Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

 (Ἰω. 17, 1-14)

Ἡ αὐριανή εὐαγγελική περικοπή, πού διαβάζεται στή θεία Λειτουργία, εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὕστερ’ ἀπό τό μυστικό Δεῖπνο, ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὡμίλησε πρός τούς Ἀποστόλους καί τούς ἔδωκε τίς τελευταῖες του ὑποθῆκες. Μετά τήν ὁμιλία του ὁ αἰώνιος καί Μέγας Ἀρχιερέας τῆς Ἐκκλησίας, «ἐπῆρε τούς ὀφθαλμούς αὐτοῦ εἰς τόν  οὐρανόν...»[1], σήκωσε τά μάτια του στόν οὐρανό κι ἄρχισε νά ὁμιλῆ μέ τόν  οὐράνιο Πατέρα. Ἡ ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι καί τά δύο· καί προσευχή καί «διάλεξις», καθώς ἑρμηνεύουν οἱ ἱεροί Πατέρες. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός σάν ἄνθρωπος προσεύχεται στό Θεό, καί σάν Υἱός συνομιλεῖ μέ τόν  Πατέρα.
«Ἐκεῖνο τόν  καιρό σήκωσε ὁ Ἰησοῦς τά  μάτια του στόν οὐρανό καί εἶπε· «Πατέρα, ἦλθε ἡ ὥρα· δόξασε τόν  υἱό σου, κι ὁ υἱός σου θά  σέ δοξάση, μέ τήν ἐξουσία πού τοῦ ἔδωκες ἐπάνω σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους νά δώση στόν καθέναν ἀπ’ αὐτούς ζωή αἰώνιο. Κι αὐτή εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή, νά γνωρίσουν ἐσένα, πού εἶσαι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός, καί τόν  Ἰησοῦ Χριστό πού ἔστειλες στόν κόσμο. Ἐγώ  σέ δόξασα στή γῆ, τέλειωσα τό ἔργο πού μο ἔδωκες νά κάμω· καί τώρα δόξασέ με σύ, Πατέρα, μέ κείνη τή δόξα πού εἶχα κοντά σου πρίν κτίσεως κόσμου. Ἐφανέρωσα τό ὄνομά σου στούς ἀνθρώπους, πού μο ἔδωκες ἀπό τόν  κόσμο· δικοί σου σαν καί τούς ἔδωκες  σέ μένα κι αὐτοί φύλαξαν τό λόγο σου. Τώρα κατάλαβαν πώς ὅλα ὅσα δόθηκαν  σέ μένα εἶναι ἀπό σένα γιατί ἐγώ τούς ἔδωκα τά  λόγια πού μο ἔδωκες κι αὐτοί τά  πῆραν καί κατάλαβαν πώς ἐγώ βγῆκα στ’ ἀλήθεια ἀπό σένα καί πίστεψαν πώς ἐσύ μέ ἔστειλες. Ἐγώ γι’ αὐτούς παρακαλῶ· δέν παρακαλῶ γιά τόν  κόσμο, μά γι’ αὐτούς πού μο ἔδωκες, γιατί δικοί σου εἶναι. Κι ὅλα τα  δικά μου εἶναι δικά σου καί τά  δικά σου εἶναι δικά μου, κι ἔχω δοξασθῆ ἀνάμεσα σ’ αὐτούς. Καί δέν εἶμαι πιά στόν κόσμο, αὐτοί ὅμως εἶναι στόν κόσμο κι ἐγώ ἔρχομαι πρός ἐσένα. Πατέρα ἅγιε, αὐτούς πού μοῦ ἔδωκες φύλαξέ τους στό ὄνομά σου, γιά νά εἶναι ἕνα καθώς ἐμεῖς. Ὅταν ἤμουν μαζί τους, ἐγώ τούς φύλαγα στό ὄνομά σου· αὐτούς πού ἔδωκες τούς φύλαξα καί κανένας ἀπ’ αὐτούς δέν χάθηκε παρά μόνο ὁ υἱός τῆς ἀπώλειας, κι ἔτσι ἐκπληρώθηκε ἡ γραφή. Καί τώρα ἔρχομαι  σέ σένα καί τά  λέγω αὐτά, ἐνῶ ἀκόμα εἶμαι στόν κόσμο, γιά νά εἶναι ἡ ψυχή τους γεμάτη ἀπό τή δική μου χαρά».
