Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

«Δι’ ἡμᾶς ἐπτώχευσε πλούσιος ὤν, ἵνα ὑμεῖς τῇ ἐκείνου πτωχεία πλουτήσητε»


Σημασία καὶ ὑπερνίκηση τῆς φτώχειας
Ἀναστασίου, Ἀρχιεπισκόπου Τιράνων καὶ πάσης Ἀλβανίας*
«Δι’ μς πτώχευσε πλούσιος ν, να μες τῇ κείνου πτωχεία πλουτήσητε». (Β´Κορ. 8,9)
Α´
 Ὁ νεογέννητος Χριστός εναι να παιδί στεγο σέ ναν φιλόξενο τόπο παγερς διαφορίας, μέ μοναδική νθρώπινη θαλπωρή τήν τρυφερότητα τς γίας Μητέρας Του καί τό στοργικό νδιαφέρον το ωσήφ. Στό πανδοχεο, που κατέφυγε ταλαιπωρημένη πό τό μακρύ ταξίδι Παναγία μαζί μέ τόν προστάτη της, τόν δίκαιο ωσήφ, δέν πρχε χρος νά φιλοξενηθον. Καί ταν γέννησε τόν ησο, «σπαργάνωσεν ατόν καί νέκλινεν ατόν ν τ φάτνη, διότι οκ ν ατος τόπος ν τ καταλύματι». (Λουκ. 2,7) Σ’ ατό τό πλαίσιο κούσιας φτώχειας κινήθηκε καί συνέχεια το πιγείου βίου Του. Νήπιο κόμη ξενιτεύτηκε στήν Αγυπτο. Τά παιδικά καί νεανικά του χρόνια τὰ πέρασε ργαζόμενος χειρωνακτικά στή Ναζαρέτ. Στή δημόσια ζωή Του βρισκόταν σέ συνεχ πορεία, οκ εχε «ποῦ τήν κεφαλήν κλίνῃ». Καί τό ποκορύφωμα πρξε πλήρης πογύμνωση στό Σταυρό.
«Δι’ μᾶς πτώχευσε πλούσιος ν». Κατά τήν νανθρώπησή Του « τῶν λων Δεσπότης καί ποιητής» ρνήθηκε σα θεωρομε πλοτο -χρήματα, νέσεις, δύναμη- καί πέμεινε τίς δοκιμασίες καί τίς δικίες τς γς συμμετέχοντας στόν πόνο τν νθρώπων. Καθοριστική ρχή το ργου Του πρξαν τά λόγια το προφήτου σαΐα γιά τόν Μεσσία: «Πνεμα Κυρίου π’ μέ, ο νεκεν χρισέ με, εαγγελίσασθαι πτωχος πέσταλκέ με, άσασθαι τούς συντετριμμένους τήν καρδίαν…» (Λουκ. 4,18). Τόνισε τήν νθρώπινη ξιοπρέπεια τν φτωχν καί τήν ναφαίρετη ξία τους νώπιον τοῦ Θεο.
λλά Χριστός δέν προσέδωσε στήν ποδοχή τς φτώχειας ατόνομο σωτηριολογικό περιεχόμενο, πως θέλουν μερικές νδικές θρησκευτικές διδασκαλίες. Τή συνέδεσε μέ τήν σωτερική λευθερία καί τήν ταπεινοφροσύνη. Καί κάλεσε σους ποφέρουν -δηλαδή τήν πλειονότητα τν νθρώπων- νά προσέλθουν σ’ Ατόν, τόν «πρᾶο καί ταπεινό τῇ καρδίᾳ» γιά νά βρον νάπαυση στίς ψυχές τους. Κήρυξε τήν σωτερική ποδέσμευση πό τά γκόσμια πλούτη, ετε ο νθρωποι τά κατέχουν ετε στερούμενοι τά ποθον. Συγχρόνως στηλίτευσε τήν πλεονεξία καί σπλαχνία τν πλουσίων, τήν δικία καί κμετάλλευση τν σχυρν.
