Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ



+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Θά ἦταν ἀρκετό σήμερα νά διαβάσουμε μόνο σέ μετάφραση τήν αὐριανή Εὐαγγελική περικοπή καί νά μήν ποῦμε τίποτε ἄλλο. Καί γιατί εἶναι ἀρκετά μεγάλη ἡ περικοπή καί γιατί τά νοήματά της εἶναι πολλά. Ὁπωσδήποτε ἡ ὥρα πού διαθέτομε δέν μᾶς φτάνει, γιά νά ἀναπτύξουμε ὁποιοδήποτε σημεῖο τοῦ διαλόγου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τή σαμαρείτισσα γυναίκα. Ὁ διάλογος αὐτός, καθώς μᾶς τόν παραδίδει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἄν θά μπορούσαμε νά τό ποῦμε, εἶναι ἀπό τίς πιό ξεχωριστές σελίδες τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου.

«Ἐκεῖνο τόν καιρό πῆγε ὁ Ἰησοῦς στήν πόλη τῆς Σαμάρειας, πού λεγότανε Σιχάρ, κοντά στόν τόπο πού ἔδωκε ὁ Ἰακώβ στό γιό του τόν Ἰωσήφ. Ἐκεῖ ἦταν ἕνα πηγάδι, πού τό εἶχε ἀνοίξει ὁ Ἰακώβ, κι ὁ Ἰησοῦς, κουρασμένος ἀπό τήν ὁδοιπορία, πῆγε καί κάθησε ὅπως ἦταν κοντά στό πηγάδι· ἡ ὥρα ἦταν πάνω-κάτω μεσημέρι, κι οἱ μαθητές του εἶχαν πάει στήν πόλη γιά νά ἀγοράσουν τρόφιμα. Ἔρχεται μιά γυναίκα ἀπό τή Σαμάρεια γιά νά πάρη νερό. Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Δός μου νά πιῶ». Τοῦ λέγει ἡ σαμαρείτισσα γυναίκα· «Πῶς ἐσύ, ποῦ εἶσαι Ἰουδαῖος, ζητᾶς νά πιῆς ἀπό μένα, ποὺ εἶμαι γυναίκα σαμαρείτισσα;»· καί τό εἶπε αὐτό, γιατί οἱ Ἰουδαῖοι δέν ἔχουν ἐπικοινωνία μέ τούς Σαμαρεῖτες. Ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς καί τῆς εἶπε· «Ἄν ἤξερες τή δωρεά τοῦ Θεοῦ καί ποιός εἶναι αὐτός, πού σοῦ λέγει· ‘δός μου νά πιῶ’, ἐσύ θά τοῦ ζητοῦσες καί θά σοῦ ἔδινε νερό ζωντανό». Τοῦ λέγει ἡ γυναίκα· «Κύριε, οὔτε κουβά ἔχεις, μά καί τό πηγάδι εἶναι βαθύ· ἀπό ποῦ λοιπόν ἔχεις τό νερό τό ζωντανό; Μήν τάχα εἶσαι σύ πιό μεγάλος ἀπό τόν πατέρα μας τόν Ἰακώβ, πού μᾶς ἔδωκε τό πηγάδι κι ἤπιε ἀπ’ αὐτό κι αὐτός καί τά παιδιά του καί τά κοπάδια του;». Ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς καί τῆς εἶπε· «Ὅποιος πίνει ἀπό τοῦτο τό νερό θά ξαναδιψάση μά ὅποιος θά πιῆ ἀπό τό νερό πού ἐγώ θά τοῦ δώσω δέν θά διψάση ποτέ, ἀλλά τό νερό πού θά τοῦ δώσω θά γίνη μέσα του μιά πηγή, πού θά ἀναβλύζη αἰώνια ζωή». Τοῦ λέγει ἡ γυναίκα· «Κύριε, δός μου αὐτό τό νερό, γιά νά μή διψῶ καί γιά νά μήν ἔρχωμαι ἐδῶ νά βγάζω νερό». Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Πήγαινε, φώναξε τόν ἄνδρα σου κι ἔλα ἐδῶ». Ἀποκρίθηκε ἡ γυναίκα καί εἶπε· «Δέν ἔχω ἄνδρα». Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Καλά εἶπες πώς δέν ἔχεις ἄνδρα, γιατί πέντε ἄνδρες πῆρες, κι αὐτός πού ἔχεις τώρα δέν εἶναι ἄνδρας σου· αὐτό ἀλήθεια τὸ εἶπες». Τοῦ λέγει ἡ γυναίκα· «Κύριε, βλέπω πώς εἶσαι προφήτης. Οἱ πατέρες μας προσκύνησαν τό Θεό σέ τοῦτο τό βουνό, ἐνῶ ἐσεῖς λέτε ὅτι στά Ἱεροσόλυμα εἶναι ὁ τόπος, ὅπου πρέπει νά προσκυνοῦμε». Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Γυναίκα, πίστεψέ με· ἔρχεται ὥρα, πού οὔτε σέ τοῦτο τό βουνό οὔτε στά Ἱεροσόλυμα θά προσκυνῆστε τόν Πατέρα. Σεῖς προσκυνᾶτε αὐτό πού δέν ξέρετε· ἐμεῖς προσκυνᾶμε αὐτό πού ξέρομε, γιατί ἡ σωτηρία ἔρχεται ἀπό τούς Ἰουδαίους. Μά ἔρχεται ὥρα, κι ἦρθε κιόλα, πού οἱ ἀληθινοί προσκυνητές θά προσκυνήσουν τόν Πατέρα πνευματικά κι ἀληθινά, γιατί τέτοιους καί ζητάει ὁ Πατέρας ἐκείνους πού τόν προσκυνοῦν. Ὁ Θεός εἶναι πνεῦμα κι ἐκεῖνοι πού τόν προσκυνοῦν πνευματικά κι ἀληθινὰ πρέπει νά τόν προσκυνοῦν». Τοῦ λέγει ἡ γυναίκα· «Ξέρω πώς ἔρχεται ὁ Μεσσίας ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθη ἐκεῖνος, θά μᾶς τά πῆ ὅλα». Τῆς λέγει ὁ Ἴησους· «Ἐγὼ εἶμαι πού σοῦ ὁμιλῶ». Ἐπάνω στήν ὥρα ἦλθαν οἱ μαθητές του κι ἄπορησαν πού ὡμιλοῦσε μέ μιά γυναίκα· κανένας ὅμως δέν τοῦ εἶπε· «Τί συζητεῖς καί τί λές μαζί της;». Ἄφησε τότε ἡ γυναίκα τή στάμνα της καί πῆγε στήν πόλη καί εἶπε στούς ἄνθρωπους· «Ἐλᾶτε νά δῆτε ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκαμα! Μήπως αὐτός εἶναι ὁ Χριστός;». Βγῆκαν λοιπόν ἀπό τήν πόλη κι ἔρχονταν σ’ αὐτόν. Στό μεταξύ οἱ μαθητές του τόν παρακαλοῦσαν καί τοῦ ἔλεγαν· «Διδάσκαλε, φάγε». Κι ἐκεῖνος τούς εἶπε· «Ἐγώ ἔχω νά φάγω φαγητό, πού ἐσεῖς δέν τό ξέρετε». Ἔλεγαν τότε οἱ μαθητές μεταξύ τους· «Μήπως κάποιος τοῦ ἔφερε νά φάγη;». Τούς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Φαγητό δικό μου εἶναι νά κάνω τό θέλημα ἐκείνου πού μ’ ἔστειλε καί νά τελειώσω τό ἔργο του. Σεῖς δέν τό λέτε πῶς ‘τέσσερις μῆνες ἀκόμα κι ὁ θερισμός ἔρχεται;’. Νά, σᾶς λέγω, σηκῶστε τά μάτια σας καί δέστε πέρα τά χωράφια ὅτι εἶναι ἄσπρα, ἕτοιμα κιόλα γιά θερισμό. Κι ἐκεῖνος πού θερίζει παίρνει μισθό καί μαζεύει καρπό γιά τήν αἰώνια ζωή, γιά νά χαίρουν μαζί κι ἐκεῖνος πού σπέρνει κι ἐκεῖνος πού θερίζει. Ἐδῶ ἡ παροιμία εἶναι ἀληθινή, ὅτι ἄλλος σπέρνει κι ἄλλος θερίζει. Ἐγώ σᾶς ἔστειλα νά θερίζετε ἐκεῖνο, γιά τό ὁποῖο σεῖς δέν κοπιάσατε· ἄλλοι ἔχουν κοπιάσει καί σεῖς μπήκατε στόν κόπο τους». Πολλοί τότε Σαμαρεῖτες ἀπό τήν πόλη ἐκείνη πίστεψαν, ἐπειδή τούς ἔλεγε ἡ γυναίκα καί μαρτυροῦσε πώς «μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκαμα». Ὅταν λοιπόν ἦλθαν κοντά του οἱ Σαμαρεῖτες, τόν παρακαλοῦσαν νά μείνη μαζί τους, κι ἔμεινε ἐκεῖ δύο ἡμέρες. Κι ἀκόμα πιό πολλοί πίστεψαν μέ τή διδαχή πού τούς ἔκαμε, κι ἔλεγαν καί στή γυναίκα· «Τώρα πιά δέν πιστεύομε, γιατί μᾶς τό λές ἐσύ, ἀλλά γιατί ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἀκούσαμε καί ξέρομε πώς αὐτός εἶναι ἀληθινά ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός».