Τρεῖς φορές τό χρόνο ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει μνῆμες Πατέρων· τήν ἕκτη τώρα Κυριακή μετά τό Πάσχα, μιά Κυριακή μέσα στό μῆνα Ἰούλιο καί μιά Κυριακή μέσα στό μῆνα Ὀκτώβριο. Αὐτό δείχνει πόσο ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τούς γίους Πατέρες, ἀφοῦ καί ὀνομάζεται χαρακτηριστικά Ἐκκλησία Πατέρων, τό ἴδιο ὅπως ὀνομάζεται Ἐκκλησία Μαρτύρων. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κληρικοί ὅλων τν βαθμῶν, Ἐπίσκοποι, Πρεσβύτεροι, Διάκονοι, ἀκόμα δέ καί ἁπλοί μοναχοί· ὄχι ἁπλῶς σοφοί καί, καθώς λέμε σήμερα, μορφωμένοι καί διανοούμενοι, ἀλλά ἄνθρωποι πνευματικῆς πείρας καί ἁγιωσύνης. Σήμερα στόν καθένα, πού μπορεῖ νά λέγη καί νά γράφει πέντε λόγια, πού ἀσχολεῖται μέ τά  γράμματα καί τίς τέχνες, εὔκολα χαρίζομε τόν  τίτλο τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου. Ὅμως πνευματικότητα εἶναι πείρα ἁγιωσύνης, κι αὐτό εν’ ἕνα ἀπό τά  γνωρίσματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄνθρωποι μέ ὀρθόδοξο φρόνημα, μέ ἁγιότητα βίου καί μέ πνευματική πείρα.
Ἀλλά, ὅταν λέμε πς ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἐκκλησία Πατέρων, ἐννοοῦμε πς ἡ ὀρθόδοξη πίστη μας εἶναι διδαχή καί παράδοση τῶν γίων Ἀποστόλων, πού φτάνει  σέ μᾶς μέ ἐγγύηση καί κρος διαμέσου τῆς ἑρμηνείας τῶν γίων Πατέρων. Στό Σύμβολο τῆς πίστεως ὁμολογοῦμε πς ἡ μία καί γία καί καθολική Ἐκκλησία εἶναι ἀποστολική· εἶναι δηλαδή ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μέ τή διδαχή καί τήν παράδοση τῶν γίων Ἀποστόλων. Αὐτή τήν ἀποστολική παράδοση ἡ Ἐκκλησία τήν κατέχει διαμέσου τῶν ἁγίων Πατέρων. Οἱ Πατέρες εἶναι οἱ γέφυρες ἀπό τίς ποες περνᾶ καί διαιωνίζει στήν Ἐκκλησία ἡ ἀποστολική παράδοση. Ὅταν λέμε λοιπόν τήν Ἐκκλησία ἀποστολική, εἶναι τό ἴδιο σάν καί νά λέγαμε πατερική· οἱ Πατέρες μέσα στήν Ἐκκλησία ἐγγυῶνται γιά τήν ἀποστολικότητα τῆς πίστεως καί γιά τήν ὀρθοδοξία. Ὀρθοδοξία θά πῆ πατερική παράδοση. Τό βλέπομε αὐτό στόν τρόπο, μέ τόν  ὁποῖο διατυπώνονται οἱ ἀποφάσεις τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ ἀπόφαση τῆς τέταρτης οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀρχίζει ἔτσι· «Ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσι...». Τό ἴδιο καί ἡ ἀπόφαση τῆς ἕβδομης οἰκουμενικῆς Συνόδου· «Ἐπακολουθοῦντες τῇ θεηγόρῳ διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων μῶν καί τῇ παραδόσει τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας...». Αὐτά θά ποῦν πώς οἱ Πατέρες, ἡ διδασκαλία τους δηλαδή, εἶναι τό ποτάμι, πού ρέει πάντα μέσα στήν ἴδια κοίτη τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης.