Διατράνωσε τι πραγματικός πλοτος εναι πνευματικός, λευθερία πό τήν πλάνη καί τή σύγχυση, ποδέσμευση πό τά πάθη, τόν γωισμό καί τήν πολύμορφη μαρτία, νοηματοδότηση τς ζως καί το θανάτου. Τόνισε τι τό πλοτο το πνεύματος ποτελον πίστη, καταλλαγή μέ τό Θεό, χάρη το γίου Πνεύματος πού νοικε στόν χριστομίμητο νθρωπο. ποκάλυψε τι ληθινός πλοτος το νθρώπου συνίσταται στήν γάπη, ποία τόν κάνει κοινωνό τς ζως το Θεο.
Β´
Στόν ξέφρενο ρυθμό τς καταναλωτικς μας κοινωνίας, κόμη καί ορτή τν Χριστουγέννων χει γίνει γιά πολλούς μιά γιορτή καταναλωτική που δεσπόζει συσσώρευση καί πόλαυση λικν γαθν. τσι, δέν εναι δύσκολο νά διαπιστώσει κανείς καί σέ χριστιανικά κόμη περιβάλλοντα να εδος παράνοιας. Πολλοί χριστιανοί θαυμάζουν τόν λόγο καί τό ργο το Χριστο, λλά στήν πράξη υοθετον τή νοοτροπία τι μόνον πλοτος χει ξία. Γι’ ατό καί διαπιστώνουμε σέ πολλές κ παραδόσεως χριστιανικές χρες να χριστιανισμό μέ ραγισμένη τήν δια τήν πίστη, ραγισμένη τήν γάπη, τελικά μέ τραυματισμένη τήν ατοσυνειδησία του.
Σ’ ατή τήν κατάσταση, φωνή το γεννημένου στή φτώχεια Χριστο μέ παράπονο καί αστηρότητα ξακολουθε νά ρωτ: «Τί δέ μέ καλετε, Κύριε, Κύριε, καί ο ποιετε λέγω;»(Λουκ. 6,46). Μέ λόγο καί ργο συμπαραστάθηκα στούς φτωχούς καί ταπεινούς. πέμεινα στό χρέος τς λληλεγγύης πρός κάθε νθρωπο καί τό πεξέτεινα πέρα πό κάθε φυλετικό θρησκευτικό ριο, στόν γνωστο, στόν ξένο, τόν διαφορετικό. Ζήτησα νά εσθε φιλόστοργοι καί γενναιόδωροι πρός ατούς πού χουν νάγκη. Καθόρισα ς πρακτική ρχή τς ζως σας τό: «καθώς θέλετε, να ποισιν μῖν ο νθρωποι καί μες ποιετε ατος μοίως»(Λουκ. 6,31). Τί μέ φωνάζετε, Κύριε, Κύριε, καί δέν τηρετε σα σς λέω;
πνευματικός πυρήνας τς σημερινς γιορτς καλε σέ μιά νηφάλια πανεξέταση τς συμπεριφορς μας καί σέ ατοκριτική το ρυθμο τς ζως μας. Σέ μιά στροφή πρός τή λιτή ζωή, πού ζητε τήν λευθερία της πό τό παθιασμένο κυνήγι λικο πλούτου, πλασματικν ναγκν καί περιττν νέσεων.
Φωτίζει μέ ναν διαίτερο τρόπο τήν ξία το κάθε νθρώπου πού γιά ποικίλους λόγους ζε στήν νέχεια. Σέ σους βρισκόμαστε σέ δύσκολες συνθκες καί στερήσεις, χαρίζει ερήνη, ξιοπρέπεια καί μπιστοσύνη στόν Χριστό, τόν φίλο καί δελφό τῶν φτωχν, γιά νά σταθομε ρθιοι στή δοκιμασία. ξάλλου παρακινε λους μας -ετε χουμε πολλά ετε λίγα – νά δείξουμε μπρακτο νδιαφέρον πρός κάθε νθρωπο πού βρίσκεται σέ νάγκη ρχίζοντας πό τόν μεσο κύκλο τς γειτονις μας, τς χώρας μας, καί πεκτείνοντας τήν μβέλεια το νο καί τς καρδις μας γιά τήν νακούφιση τς φτώχειας που γς.
