Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Κυριακή τοῦ Παραλύτου


        Κυριακή τοῦ Παραλύτου

         π. Χρήστου Ζαχαράκη



«Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω...»

Στὸ δοξαστικὸ τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς τοῦ Θωμᾶ, ὁ ὑμνογράφος σὲ μιὰ καταπληκτικὴ καὶ μοναδική, νομίζω, εἰκόνα,  παρουσιάζει τὸν Θωμᾶ νὰ θέλει νὰ δεῖ τὴν πληγή τοῦ Κυρίου, μὲ τὴν ὁποία «ἰάθη τὸ μέγα τραῦμα, ὁ ἄνθρωπος». Τὸ «μέγα τραῦμα», ἡ μεγάλη πληγή, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος! Μεταφερόμαστε δυὸ Κυριακὲς ἀργότερα, στὴ διήγηση τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Κυριακῆς τοῦ Παραλύτου· ἕνας ἄνθρωπος βασανιζόταν μέσα στὴν ἀρρώστια του, ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι του, γιὰ  τριανταοχτώ ὁλόκληρα χρόνια.
Κρεβάτι μπορεῖ νὰ εἶναι πράγματι μιὰ σωματικὴ ἀσθένεια, ποὺ μᾶς ταλαιπωρεῖ χρόνια ὁλόκληρα. Ὅμως ἡ σωματικὴ ἀσθένεια, ὅταν τὴ σηκώνει κανεὶς μὲ καρτερία καὶ ὑπομονή, ὄχι μόνο δὲν ἀποκλείει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ τὴν ἐνδυναμώνει, μεταβάλλοντας τὸ μαρτύριο τοῦ πόνου σὲ μαρτυρία «τοῦ πλήθους τῶν οἰκτιρμῶν» τοῦ Κυρίου. Κρεβάτι πάλι μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ,τιδήποτε μᾶς κρατάει δέσμιους, ὁ,τιδήποτε γίνεται ἡ ἁμαρτία μας, τὴν ὁποία δὲν θέλουμε ν᾽ ἀποχωριστοῦμε, ὡς ἄλλοθι τῆς πνευματικῆς μας παραλυσίας.   Κρεβάτι μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ἡ βόλεψή μας, τὴν ὁποία ἀνάλογα μὲ τὶς περιστάσεις μποροῦμε νὰ τὴν ἀλλάζουμε, ἀρκεῖ νὰ μὴν τὴν χάσουμε.
Ἡ πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ στὴ θεραπεία, ἀποτελεῖ ταυτόχρονα καὶ πρόκληση ποὺ ἀπογυμνώνει τὸν παράλυτο, ὁ ὁποῖος ὁμολογεῖ: «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν».  Ἡ ἀπάντηση τοῦ Παραλύτου ἀποτυπώνει μὲ τὸν ἀκριβέστερο τρόπο τὴ φύση τῆς ἁμαρτίας· ἁμαρτία εἶναι νὰ μένεις μόνος, νὰ μὴν κοινωνεῖς μὲ κανένα, νὰ μὴν ἀγαπᾶς, ἁμαρτία εἶναι ἡ πνευματικὴ καὶ ψυχικὴ ἀκινησία. «Ἄταφο νεκρό» χαρακτηρίζει ὁ ὑμνογράφος τὸν παράλυτο, ὄχι βέβαια ἐξαιτίας τῆς σωματικῆς του ἀσθένειας, ἀλλὰ λόγω τῆς ἀδυναμίας του νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του καὶ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ περιμένει τὸ θαῦμα χωρὶς ν᾽ ἀγαπᾶ. Ὅμως τὸ θαῦμα δὲν εἶναι ἡ μαγικὴ λύση, τὸ θαῦμα εἶναι πάντα τὸ ξεχείλισμα τῆς ἀγάπης, ποὺ ἀνασταίνει τὴ ζωή. Ὁ ὑμνογράφος καὶ πάλι μᾶς δίνει τὴν ἑρμηνεία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ θαῦμα, ἀποκλείοντας κάθε ὑποψία μαγείας: «Κύριε, τὸν Παράλυτον οὐχ ἡ κολυμβήθρα ἐθεράπευσεν, ἀλλ᾽ ὁ σὸς λόγος ἀνεκαίνισε…». Ἐκεῖνος ποὺ μᾶς βάζει στὴν κολυμβήθρα εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ὁ ἄγγελος ὑπάρχει πάντοτε, γιὰ νὰ ἀνανεώνει τὴν κλήση τῆς σωτηρίας μας, ἀλλὰ ἡ σωτηρία δὲν ἔρχεται, γιατί περιμένουμε νὰ μᾶς σώσει κάποιος ἄλλος… Ὁ Ἄλλος ὅμως ἔχει ἔρθει: «Διὰ σὲ ἄνθρωπος γέγονα, διὰ σὲ σάρκα περιβέβλημαι, καὶ λέγεις ἄνθρωπον οὐκ ἔχω;»
  Μπορεῖ νὰ εἴμαστε μέλη τῆς Ἐκκλησίας γιὰ χρόνια ὁλόκληρα, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ νὰ μὴν ἔχουμε γνωρίσει τὸ Χριστὸ, ὁ λόγος του νὰ μὴν μᾶς ἄγγιξε ποτέ. Ἡ πίστη μας ὅταν δὲν εἶναι μεταστροφή καὶ μετά-νοια δὲν ἀρκεῖ, δὲν ἀρκεῖ τὸ νὰ εἴμαστε «καλοί χριστιανοί». Ἡ τυπική τήρηση τῶν κανόνων γίνεται τὸ κρεβάτι, ποὺ μᾶς ἀναπαύει, μὰ καὶ ποὺ μᾶς πονάει … Ὁ Παράλυτος σώθηκε μόνον ὅταν γνώρισε τὸ Χριστό! Κι ὅταν γνωρίζεις τὸ Χριστὸ δὲν μπορεῖς νὰ λές: «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω...». Ὅταν γνωρίσεις τὸ Χριστὸ βγαίνεις ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, ἀγαπᾶς, σώζεσαι, γιατί «πάντα σοι δυνατά, πάντα ὑπακούει, πάντα ὑποτέτακται…». Ὅταν γνωρίσεις τὸ Χριστὸ, ἀγαπᾶς ὅ,τι ἀγαπάει κι ὁ Χριστός, θυσιάζεσαι, πονᾶς, σταυρώνεσαι κι ἀνασταίνεσαι… Ὅμως ἡ ἀνάσταση δὲν εἶναι δικό μας κατόρθωμα, εἶναι τοῦ Χριστοῦ… Δικό μας εἶναι, -ἄν τὸν σηκώνουμε-  μονάχα ὁ σταυρός…