Στήν εὐαγγελική περικοπή, πού διαβάζεται αὔριο στή θεία Λειτουργία καί τήν ἀκούσαμε τώρα  σέ μετάφραση, ὁ Ἰησοῦς Χριστός προσεύχεται πρός τόν  οὐράνιο Πατέρα γιά τούς μαθητές του καί γιά τήν Ἐκκλησία. Οἱ μαθητές του εν’ ἐκεῖνοι πού τοῦ δόθηκαν ἀπό τόν  Πατέρα· τούς δίδαξε καί τούς φύλαξε καί δέν χάθηκε ἀπ’ αὐτούς παρά μόνο «ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας»[2], ἐκεῖνος πού ἀπό μόνος του προτίμησε καί θέλησε νά χαθῆ. Ἦλθε ἡ ὥρα κι ὁ διδάσκαλος τώρα θά φύγη, ἐνῶ οἱ μαθητές του θά μείνουν, σηκώνοντας τό βάρος μιᾶς τιμῆς καί μιᾶς εὐθύνης. Ἡ τιμή τους εἶναι ὅτι τούς κάλεσε ὁ Θεός· ἡ εὐθύνη τους ὅτι, μένοντας αὐτοί στόν κόσμο, πρέπει νά ποιμάνουν τήν Ἐκκλησία. Καί πρτ’ π’ ὅλα νά μείνουν ἑνωμένοι καί νά κρατήσουν ἑνωμένους τούς πιστούς. Ἡ Ἐκκλησία πρίν ἀπ’ ὅλα εἶναι μία, καί δέν μπορεῖ νά εἶναι οὔτε ἁγία οὔτε καθολική οὔτε ἀποστολική, ἄν δέν εἶναι μία. Μά ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν φυλάγεται παρά μέ τήν ἑνότητα τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας κι αὐτό πάλι δέν γίνεται παρά μέ τό φόβο καί τή δύναμη καί τό φόβο τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό προσεύχεται ὁ Μέγας Ἀρχιερέας· «Τήρησον αὐτούς ἐν τῷ ὀνόματί σου, οὕς δέδωκάς μοι, να ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς»[3] · αὐτούς πού μο ἔδωκες φύλαξέ τους στό ὄνομά σου, γιά νά εἶναι ἕνα, καθώς εἴμαστε ἐμεῖς.
Αὐτό τό ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Κυρίου εἶναι ἕνα ἄρτιο ποιμαντικό κείμενο. Φτάνει νά τό διαβάσουμε προσεκτικά, γιά νά δοῦμε σ’ αὐτό τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τί εἶναι οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας καί ποιό εἶναι τό ἔργο τους. Γι’ αὐτό καί διαλέχτηκε νά διαβάζεται στή μνήμη τῶν ἁγίων Πατέρων, πού εἶναι οἱ ποιμένες καί διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, διάδοχοι τν ἁγίων Ἀποστόλων. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μιά ἀνθρώπινη ὀργάνωση· εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου»[4]· δέν ἔχει ἐγκόσμια προέλευση καί δέν στηρίζεται  σέ συνθῆκες τοῦ κόσμου τούτου ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Μάρτυρες, οἱ Προφῆτες, οἱ Ἱεράρχες, οἱ Ὅσιοι καί οἱ Δίκαιοι, ὅλος ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, πού συγκροτοῦν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἕνας - ἕνας χωριστά, ὡς πρόσωπα καί μέλη τοῦ σώματος, κι ὅλοι μαζί τ σῶμα, μέ κεφαλή τόν  Ἰησοῦ Χριστό! Πρώτη ἰδιότητα καί γνώρισμα αὐτοῦ το σώματος, γιά νά ὑπάρχη καί νά ζῆ, εἶναι ἡ ἑνότητα, ἡ Ἐκκλησία νά εἶναι μία. Οἱ αἱρέσεις καί τά  σχίσματα εἶναι ὁ μεγάλος ἐσωτερικός ἐχθρός τς Ἐκκλησίας, πού λυμαίνεται καί καταστρέφει τήν ἑνότητά της. Κι αὐτό ὑπῆρξε  καί εἶναι πάντα το πρῶτο  καί κύριο ἔργο τῶν Πατέρων καί Ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι κράτησαν δηλαδή  καί κρατοῦν ἑνωμένη τήν Ἐκκλησία  καί ἀδιαίρετο τ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Στήν προσευχή του, πού συνεχίζεται καί μετά τήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή, πέντε φορές ὁ Μέγας Ἀρχιερέας παρακαλεῖ τόν  οὐράνιο Πατέρα γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας· «να ὦσιν ν καθώς μεῖς». Καί πρέπει ἀκριβῶς ἐδῶ νά προσέξουμε στό «καθώς μεῖς»· πρότυπο δηλαδή τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἑνότητα  καί ἀπόλυτη συμφωνία τῶν τριῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας, πού εἶναι ὁ ἕνας  καί ἀληθινός Θεός.
