Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό


  Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ       

          ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό...


Ἀλλὰ εἶναι πολὺ ἀξιοπρόσεκτο κι ἐκεῖνο ποὺ γράφει πάλι ὁ μεγάλος Ἀπόστολος στὴν πρώτη πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή, παίρνοντας τὸ λόγο ἀπὸ τὸν προφήτη Ἡσαΐα· «ἅ ὀφθαλμὸς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν, ἡμῖν δὲ ἀπεκάλυψε διὰ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ...»· ἐκεῖνα, ποὺ δὲν τὰ εἶδε μάτι καὶ ποὺ δὲν τὰ ἤκουσε ἀφτὶ κι οὔτε ποὺ τὰ ἔβαλε ἄνθρωπος στὸ νοῦ του, ὅσα ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γιὰ κείνους ποὺ τὸν ἀγαπᾶνε, ὁ Θεὸς τὰ φανέρωσε σ᾽ ἐμᾶς μὲ τὸ  Ἅγιο Πνεῦμα. Γιὰ τὸ ἴδιο πρᾶγμα, πλημμυρισμένος ἀπὸ ἀγαλλίαση, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε στὸν οὐράνιο Πατέρα· «ἑξομολογοῦμαι σοι, πάτερ, Κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις». Τὴν ἀλήθεια τῆς ζωῆς καὶ τῆς σωτηρίας δὲν τὴν ἔμαθε καὶ δὲν τὴν βρῆκε ὁ κόσμος ἀπὸ τοὺς σοφοὺς καὶ τοὺς διαβασμένους, ἀλλὰ τὴ φανέρωσε ὁ Θεὸς μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σὲ ἁπλοὺς ἀνθρώπους μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ ἦσαν «ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό», αὐτὸ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁμοθυμαδὸν σύναξη τῶν πιστῶν στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, μέσα σὲ θαυμαστὰ φαινόμενα καὶ σημεῖα, ἦλθε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες».  Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὡλοκληρώθηκε ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀπὸ τότε συνεχίζεται, ὥστε ἡ Ἐκκλησία νὰ μὴν εἶναι πιὰ ὁ χῶρος, μέσα στὸν ὁποῖο ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Ὅ,τι γνωρίζομε γιὰ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ τὸ γνωρίζομε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ Θεὸς τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ὁ Θεὸς τῆς φιλοσοφίας, τὸ ἀπρόσωπο ὕψιστο ὄν καὶ ἡ ὑπέρτατη δύναμη τοῦ πανθεϊσμοῦ, ἀλλὰ ὁ Θεὸς ποὺ ἀποκαλύπτεται στὴν Ἐκκλησία «ἐν ταῖς Γραφαῖς», ποὺ τὸν εἶδαν καὶ τὸν ἤκουσαν οἱ ἄνθρωποι «ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ». Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἱστορικὸ γεγονὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὥς τὸ τέλος. Ἀπὸ τοὺς Πατριάρχες καὶ τοὺς Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τοὺς Ἀποστόλους τῆς Καινῆς Διαθήκης μέχρι τώρα καὶ μέχρι τὴ συντέλεια τῶν αἰώνων, ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται μέσα στὴν Ἐκκλησία· «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτοῖς Θεὸς καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός».  Τότε, στὰ τέλη τῶν αἰώνων, περιμένει τὴν Ἐκκλησία μιὰ τελευταία ἀποκάλυψη· τότε, γράφει ὁ Ἀπόστολος στὴν πρὸς Κολασσαεῖς ἐπιστολή, ἡ Ἐκκλησία θὰ φανῆ σὲ ὅλη της τὴ δόξα· «Ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσεσθε ἐν δόξῃ».

Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Ἐπὶ Πτερύγων ἀνέμων, Κοζάνη 1988, σελ.349 κ.ἑ.

Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

Ἀς Φρόντιζαν



Ἀς Φρόντιζαν
Κωνσταντίνου Καβάφη 


Κατήντησα σχεδόν ἀνέστιος καί πένης.
Αὐτή ἡ μοιραία πόλις, ἡ Αντιόχεια
όλα τά χρήματα μου τά ‘φαγε:
αυτή ἡ μοιραία μέ τόν δαπανηρό της βίο.

Ἀλλά εἶμαι νέος καί μέ ὑγείαν ἀρίστην.
Κάτοχος τῆς ἑλληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Ἀριστοτέλη, Πλάτωνα∙
τί ρήτορας, τί ποιητάς, τί ὅ,τι κι ἄν πεῖς).
Ἀπό στρατιωτικά ἔχω μιάν ἰδέα,
κ’ ἔχω φιλίες μέ ἀρχηγούς τῶν μισθοφόρων.
Εἶμαι μπασμένος καμπόσο καί στά διοικητικά.
Στην Ἀλεξάνδρεια ἔμεινα ἕξι μήνες, πέρσι∙
κάπως γνωρίζω (κ’ εἶναι τοῦτο χρήσιμον) τά ἐκεῖ:
τοῦ Κακεργέτη βλέψεις καί παληανθρωπιές, καί τά λοιπά.

Ὅθεν φρονῶ πώς εἶμαι στά γεμάτα
ἐνδεδειγμένος γιά νά ὑπηρετήσω αὐτήν τήν χώρα,
τήν προσφιλῆ πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ὅ,τι δουλειά μέ βάλουν θά πασχίσω
νά εἶμαι στήν χώρα ὠφέλιμος. Αὐτή εἶν’ ἡ πρόθεσίς μου.
Ἄν πάλι μ’ ἐμποδίσουνε μέ τά συστήματά τους –
τούς ξέρουμε τούς προκομένους: νά τά λέμε τώρα;
ἄν μ’ ἐμποδίσουνε, τί φταίω ἐγώ.

Θ’ ἀπευθυνθῶ πρός τόν Ζαβίνα πρῶτα,
κι ἄν ὁ μωρός αὐτός δέν μ’ ἐκτιμήσει,
θά πάγω στόν ἀντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι ἄν ὁ ἠλίθιος κι αὐτός δέν μέ προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στόν ‘Υρκανό.

Θά μέ θελήσει πάντως ἕνας ἀπ’ τους τρεῖς.

Κ’ εἶν’ ἡ συνείδησίς μου ἥσυχη
γιά τό ἀψήφιστο τῆς ἐκλογῆς.
Βλάπτουν κ’ οἱ τρεῖς τους τήν Συρία τό ἴδιο.

Ἀλλά, κατεστραμμένος ἄνθρωπος, τί φταίω ἐγώ.
Ζητῶ ὁ ταλαίπωρος να μπαλωθῶ.
Ἀς φρόντιζαν οἱ κραταιοί θεοί
να δημιουργούσαν ἕναν τέταρτο καλό.
Μετά χαρᾶς θά πήγαινα μ’ αὐτόν.