Καθώς διαμορφώνεται στόν αώνα μας μιά παγκόσμια λληλεξαρτώμενη κοινωνία, τό βασικότερο πρόβλημα εναι συνειδητοποίηση το χρέους πρός τούς φτωχούς, καί μπρακτη λληλεγγύη, μέσα στίς πόλεις μας, στά κράτη μας, λλά κόμη καί πό χώρα σέ χώρα, πό φυλή σέ φυλή, πό λαό σέ λαό. Δέν μπορομε πιά νά σχυριζόμαστε τι δέν ξέρουμε δέν μς φορ τὸ τι κατομμύρια παιδιά ζον μέσα σέ θλιες συνθκες, χωρίς τή στοιχειώδη θαλπωρή. τι πάνω πό 8οο κατομμύρια συνανθρώπων μας ποσιτίζονται, ν λλα 3 δισεκατομμύρια ζον μέ λιγότερα πό 2 ερώ τήν μέρα. Καί μάλιστα τι ρκετοί πό ατούς κινονται δίπλα μας μέ κόμη μικρότερο εσόδημα.
αστηρή κριτική το Μεγάλου Βασιλείου (Ες τό Καθελ μου τάς ποθήκας) διατηρε κπληκτική πικαιρότητα καί γιά τούς σημερινούς πλουσίους, τομα σύνολα: «άν ατόν πο γδύνει ναν καλοντυμένο τόν νομάζουμε λωποδύτη, κενον πο φήνει τόν λλο γυμνό, ν μπορε νά το προσφέρει ρουχισμό, διαφορετικά θά τόν νομάσουμε;». Καί συμπεραίνει: «στε, τόσους δικες, σους θά μποροσες νά βοηθήσεις» («στε, τοσούτους δικες, σους παρέχειν δύνασο»). Τή διάσταση ατή τς δικαιοσύνης καί τή δυναμική τῆς κοινωνικς λληλεγγύης φείλει διαχρονικά νά διακηρύσσει κκλησία το Χριστο, το περασπιστο τν φτωχν, σέ κάθε πίπεδο, τοπικό, διεθνές, παγκόσμιο.
«Δι’ μς πτώχευσε πλούσιος ν, να τῇ κείνου πτωχείᾳ πλουτήσητε». Κατ’ ξοχήν τίς μέρες ατές τν Χριστουγέννων κκλησία μς καλε νά λατρεύσουμε τόν Χριστό μέ περισσότερη μπιστοσύνη κι λπίδα. σοι πό μς βρισκόμαστε στή δοκιμασία τς φτώχειας, μέ τήν ασθηση τι στέκει δίπλα μας γιά νά μς χαρίσει ντοχή καί προστασία. σοι ζομε μέ νεση μς καλε νά Τόν πλησιάσουμε μέ τίμια ελάβεια, προσφέροντας χαρούμενα καί πλόχερα στούς κοντινούς καί μακρινούς πού δυστυχον – καί πό τό στέρημά μας.
Νά Τόν προσεγγίσουμε λοι μέ περισσότερη πίστη, γιά νά πλουτίσουμε μέ τήν πλότητα καί τήν γάπη Του, στε νά λυτρωθομε πό τήν πνευματική φτώχεια τς μαλθακς καί γωκεντρικς νοοτροπίας τς ποχς μας.
Χαρούμενα Χριστούγεννα, δελφοί μου! Χρόνια πολλά, καί διαίτερα ελογημένος νέος χρόνος. Μέ γενναιοδωρία καί περισσότερη προσπάθεια γιά τήν νακούφιση τς φτώχειας γύρω μας. Μέ στόχο, μιά κοινωνία ληθινς λληλεγγύης.
 *(ναστασίου, ρχιεπισκόπου Τιράνων καί πάσης λβανίας, «Θεός φανερώθη ν σαρκί…». κδ. Μαΐστρος, 2006)