Κάθε φορ πού ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν μνήμη τῶν γίων Πατέρων τιμᾶ ὅλους τούς Πατέρες καί Ποιμένες της, τούς ἀρχαίους καί τούς νέους, τούς ἐπιφανεῖς καί τούς ἀφανεῖς· τόν  κάθε μεγάλο, μά καί τόν  κάθε μικρό καί ταπεινό ἱερέα, πού ἔζησε μέ τό βάρος τῆς ἱερωσύνης καί μέ τή βαθειά συναίσθηση τῆς εὐθύνης ἀπέναντι τν ἀνθρώπων, πού τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Μέγας Ἀρχιερέας τῆς Ἐκκλησίας. Τό πιό μεγάλο κακό στήν Ἐκκλησία εἶναι ἡ αἵρεση καί τό σχίσμα καί τό πιό μεγάλο κρίμα γιά τόν  ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐξαιτίας του νά διχασθοῦν οἱ πιστοί, εἴτε γιά κακοδιδασκαλία εἴτε γιά φιλοδοξία εἴτε γιά ἀμέλεια καί ἀπροσεξία στό βίο του εἴτε γιά ὁποιαδήποτε ἄλλη κακή γνώμη του καί πράξη. Ἡ Ἐκκλησία τούς κακούς ποιμένες τούς ἀναθεματίζει, τούς καλούς τος τιμᾶ καί τούς ἑορτάζει· εἶναι οἱ Ποιμένες καί Διδάσκαλοι καί Πατέρες. Ἀμήν.



[1] Ἰω. 17,1
[2] Ἰω. 17,12
[3] Ἰω. 17,11
[4] Ἰω. 8,23.

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Καί ἡ αὐριανή εὐαγγελική περικοπή εἶναι ἐπίσης πολύ ἐκτεταμένη, ὥστε δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά ὁμιλήσουμε περισσότερο ἐπάνω στόν  εὐαγγελικό λόγο. Ἀλλά νομίζομε πώς δέν εἶναι λίγο, ἄν προσέξουμε στό ἴδιο τό ἱερό κείμενο καί  στό τέλος προσθέσουμε λίγα δικά μας σχόλια. Θά προσπαθήσουμε λοιπόν σέ μιά ὅσο μποροῦμε πιό πιστή καί  στρωτή μετάφραση νά ἀποδώσουμε στή νεοελληνική δημοτική γλώσσα τήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή.
«Ἐκεῖνο τόν  καιρό, καθώς περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο, πού ἦταν τυφλός ἀπό γεννησιμιοῦ του. Τόν  ρώτησαν τότε οἱ μαθητές του καί  τοῦ εἶπαν «Διδάσκαλε, ποιός ἁμάρτησε, αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του γιά νά γεννηθῆ τυφλός;». Ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Οὔτε αὐτός ἁμάρτησε οὔτε οἱ γονεῖς του, μά γεννήθηκε τυφλός, γιά νά φανερωθοῦν σ’ αὐτόν τά ἔργα τοῦ Θεοῦ. Ἐγώ πρέπει νά ἐργάζωμαι τά ἔργα ἐκείνου πού μ’ ἔστειλε, ὥσπου ἀκόμα εἶναι ἡμέρα· ἔρχεται νύχτα, ὅπου κανένας δέν μπορεῖ νά ἐργάζεται. Ὅταν εἶμαι στόν  κόσμο, φῶς εἶμαι τοῦ κόσμου». Ἀφοῦ εἶπε αὐτά, ἔφτυσε χάμω καί  μέ τό σάλιο ἔκανε λάσπη κι ἔβαλε τή λάσπη ἐπάνω στά μάτια τοῦ τυφλοῦ καί  τοῦ εἶπε· «Πήγαινε νά νιφτῆς στή δεξαμενή τοῦ Σιλωάμ», Σιλωάμ στά ἑλληνικά θά πῆ «ἀπεσταλμένος». Πῆγε λοιπόν καί  νίφτηκε κι ἦλθε βλέποντας. Οἱ γείτονές του λοιπόν κι ἐκεῖνοι πού τόν  ἔβλεπαν κι ἤξεραν πώς πρῶτα ἦταν τυφλός, ἔλεγαν· «Αὐτός δέν εἶναι, πού καθόταν καί  ζητιάνευε;». Ἄλλοι ἔλεγαν πώς αὐτός εἶναι· ἄλλοι πώς εἶναι ὅμοιός του· ἐκεῖνος ἔλεγε πώς «ἐγώ εἶμαι». Τοῦ ἔλεγαν λοιπόν· «Πῶς ἀνοίχτηκαν τά μάτια σου;». Ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος καί  εἶπε· «Ἕνας ἄνθρωπος, πού λέγεται Ἰησοῦς, ἔκαμε λάσπη κι ἔβαλε ἐπάνω στά μάτια μου καί  μοῦ εἶπε· ‘Πήγαινε στή δεξαμενή τοῦ Σιλωάμ καί  νίψου’. Πῆγα λοιπόν καί  νίφτηκα κι εἶδα τό φῶς μου». Τοῦ εἶπαν «Ποῦ εἶν’ ἐκεῖνος;». Λέγει· «Δέν ξέρω». Παίρνουν τόν  ἄλλοτε τυφλό καί  τόν  πηγαίνουν στούς Φαρισαίους· καί  ἦταν Σάββατο, ὅταν ἔκαμε λάσπη ὁ Ἰησοῦς κι ἄνοιξε τά μάτια τοῦ τυφλοῦ. Ρωτοῦσαν λοιπόν πάλι οἱ Φαρισαῖοι τόν  ἄλλοτε τυφλό πῶς εἶδε τό φῶς του, κι ἐκεῖνος τούς εἶπε· «Ἔβαλε λάσπη ἐπάνω στά μάτια μου καί  νίφτηκα καί  βλέπω». Ἔλεγαν λοιπόν μερικοί ἀπό τούς Φαρισαίους· «Αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἀπό τό Θεό, γιατί δέν φυλάγει τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου». Ἄλλοι ἔλεγαν·  «Πῶς μπορεῖ ἄνθρωπος ἁμαρτωλός νά κάνη τέτοια θαύματα;». Ἔτσι χωρίστηκαν οἱ γνῶμες μεταξύ τους. Λένε πάλι στόν  τυφλό «Σύ τί λές γι’ αὐτόν τόν  ἄνθρωπο; Γιατί τά δικά σου μάτια ἄνοιξε». Κι αὐτός εἶπε πώς εἶναι προφήτης. Δέν πίστεψαν λοιπόν οἱ Ἰουδαῖοι γι’ αὐτόν πώς ἦταν τυφλός κι εἶδε τό φῶς του, μέχρι πού φώναξαν τούς γονεῖς του καί  τούς ρώτησαν, λέγοντάς