηστεία δὲν εἶναι μόνο τί κανεὶς θὰ φάγη, ἀλλὰ καὶ πόσο θὰ φάγη. καὶ νηστεία ἀκόμα δὲν εἶναι μόνο ἡ ἀποχὴ ἀπὸ ὡρισμένες τροφές, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς κακίες. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία, ἀρχίζοντας ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ψάλλει «Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν, εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ»[5]. Ἀμήν.

5. Μ. Βασιλείου, Λόγος Β' περὶ νηστείας, MPG 31, 196.44. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τὸν Τίμιον Σταυρόν, MPG 59. 676. 44






[1] Ματθ. 6, 9-13.

[2] Γεν. 2, 16-17.
[3] Μ. Βασιλείου, Λόγος Α' περὶ νηστείας, MPG 31, 173.2.
[4] Ματθ. 6, 16.


Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ

Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης



Τίποτ᾽  ἄλλο δὲν εἶναι τόσο βέβαιο στὴ ζωὴ μας παρὰ ὅτι θὰ ἀποθάνωμε. Τὸ γεγονὸς ὅτι γεννηθήκαμε καὶ εἴμαστε σὲ τοῦτο τὸν κόσμο ὁδηγεῖ στὴ βεβαιότητα πὼς μιὰ μέρα θὰ φύγωμε. Κάθε μέρα τὸ βλέπομε καὶ τὸ διαπιστώνομε, πὼς ἄνθρωποι γεννιοῦνται κι ἄνθρωποι ἀποθνήσκουν· ἄλλοι ἔρχονται κι ἄλλοι φεύγουν. Ἀλλὰ κι ἄλλο ἕνα εἶναι τὸ ἴδιο βέβαιο, πὼς θὰ κριθοῦμε, πὼς θὰ δώσουμε δηλαδὴ λόγο γιὰ τὴ διαγωγή μας σὲ τούτη τὴ ζωή. Αὐτὴ εἶναι κοινὴ πίστη, ριζωμένη μέσα σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν λαῶν κι ὅλων τῶν αἰώνων. Ἀλλὰ ἔχομε «βεβαιότερον τὸν προφητικὸν λόγον»[1]· ἡ θεία Γραφὴ ὁμιλεῖ γιὰ τὴ μεγάλη καὶ ἐπιφανῆ ἡμέρα τῆς κρίσεως, κι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ τὴ δευτέρα του παρουσία, καθὼς θὰ τὸ ἀκούσωμε αὔριο στὸ Εὐαγγέλιο τῆς θείας Λειτουργίας.
Ἡ δευτέρα παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ κρίση εἶναι ἡ πράξη τοῦ Θεοῦ, στὴν ὁποία καταξιώνεται ἡ διδαχὴ τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ βίος τῶν πιστῶν. Τὴν εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ θὰ ἀκούσωμε αὔριο, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τὴν ὀνομάζει «ἡδίστην»[2], δηλαδὴ γλυκύτατη περικοπή, ποὺ οἱ  πιστοὶ τὴν ἀκοῦν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου, τὴ μελετοῦν μὲ σπουδὴ καὶ τὴν κρατοῦν στὴ μνήμη τους μὲ κατάνυξη. Ἡ Ἐκκλησία ἐπισφραγίζει τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως μὲ τὴν προσδοκία τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς κρίσεως· «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν...»[3]. Ἡ πληροφορία τῆς συνείδησής μας καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν αὐριανὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀρκοῦν γιὰ νὰ μᾶς πείσουν, ἀλλὰ εἶναι σαφὴς καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου, ὅταν γράφη πρὸς Ἑβραίους· «ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετὰ δὲ τοῦτο κρίσις»[4].