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων


Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων
    π.Χρήστου Ζαχαράκη


Πολλές φορές ἀδικοῦμε κάποιους ὅταν τοὺς προσάπτουμε κάποιο χαρακτηρισμό, ποὺ δὲν ἀντιστοιχεῖ οὔτε στὸ βαθμό οὔτε στὴ μορφή ποὺ τὸ ἐννοοῦμε. Ἡ ἀπιστία ἤ ἡ ὁλιγοπιστία τοῦ Θωμᾶ ἦταν πολὺ λιγότερη ἀπὸ τὴ δική μας καὶ ἴδια μὲ τῶν ὑπόλοιπων μαθητῶν, ποὺ σχεδὸν ἐξαφανίστηκαν στὰ δύσκολα. Ὁ Ἰωάννης, ὁδηγούμενος ἀπὸ τὴ μεγάλη ἀγάπη του γιὰ τὸν Κύριο, ἀλλὰ χρησιμοποιώντας καὶ τὶς γνωριμίες του, παρακολουθοῦσε ἀπὸ κοντά τὰ γεγονότα μέχρι καὶ τὸ σταυρό, ὅταν «ησος ον δν τν μητέρα κα τν μαθητν παρεσττα ν γάπα, λέγει τ μητρί ατο· Γύναι, δε υἱός σου,   ετα λέγει τ μαθητ· δο μήτηρ σου». Ὁ Πέτρος ποὺ πρωτοστατοῦσε στὸ ζῆλο καὶ στὴν προθυμία, χρειάστηκε τὸ λάλημα τοῦ κόκορα καὶ τὸ βλέμμα τοῦ Ἰησοῦ γιὰ νὰ συνέλθει καὶ νὰ ξεσπάσει στὸ κλάμα. Μόνο δυὸ κρυφοί «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων» μαθητές, ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας καὶ ὁ Νικόδημος, ὅταν «πέπαυται τόλμα Μαθητῶν», ζήτησαν τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸν Πιλάτο γιὰ νὰ ἐνταφιάσουν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Ἔπρεπε δηλαδὴ κάτι, καὶ στὴν προκειμένη περίπτωση ὁ θάνατος, νὰ τοὺς συνταράξει κι αὐτοὺς, γιὰ ν᾽ ἀποφασίσουν πὼς ὁ θάνατος καὶ ἡ ζωὴ εἶναι πάνω ἀπὸ κάθε κοινωνικὴ θέση καὶ κοινωνικὸ φραγμό, πάνω ἀπὸ κάθε βόλεμα.
Ὅταν ὁ φόβος καὶ οἱ «λογικοὶ» ὑπολογισμοὶ βασάνιζαν τὸ μυαλὸ τῶν μαθητῶν, οἱ Μυροφόρες γυναῖκες ἔδειχναν πὼς τὶς μεγάλες ὑπερβάσεις τὶς κάνει πάντα ἡ καρδιά! Ἡ καρδιὰ, ποὺ ὁδηγημένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ἀψηφᾶ κάθε «λογικὸ» κοινωνικό φραγμό καὶ ὅριο, ποὺ ἀψηφᾶ τὸν ἴδιο τὸ θάνατο. Καὶ τὸ θάνατο μονάχα ἡ ἀγάπη μπορεῖ νὰ τὸν ἀψηφήσει… Μόνο οἱ γυναῖκες θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, γιατὶ εἶναι αὐτὲς ποὺ ὑπηρετοῦν τὴ ζωή, εἶναι αὐτὲς ποὺ ἀκολουθοῦν, πότε μὲ τὸν πόνο καὶ πότε μὲ τὴ χαρὰ,  ὁλόκληρο τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς, σ᾽ὁλόκληρη τὴν πορεία του, ἀπὸ τὰ σπλάχνα τους μέχρι τὰ σπλάχνα τῆς γῆς, κι ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς γῆς μέχρι τὴν Ἀνάσταση! Γι᾽  αὐτὲς ἡ Ἀνάσταση δὲν εἶναι ὑπόθεση, ἀλλὰ προσδοκία

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Fairuz, Ἐγκώμια


Μεγάλη Παρασκευή


Ἐπισκόπου, Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ
Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης




Ὁμιλία εἰς τὴν Ἀποκαθήλωσιν*

Ἀλλὰ τὶ εἶναι ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου τὸ γνωρίζουν καλὰ ἐκεῖνοι ποὺ τὸν σηκώνουν. Οἱ ἄλλοι φιλολογοῦν μόνον περὶ τοῦ Σταυροῦ, χωρὶς νὰ δύνανται νὰ ἐννοήσουν τὸν ἀγῶνα τῶν ἐσταυρωμένων, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνωνται πῶς οἱ ἐσταυρωμένοι εἶναι δυνατὸν νὰ χαίρουν εἰς τὴν θλίψιν των καὶ νὰ καυχῶνται εἰς τὸν Σταυρὸν των. Εἶναι πολὺ μεγάλο πρᾶγμα νὰ εἶναι κανεὶς χριστιανός, νὰ σηκώνη τὸν χρηστὸν ζυγὸν τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ καυχᾶται ἐν τῷ Σταυρῷ τοῦ Κυρίου. Ἐν τούτοις τὰ πράγματα ἔχουν λάβει μίαν τοιαύτην τροπὴν εἰς τὸν καιρόν μας, ποὺ ὁ χριστιανισμὸς, διὰ νὰ κερδίση δῆθεν τοὺς ἀνθρώπους, κηρύσσεται ὑπὸ πολλῶν χωρὶς Σταυρόν καὶ χωρὶς θλῖψιν. Ὡσὰν ἕνα φιλοσοφικὸν σύστημα καὶ ὡσὰν μία κοινωνικὴ θεωρία, ποὺ ὑπόσχεται νὰ λύση τὰ προβλήματα τῶν ἀνθρώπων εἰς τοῦτον τὸν κόσμον καὶ νὰ ἐξασφαλίση εἰς αὐτοὺς τροφήν, ἐνδυμασίαν καὶ στέγην, ἀκόμη δὲ καὶ ψυχαγωγίαν...
Κανεὶς δὲν προτρέπει τοὺς ἀνθρώπους νὰ σταυρωθοῦν, νὰ πονέσουν, νὰ μετανοήσουν, νὰ κλαύσουν· ἀλλ᾽ ἀντιθέτως ὅλοι κηρύσσουν ἕνα κοινωνικὸν χριστιανισμὸν καὶ παρέχουν εἰς τὸν κόσμον ματαίας ἐλπίδας. Ὅμως, διὰ νὰ μὴ σηκώσουν κάποτε οἱ λαοὶ τὸν σταυρὸν τῆς δουλείας καὶ τοῦ ἐξανδραποδισμοῦ, πρέπει νὰ σηκώσουν τώρα οἱ ἄνθρωποι τὸν Σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι θλῖψις ἐν τῷ κόσμῳ καὶ καύχησις ἑν τῷ Κυρίῳ. Κατ᾽ ἄλλον τρόπον δὲν γίνεται καὶ ἄλλος δρόμος δὲν ὑπάρχει· εἰδεμὴ καὶ ὑπάρχει ἄλλος δρόμος σωτηρίας, χωρὶς Σταυρὸν καὶ χωρὶς θλῖψιν, τότε ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι Χριστός, ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου, τότε ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δωρεὰν ἀπέθανεν ἐν τῷ Σταυρῷ...
Ποῖος τώρα δύναται νὰ ἀναπολήση εἰς τὴν σκέψιν του καὶ νὰ φέρη ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν του τὴν στρατιὰν τῶν ἐσταυρωμένων μέσα εἰς τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων; Ποῖος δύναται νὰ μετρήση τὸ πλῆθος τῶν θλιβομένων; Ὄχι ἐκείνων ποὺ θλίβονται, διότι δὲν δύνανται νὰ κερδήσουν καὶ νὰ ἀπολαύσουν τὸν κόσμον, ἀλλὰ ἐκείνων ποὺ λευκαίνουν