τους· «Αὐτός εἶναι ὁ γιός σας, ποὺ λέτε πὼς γεννήθηκε τυφλός; πῶς λοιπόν τώρα βλέπει;». Τούς ἀποκρίθηκαν οἱ γονεῖς του καί  εἶπαν «Ξέρομε πώς αὐτός εἶναι ὁ γιός μας καί  πώς γεννήθηκε τυφλός. Πῶς ὅμως τώρα βλέπει δέν ξέρομε ἤ ποιός τοῦ ἄνοιξε τά μάτια δέν ξέρομε. Ὁ ἴδιος εἶναι σέ ἡλικία·  τόν ἴδιο νά ρωτήσετε, ὁ ἴδιος θά σᾶς πῆ γιά τόν  ἑαυτό του». Αὐτά εἶπαν οἱ γονεῖς του, ἐπειδή φοβοῦνταν τούς Ἰουδαίους· γιατί εἶχαν κιόλα συμφωνήσει οἱ Ἰουδαῖοι, ὥστε ἄν κανείς ὁμολογήση τό Χριστό, νά διωχτῆ ἀπό τή συναγωγή. Γι’ αὐτό οἱ γονεῖς του εἶπαν πώς «ὁ ἴδιος εἶναι σέ ἡλικία, τόν  ἴδιο νά ρωτῆστε». Φώναξαν λοιπόν γιά δεύτερη φορά τόν  ἄνθρωπο πού ἦταν τυφλός καί  τοῦ εἶπαν· «Δόξασε τό Θεό· ἐμεῖς ξέρομε πώς αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλός». Ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος καί  εἶπε· «Ἄν εἶναι ἁμαρτωλός, δέν ξέρω· ἕνα ξέρω πώς ἐνῶ ἤμουν τυφλός, τώρα καί  λίγη ὥρα βλέπω». Τοῦ εἶπαν πάλι· «Τί σοῦ ἔκαμε; πῶς σοῦ ἄνοιξε τά μάτια;». Τούς ἀποκρίθηκε· «Σᾶς εἶπα τώρα δά καί  δέν ἀκούσατε· τί πάλι θέλετε νά μάθετε; Μήπως καί  σεῖς θέλετε νά γίνετε μαθητές του;». Γέλασαν μαζί του καί  εἶπαν· «Ἐσύ εἶσαι μαθητής ἐκείνου, ἀλλ’ ἐμεῖς εἴμαστε τοῦ Μωϋσῆ μαθητές. Ἐμεῖς ξέρομε πώς ὁ Θεός μίλησε στό Μωϋσῆ, ἐνῶ αὐτόν δέν τόν  ξέρομε ἀπό πού εἶναι». Ἀποκρίθηκε ὁ ἄνθρωπος καί  τούς εἶπε· «Ἐδῶ εἶναι τό περίεργο, ὅτι ἐσεῖς δέν ξέρετε ἀπό ποῦ εἶναι, κι ὅμως μοῦ ἄνοιξε τά μάτια. Καί  ξέρομε πώς ἁμαρτωλούς δέν ἀκούει ὁ Θεός, μά ἄν εἶναι κανείς πού τόν  σέβεται καί  κάνει τό θέλημά του, αὐτόν ἀκούει. Ἀπό τότε πού κτίστηκε ὁ κόσμος δέν ἀκούστηκε πώς ἄνοιξε κανείς τά μάτια ἀνθρώπου, πού γεννήθηκε τυφλός. Ἄν δέν ἦταν αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό Θεό, δέν θά μποροῦσε νά κάμη τίποτε». Ἀποκρίθηκαν καί  τοῦ εἶπαν· «Ἐσύ γεννήθηκες ὁλόκληρος μέσ’ στίς ἁμαρτίες κι ἐσύ μᾶς κάνεις τό δάσκαλο;». Καί  τόν  ἔβγαλαν ἔξω. Ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς ὅτι τόν  ἔβγαλαν ἔξω, κι ὅταν τόν  βρῆκε τοῦ εἶπε· «Σύ πιστεύεις στόν  υἱό τοῦ Θεοῦ;». Ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος καί  εἶπε· «Καί ποιός εἶναι, Κύριε, γιά νά πιστέψω σ’ αὐτόν;». Τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς· «Καί τόν  εἶδες, κι αὐτός εἶναι, πού μιλάει μαζί σου». Κι αὐτός εἶπε· «Πιστεύω, Κύριε!». Καί  τόν  προσκύνησε.!
