Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

ΝΗΣΤΕΙΑ

π. Χρήστου Ζαχαράκη

Ἡ νηστεία ἄν καὶ οὐσιαστικὸ στοιχεῖο ἄσκησης, δὲν παρέμεινε στὴν ἐξέχουσα θέση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ποὺ τῆς ἁρμόζει, εἴτε γιατὶ παραθεωρεῖται ἡ ἀξία της, εἴτε γιατὶ ἔχει καταντήσει αὐτοσκοπός. Καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις πρόκειται μᾶλλον γιὰ θρησκευτικὴ παρεκτροπή καὶ ἔλλειψη ἐκκλησιαστικῆς αὐτοσυνειδησίας. Πάρα πολλὰ πράγματα  μέσα στὴν Ἐκκλησία ἔχουν ἀποκτήσει μιὰ νομικίστικη ἀντίληψη καὶ μιὰ ἠθικιστική ἑρμηνεία, αὐτὰ ποὺ καταδίκαζε δηλαδὴ ὁ Χριστός, γιατὶ σκληραίνουν τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, πότε μὲ τὴ περηφάνεια καὶ πότε μὲ τὸ φόβο. Ἡ στάση καὶ ἡ θέση ποὺ παίρνουμε ἀπέναντι στὸν ἑαυτό μας, ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία κι ἀπέναντι στὸ Θεό, σχετίζονται ἄμεσα μὲ τὸ τὶ θεωροῦμε καὶ πιστεύουμε ὅτι εἶναι ἡ ἁμαρτία. Καὶ τὴν ἐντοπίζουμε πάντοτε στὰ ἠθικὰ παραπτώματα. Ὅμως ἡ ἁμαρτία δὲν εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνο ἠθικὸ παράπτωμα,  ἀλλὰ κάτι πολὺ πιὸ οὐσιαστικό, εἶναι παρεκτροπὴ ζωῆς, -τὸ ἠθικὸ παράπτωμα εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας-. Ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀπιστία, ἁμαρτία εἶναι νὰ προσδίδουμε ἠθικὴ ἀξία στὶς πράξεις μας, ἁμαρτία εἶναι νὰ ἑρμηνεύουμε τὸ Χριστὸ ἀντὶ νὰ τὸν ἀκολουθοῦμε... Μόνο ἀκολουθώντας τὸ Χριστὸ τὰ πάντα στὴν Ἐκκλησία ἔχουν νόημα καὶ διακονοῦν στὴ σωτηρία. Τότε μποροῦμε νὰ νηστεύουμε δίχως νὰ μετατρέπουμε τὴ νηστεία σ᾽ ἕναν ἀπαρέγκλητο κώδικα ἐπιτρεπόμενων καὶ μὴ τροφῶν, ποὺ συνήθως ὅμως τὸν ἀντικαθιστοῦμε μερικῶς ἤ ὁλικῶς, ἀνάλογα μὲ τὸν πνευματικό καὶ τὴν «πνευματικότητά» μας. Ἀντικαθιστοῦμε τὸ λάδι μὲ τὸ σπορέλαιο, τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας μὲ ὑποκατάστατα σόγιας καὶ οὕτω καθεξῆς, ἀναλώνουμε χρόνο καὶ εὑρηματικότητα σὲ συνταγές νηστήσιμες, νοστιμότερες καὶ ἀκριβότερες     ἀπὸ τὶς ἀρτύσιμες, χωρὶς νὰ καταλαβαίνουμε ὅτι ἔτσι ὑποσκάπτουμε καὶ ἀκυρώνουμε τὴ νηστεία ἐκ τῶν ἔσω. Ἡ νηστεία δὲν εἶναι ἀντικατάσταση, οὔτε ἀπόλαυση, ἡ νηστεία εἶναι πάνω ἀπ᾽ ὅλα ἀποταγή καὶ στέρηση! (Ὅταν δὲν στερεῖσαι δὲν κάνεις νηστεία! ).   Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε πὼς «τοῦτο τὸ γένος -τὸ δαιμονικό, ποὺ μᾶς θέλει καὶ μᾶς κρατάει στὸ θάνατο- ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ». Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ προσευχὴ μᾶς συνδέει μὲ τὸ Θεό, ἐνῶ ἡ νηστεία μᾶς ἀποσυνδέει ἀπὸ τὴ φθορά. Προσευχὴ εἶναι ἡ ἀναφορά μας στὸ Θεό, νηστεία ἡ ἀποκοπή μας ἀπὸ τὸν κόσμο. Καὶ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία προϋποθέτουν τὴν πίστη, δὲν εἶναι ἀτομικά κατορθώματα. Εἶναι μέσα στὴ χάρη τῆς εὐλογίας τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, στὴ μετάνοια, τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ταπείνωση. Τὰ πνευματικὰ ἀγωνίσματα δὲν εἶναι τυπολατρία καὶ καθηκοντολογία, ἀλλὰ πόθος ἁγιότητος καὶ συνάντησης μὲ τὸ Χριστό. Γι᾽ αὐτὸ ἡ νηστεία, ἄν καὶ   στὴν ἔκφραση καὶ στὴν ἄσκησή της ἔχει ὑλικό χαρακτῆρα, στὴν οὐσία της εἶναι ὁ πλέον πνευματικός θεσμός τῆς Ἐκκλησίας.