τὰ ἱμάτιά των ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἀρνίου, ἐκείνων ποὺ σηκώνουν τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου καὶ προχωροῦν εἰς μίαν ἀτελεύτητον σειράν, ποὺ πίπτουν εἰς τὸν δρόμον των καὶ πάλιν ἐγείρονται, ποὺ αἰσθάνονται μίαν χαρὰν καὶ μίαν καύχησιν εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ τὴν θλῖψιν των, τὴν χαρὰν καὶ τὴν καύχησιν τῶν ἁγίων. Αὐτὴν τὴν χαρὰν καὶ αὐτὴν τὴν καύχησιν δὲν θὰ τὴν αἰσθανθοῦν ποτὲ οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου, ἐκεῖνοι ποὺ καὶ ὅταν λέγουν ὅτι εἶναι χριστιανοί, δὲν ἀνέχονται τὸν Σταυρὸν καὶ δὲν συμβιβάζονται εἰς τὴν ζωὴν μὲ τὴν θλῖψιν. Ἀλλ᾽ αὐτοὶ εἶναι οἱ θέλοντες εὐπροσωπῆσαι ἐν σαρκί· θεωροῦν τὸν χριστιανισμὸν ὡς μίαν καλὴν τακτοποίησιν εἰς τὸν βίον των καὶ ὡς μίαν εὐκαιρίαν εὐδοκιμήσεώς των ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων. Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν ἐπιφανειακὴν αὐτὴν τοποθέτησιν, εἶναι ἀπρόσιτον τὸ βάθος καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς θλίψεως τοῦ Σταυροῦ. Τόσον δὲ περισσότερον τὸ πλησιάζει καὶ τὸ φθάνει κανείς, ὅσον περισσότερον σταυρώνεται, ὅσον περισσότερον ἐπωμίζεται ἑκουσίως τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου, ὡς ὑπόμνησιν συνεχῆ καὶ συναίσθησιν εὐθύνης καὶ χρέους ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων, ὡς ἀγῶνα ἁγιασμοῦ καὶ ἀποστολὴν ἀγάπης. Καὶ ἡμεῖς σήμερον τόσον ὀλιγώτερον θὰ δυνηθῶμεν νὰ κατανοήσωμεν τὸ μυστήριον τῆς θείας σταυρώσεως, ὅσον ὀλιγώτερον ἔχομε σηκώσει μὲ συνέπειαν εἰς τὴν ζωήν μας τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου, ὅσον ὀλιγώτερον ἐπονέσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν διὰ τὴν ἀσυνέπειάν μας αὐτήν, ὅσον ὀλιγώτερον ἐζητήσαμεν συγχώρεσιν ἀπὸ τὸν Θεόν διὰ τὰς παραβάσεις μας καὶ συγγνώμην ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους διὰ τὰς παραλείψεις μας. Ὅλα ταῦτα ὑπάρχοντα συνιστοῦν τὴν θλῖψιν τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸ κατὰ Θεὸν πένθος, εἶναι τὸ ὑγιὲς καὶ εἰλικρινὲς κήρυγμα περὶ τοῦ Σταυροῦ, εἶναι αὐτὸς ὁ Σταυρός, ποὺ τὸν σηκώνουν οἱ ἁμαρτωλοί πορευόμενοι τὴν ὁδὸν τῆς ἁγιωσύνης.


* Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία στὸν Ἱ. Ναὸ Ἁγίου Νικολάου Κοζάνης τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ 1961

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Μυσταγωγών Σου - Γ. Κωνσταντινου

http://youtu.be/XmemntXDelo

Μεγάλη Τετάρτη


Ἱερὸ Εὐχέλαιο

τὸ στόμα αὐτῶν τῆς Σῆς αἰνέσεως πλήρωσον...


Ναί, Δέσποτα Κύριε, ἐπάκουσόν μου τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ ὑπέρ τῶν δούλων Σου τούτων· πάριδε, ὡς ἀμνησίκακος Θεός, τὰ παραπτώματα αὐτῶν ἅπαντα· ἀπάλλαξον αὐτούς τῆς αἰωνίου κολάσεως· τὸ στόμα αὐτῶν τῆς Σῆς αἰνέσεως πλήρωσον· τὰ χείλη αὐτῶν ἄνοιξον πρὸς δοξολογίαν τοῦ ὀνόματός Σου· τὰς χεῖρας αὐτῶν ἔκτεινον πρὸς ἐργασίαν τῶν ἐντολῶν Σου· τοὺς πόδας αὐτῶν πρὸς τὸν δρόμον τοῦ Εὐαγγελίου Σου κατεύθυνον, πάντα αὐτῶν τὰ μέλη καὶ τὴν διάνοιαν τῇ Σῇ κατασφαλιζόμενος χάριτι. (στ´ εὐχή τοῦ Εὐχελαίου).