Ὅτι μπορεῖ νά εἶχε ἁμαρτήσει ὁ ἄνθρωπος, γιά νά γεννηθῆ τυφλός, αὐτό δέν εἶναι βέβαια γιά νά λέγεται, γιατί κανένας δέν ἁμαρτάνει πρίν νά γεννηθῆ. Κι αὐτό τό νόημα ἔχει ἡ ἐρώτηση τῶν μαθητῶν, πού ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι ὁ τυφλός ἄρα θά πλήρωνε ἁμαρτίες τῶν γονέων του. Στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι γραμμένο πώς οἱ ἁμαρτίες καί  τά σφάλματα τῶν γονέων βασανίζουν τά παιδιά τους «ἕως τρίτης καί  τέταρτης γενεᾶς». Αὐτό εἶναι ἀλήθεια· χωρίς βέβαια τὰ παιδιά νά εὐθύνωνται ἠθικά, ὅμως κληρονομοῦν καί  πληρώνουν τίς φυσικές συνέπειες ἀπό τίς ἁμαρτίες τῶν γονέων τους. Οἱ μαθητές ξεκινοῦν ἀπό τήν βεβαιότητα πώς κάθε σωματική ἀναπηρία καί  ἀρρώστια ὀφείλεται στήν ἁμαρτία, ἐνῶ αὐτό δέν εἶναι σωστό. Κάθε ἁμαρτία ἔχει συνέπειες καί  στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, μά κάθε σωματική βλάβη καί  ἀρρώστια δέν εἶναι πάντα ἐξαιτίας προσωπικῶν ἁμαρτιῶν. Εἶναι ἡ κληρονομιά τῆς ἁμαρτίας τῶν πρωτοπλάστων, μέ τήν ὁποία μπῆκε ἡ φθορά κι ὁ θάνατος στόν  κόσμο.

Ἐντύπωση προξενεῖ ὁ τρόπος, μέ τόν  ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς Χριστός θεραπεύει τόν  ἀόμματο τυφλό· κάνει πηλό καί  βάζει ἐπάνω στά ἀνύπαρκτα μάτια του. Εἶναι ὁ ἴδιος τρόπος μ’ ἐκεῖνον πού ὁ Θεός φτιάχνει τόν  πρωτόπλαστο· ἕνας τρόπος δημιουργικός καί  κατασκευαστικός. Ὅλους τοὺς ἄρρωστους ὁ Ἰησοῦς Χριστός τούς θεραπεύει μέ τό λόγο, ἀλλά ἐδῶ κάνει πηλό καί  φτιάχνει ἀνύπαρκτα μάτια. Ὅλο τόν  κόσμο ὁ Θεός τόν  δημιούργησε μέ τό λόγο, ἀλλά τόν  ἄνθρωπο τόν  ἔπλασε μέ τά χέρια του. «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον...»1 εἶπε, κι ὕστερα «ἔπλασεν ὁ Θεός τόν  ἄνθρωπον, χοῦν ἀπό τῆς γῆς...»2. Αὐτό φανερώνει μιά ἰδιαίτερη φροντίδα τοῦ Θεοῦ γιά τόν  ἄνθρωπο.
Ὅπως στή θεραπεία τοῦ παραλύτου, ἔτσι καί  τώρα στή θεραπεία τοῦ τυφλοῦ, πάλι τό Σάββατο κι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πού καταργεῖ τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου. Ὁ τύπος, πού ἀρνεῖται τήν οὐσία· τό γράμμα, πού σκοτώνει· ὁ νόμος, πού δέν φτάνει ποτέ νά καλύψη σ’ ὅλο της τό πλάτος τή ζωή. Κι ἐδῶ πάλι οἱ φαρισαῖοι, οἱ φαρισαῖοι τῆς κάθε ἐποχῆς, καί  στή θρησκευτική καί  στήν πολιτική καί  στήν κοινωνική ζωή, πού δέν ἐνδιαφέρονται γιά τό νόμο καί  γιά τήν ἐντολή, μά πιάνονται ἀπό τό νόμο, γιά νά ἀρνηθοῦν τό δίκαιο καί  νά σκεπάσουν τήν ἀλήθεια. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν καταργεῖ τό νόμο, τόν  ἑρμηνεύει· δέν τόν  ἀγνοεῖ, τόν  ξεπερνάει δέν τόν  βάζει σκοπό, γιατί σκοπός εἶναι πάντα ὁ ἄνθρωπος, ἡ δικαιοσύνη καί  ἡ ἀρετή τῶν Φαρισαίων εἶναι τυπική καί  νομική δέν εἶναι ἡ ἀγάπη, πού σκεπάζει τά πάντα δέν εἶναι κἄν τό δίκαιο, πού ἀπονέμει τό ἴσο· εἶναι τό νόμιμο, ὅποιος κι ἄν εἶναι ὁ νόμος, ὅπως κι ἄν τόν  ἑρμηνεύουν οἱ ἄνθρωποι. Γι’ αὐτό ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶπε· «Ἄν δέν ξεπεράση ἡ ἀρετή σας τήν ἀρετή τῶν φαρισαίων, δέν θά μπῆτε στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ»3.


