Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

Ανωνύμου, Περί της ξενιτείας



1. Και παλαβούς τους λέγουσιν τους ξένους εις τα ξένα,
βρίζουν και ονειδίζουν τους και πάντα υπομένουν.
Γίνεται ο ξένος του μωρού σαμάριν και καθίζει.
Φίλον δεν έχει να το πη, το πράγμα να θαρρέση,
μήνα ευρή παρηγορίαν εκ την αδημονίαν.
Ονειδισμούς προσδέχεται και ύβρεις υπομένει,
και μόνος του ο άθλιος ηξεύρει τι βαστάζει·
και πάντας τους ελεεινούς όλοι τρελούς τους λέσιν.
 «Περί της ξενιτείας», 56-63. Τα «Περί της ξενιτείας» ποιήματα. Δήμος Ηρακλείου-Βικελαία Βιβλιοθήκη, 1995. 122.