Ἀλλὰ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν τὸ βάζουν στὸ μυαλό τους μήτε πὼς θὰ ἀποθάνουν μήτε πὼς ἔχουνε νὰ κριθοῦν ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὰ ἔργα τους. Εἶναι τὸ χειρότερο ποὺ μπορεῖ νὰ πάθη ὁ ἄνθρωπος. Βγάλε ἀπὸ μέσα σου τὴ μνήμη τοῦ θανάτου καὶ τὸ φόβο τῆς κρίσεως κι ὕστερα κατέβασες τὸν ἑαυτό σου στὴ θέση τοῦ κτήνους καὶ δὲν κρατιέσαι πουθενά. Μάλιστα ὅταν εἶσαι νέος. Οἱ  νέοι, σὰν καὶ νὰ μὴν εἶναι τόσοι γέροι γύρω τους, σὰν καὶ νὰ μὴν τὸ βλέπουν πὼς κάθε μέρα ἀποθνήσκουν ἄνθρωποι. Ξεγελιοῦνται λοιπὸν ἀπὸ τὰ νιάτα τους κι ἀπὸ τὴν ὑγεία τους καὶ θαρροῦν πὼς πάντα θὰ εἶναι νέοι, πὼς δὲν θὰ ἀποθάνουν ποτὲ καὶ πὼς δὲν ἔχουνε νὰ δώσουν λόγο γιὰ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τους. Κι ὅμως τὸ πιὸ εὐεργετικὸ γιὰ ὅλους, κι ὅταν εἴμαστε νέοι κι ὅταν θὰ γεράσουμε, εἶναι ἡ μνεία τοῦ θανάτου. Ὅλη ἡ ζωὴ τῶν σοφῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἁγίων του Θεοῦ εἶναι μνεία θανάτου. Ὅσο εἶναι πικρό, ἄλλο τόσο εἶναι καὶ σωτήριο νὰ θυμᾶται ὁ καθένας μας πὼς θὰ ἀποθάνη. Ὅποιος δὲν ξεχνᾶ τὸ θάνατό του εἶναι κοντά, γιὰ νὰ μὴν ἀμφιβάλλη πὼς τὸν περιμένει ἡ κρίση καὶ ἡ ἀνταπόδοση τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡμίλησε καθαρὰ καὶ εἶπε γιὰ τὴ δευτέρα καὶ ἔνδοξη παρουσία του. Τὴν πρώτη φορὰ ἦλθε ταπεινὰ καὶ φτωχὰ· τὴ δεύτερη θὰ ἔλθη μὲ ὅλη τὴ θεϊκή του δόξα. Τὴν πρώτη φορὰ ἦλθε γιὰ νὰ σώση τὸν κόσμο· τὴ δεύτερη θὰ ἔλθη γιὰ νὰ τὸν κρίνη. Τὴν πρώτη φορὰ ἔδωκε τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης· τὴ δεύτερη θὰ κρίνη μὲ δικαιοσύνη. Ὄχι μόνο ὡς Θεὸς οὔτε μόνο ὡς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὡς Θεάνθρωπος· ὡς Θεός, ποὺ εἶναι ἀπόλυτα δίκαιος καὶ ὡς ἄνθρωπος, ποὺ ξέρει τὴν ἀνθρώπινη ἀσθένεια. Ὁ ἴδιος το εἶπε, ὅτι «ὁ Πατὴρ πᾶσαν τὴν κρίσιν δέδωκε τῷ Υἱῶ»[5], ὁ Υἱός, ποὺ ἦλθε γιὰ νὰ σώση τὸν κόσμο, ὁ Υἱὸς καὶ θὰ τὸν κρίνη. Καὶ θὰ τὸν κρίνη μὲ τὰ λιγώτερα, γιὰ νὰ σωθοῦν περισσότεροι, γιατί ὁ Θεὸς θέλει νὰ σωθῆ ὁ κόσμος. Δὲν θὰ σωθοῦν μόνο ὅσοι δὲν θὰ τὸ θελήσουν, ὅσοι οὔτε μὲ διδασκαλία οὔτε μὲ σημεῖα θὰ θελήσουνε νὰ πιστέψουν στὸ Χριστό. Αὐτοὶ καὶ τώρα τὸ ἴδιο λένε καὶ τότε τὸ ἴδιο θὰ ποῦν «Κύριε, πότε σε εἴδομεν;»[6]. Ποῦ καὶ πότε τὸν εἴδαμε τὸ Χριστό;
Ἐδῶ τώρα εἶναι, ποὺ ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή, γιὰ τὴ δευτέρα παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ τὴν κρίση τοῦ κόσμου, παίρνει ἕνα ἀπροσμέτρητο βάθος καὶ μιὰ μέγιστη κοινωνικὴ σημασία. Ὄχι μεγάλα λόγια καὶ θεωρίες, ἀλλὰ μικρὰ καὶ καθημερινὰ πράγματα. Ὄχι τάχα θυσίες καὶ θεαματικὲς πράξεις, ἀλλὰ ψωμὶ γιὰ τὸ νηστικὸ καὶ ροῦχο γιὰ τὸ γυμνὸ κι ἕνα ποτήρι νερὸ γιὰ τὸ διψασμένο. Τὸ ἐλάχιστο, ποὺ μπορεῖ νὰ δώση ὁ καθένας κι ὄχι μόνο τὸ μέγιστο, ποὺ μποροῦν καὶ πρέπει νὰ δώσουν οἱ  λίγοι. Ὅταν καταδικάζουμε τὴν κοινωνικὴ ἀδικία καὶ ἀνισότητα, καὶ δὲν ἔχομε ἄδικο, ξεχνᾶμε πὼς ἡ ἀναλογία τῆς εὐθύνης πέφτει σὲ ὅλους. Καὶ συμβαίνει ὅσοι μόνο φωνάζουν γι’ αὐτὰ τὰ πράγματα, νὰ μὴν εἶναι πάντα οἱ  πιὸ φτωχοὶ καὶ ἀδικημένοι. Ἀλλὰ εἶναι φυσικὸ· ὅταν τὸ κοινωνικὸ κήρυγμα δὲν ξεκινάη ἀπὸ τὴν πίστη στὸ Θεό, καὶ σὰν ἐφαρμογὴ τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ γιὰ δικαιοσύνη καὶ ἀγάπη, τότε χάνεται, σὰν ἀόριστη καὶ θεωρητικὴ διδασκαλία, ἔξω ἀπὸ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, ποὺ εἶναι ἡ ζωή. Καὶ εἶναι πάλι φυσικό· ὅταν δὲν πιστεύωμε στὸ Θεὸ οὔτε καὶ στὸν ἄνθρωπο πιστεύομε. Τότε δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, σὰν ἀδελφός μας καὶ ἀδελφός τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς πονάει, ἀλλὰ τὸ δόγμα καὶ ἡ θεωρητικὴ διδασκαλία τοῦ κάποιου κοινωνικοῦ συστήματος, στὸ ὁποῖο πιστεύομε.
Μιὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅτι μᾶς περιμένει ὁ θάνατος κι ὕστερα μᾶς ἀναμένει κρίση. Ὅπως καὶ νὰ ’χη θὰ δώσουμε λόγο γιὰ τὴ ζωή μας. Μάθαμε νὰ λέμε πὼς οἱ  φυσικοὶ νόμοι εἶναι ἀπαράβατοι, μὰ πιὸ πολὺ ἀπαράβατοι καὶ ἀμετάθετοι εἶναι οἱ  ἠθικοὶ νόμοι, γιατί δὲν γίνεται τίποτε στὴν τύχη, γιὰ νὰ μπορῆ νὰ σταθῆ τὸ ὑλιστικὸ ἀξίωμα· «Φάγωμεν, πίωμεν· αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν»[7]. Κάποτε θὰ βροῦμε μπροστὰ μας τὴ ζωή μας καὶ τὶς πράξεις μας, θὰ μᾶς δικάση ὁ Θεὸς «διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ»[8]. Κι ἂν εἶναι νὰ μᾶς δικάση ὁ Χριστὸς σὰν Θεός, δὲν θὰ σωθῆ κανένας ἀπό μᾶς. Μὰ θὰ μᾶς δικάση σὰν Θεὸς καὶ ἄνθρωπος μέσα στὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Καὶ θὰ μᾶς ζητήση ἂν εἴχαμε μεταξὺ μας ἀγάπη· ἡ ἀγάπη, γράφει ὁ Ἀπόστολος, «καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν»[9]. Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι μιὰ λέξη καὶ μιὰ θεωρητικὴ διδασκαλία, ἀλλὰ συγκεκριμένη κάθε φορὰ πράξη πρὸς τὸν συνάνθρωπο καὶ τὸν πλησίον, ποὺ εἶναι ἀδελφὸς «ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ»[10]. Ὄχι ἀπρόσωπα ὁ ἄνθρωπος οὔτε ἡ ἀνθρωπότητα, ἀλλὰ ὁ πλησίον προσωπικὰ καὶ ὁ ἀδελφός. Ἄς ἔχωμε λοιπὸν ἀγάπη, ἄς πιστεύωμε στὸ Θεό, ποὺ ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ σώση ἕναν ἕναν τὸν ἄνθρωπο. Γιὰ νὰ ἀκούσωμε ὅταν θὰ μᾶς κρίνη· «Δεῦτε οἱ  εὐλογημένοι...»[11]. Ἀμήν.
Ο  Σ.Κ.Δ.




[1] Β' Πέτρ. 1,19.
[2] Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημα εἰς τὸν ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστήν, MPG 58. 717. 18.
[3] Σύμβολον τῆς πίστεως, ἄρθρον 11.
[4] Ἑβρ. 9, 27.

[5] Ἰω. 5, 22.
[6] Ματθ. 25, 37.

[7] Ἡσ.22, 13. Α' Κορ. 15,32.
[8] Ρωμ. 2, 16.
[9] Ἰακ. 5, 20. Α' Πέτρ. 4, 8.
[10] Κολοσ. 1, 2.
[11] Ματθ. 25, 34.