Ὅλος αὐτός ὁ μακρός διάλογος, πού ἐπακολουθεῖ στό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ, εἶναι δραματικός· Ὄχι μόνο γιά τόν  πρίν τυφλό, πού ἀνακρίνεται καί  ταλαιπωρεῖται σάν κατηγορούμενος, μά καί  γιά τήν ἴδια τήν ἀλήθεια. Γιατί ἡ ἀλήθεια δέν ταλαιπωρεῖται καί  δέν πάσχει μόνο ἀπό κείνους πού δέν τήν βλέπουν, μά καί  ἀπό κείνους πού τήν ἀρνοῦνται. Οἱ πρῶτοι πλανῶνται, οἱ δεύτεροι ψεύδονται· ὁ Θεός νά φυλάη τόν  κόσμο ἀπό τούς ψεῦτες καί  τούς ὑποκριτές ὅλων τῶν καταστάσεων.
Αὐτή ἡ δραματική περιπέτεια τῆς ἀλήθειας, ἔτσι ὅπως τήν βλέπομε στήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή, εἶναι πολύ γνωστή καί  στόν  καιρό μας, ὅπου κρατοῦν ἀνελεύθερα καί  ὁλοκληρωτικά καθεστῶτα, πού κόβονται τάχα γιά τήν ἀλήθεια καί  γιά τήν ἐλευθερία. Ἀτέλειωτες καί  βασανιστικές ἀνακρίσεις, καταπίεση τῆς συνείδησης, διαστροφή τῆς ἀλήθειας, ὥσπου νά παραφρονήση καί  νά πεθάνη ψυχικά ὁ ἄνθρωπος· νά ἀρχίση νά ἀρνῆται τόν  ἑαυτό του καί  νά ὁμολογῆ ἐκεῖνα πού τοῦ βάζουν στό στόμα του. Σήμερα εἶναι χῶρες, στίς ὁποῖες τά μαρτύρια ξεπέρασαν ἐκεῖνα τῶν πρώτων χριστιανῶν σέ σατανική μεθοδικότητα καί  τέχνη. Ἐκεῖ ἡ Ἐκκλησία πάλι σήμερα δοξάζεται μέσα στό διωγμό της καί  οἱ πιστοί λευκαίνουν τά ἱμάτιά τους μέσα στό δάκρυ τῆς μεγάλης θλίψεως. Ὁ Θεός νά τούς δίνη πίστη καί  ὑπομονή.
Οἱ καιροί μας εἶναι κρίσιμοι. Ἡ πίστη μας κάθε μέρα δοκιμάζεται. Ἡ Ἐκκλησία διώκεται ἀπό τήν ὀργανωμένη ἀθεΐα. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ ἀνακρίνεται. Ἡ ἐλπίδα μας χλευάζεται. Οἱ καιροί μας εἶναι ὁμολογιακοί. «Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι...»4. Μακάριος ὅποιος θά ὑπομείνη «εἰς τέλος»5. Ἀμήν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1﷒                   1Γεν. 1, 26
2. Γεν. 2, 7
3. Μθ. 5,20
4. Μθ. 5,10
      5. Μθ. 10,22