Ἄν μπορούσαμε νά κάνωμε σύγκριση ἀνάμεσα στίς σελίδες τῆς θείας Γραφῆς καί νά βρίσκαμε τάχα τή μιά καλύτερη ἀπό τήν ἄλλη, θά λέγαμε πώς αὐτός ὁ διάλογος εἶναι ἀπό τά ὑπεροχώτερα κομμάτια τοῦ Εὐαγγελίου. Μά δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά κάνωμε τέτοιες συγκρίσεις, πού μόνο σέ ἀνθρώπινα ἔργα μποροῦνε νά γίνωνται. Ὅταν ὁμιλῆ ὁ Θεός, δέν εἴμαστε ἐμεῖς, πού θά κρίνωμε καί θά συγκρίνωμε τά λόγια του. Κάθε λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι «ρῆμα ζωῆς»1, εἶναι ἀπόλυτη ἀλήθεια κι ἔχει ἀσύγκριτη ἀξία. Οὔτε λογοτεχνικό οὔτε φιλοσοφικό οὔτε ἐπιστημονκό σύγγραμμα εἶναι τό Εὐαγγέλιο, γιά νά μποροῦμε νά ἐφαρμόζουμε σ’ αὐτό μεθόδους σάν κι ἐκεῖνες, μέ τίς ὁποῖες κρίνομε καί ἀξιολογοῦμε τά ἀνθρώπινα ἔργα.
Μιά ἀπό τίς μεγάλες ἁμαρτίες, πού ὡδήγησε πάντα σέ πλάνες καί αἱρέσεις, εἶναι αὐτή· νά κρίνωμε καί νά συγκρίνωμε τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως, ὅταν πρόκειται στή σύναξη τῶν πιστῶν νά διαβάση ἀποστολική ἤ εὐαγγελική περικοπή, φωνάζει «Προσχωμεν! Σοφία! Ὀρθοί! Ἀκούσωμεν...». Καί οἱ πιστοί ἀκοῦνε τό λόγο, κάνουν τό σταυρό τους καί λένε· «Δόξα σοι, Κύριε· δόξα σοι». Ὅλα αὐτά μᾶς δίνουν νά καταλάβωμε ὅτι καί γιά τό διάλογο τώρα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τή σαμαρείτισσα γυναίκα δέν μποροῦμε νά ὁμιλοῦμε, σάν καί νά ἔχωμε μπροστά μας ἕνα κοινό ἀνθρώπινο κείμενο. «Πᾶσα γραφή θεόπνευστος...»2 καί κάθε περικοπή, πού διαβάζεται στήν Ἐκκλησία, εἶναι ἕνα θεόπνευστο κομμάτι τῆς θεόπνευστης Γραφῆς.

Ἄς μήν τεχνολογοῦμε λοιπόν ἐπάνω στά θεόπνευστα κείμενα κι ἄς μή τά κομματιάζουμε, δῆθεν γιά νά τά ἀναλύσουμε. Ἄς τά ἐρευνᾶμε, ἄς τά ἑρμηνεύωμε, ἀλλ’ ἄς μήν τά κομματιάζουμε. Ἄς ἀνοίγωμε τίς πύλες μέσα μας, γιά νά δεχθοῦμε στήν ψυχή μας τό θεῖο λόγο, σάν τό σπόρο, πού τόν δέχεται καί τόν θάλπει ἡ γῆ, γιά νά φυτρώση καί νά δώση καρπό. Ἡ μεγάλη πάντα ἁμαρτία τῶν ἀνθρώπων εἶναι νά συζητοῦν καί νά τεχνολογοῦν ἐπάνω στό λόγο τοῦ Θεοῦ· αὐτό ἔκαμε κι ὁ διάβολος στόν παράδεισο. Μά ὁ Θεός δέν ὁμιλεῖ γιά νά ἀνοίξη συζήτηση μέ τούς ἀνθρώπους, ἀλλά γιά νά ἀκούσουν οἱ ἄνθρωποι. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία, κάθε φορὰ πού διαβάζει στή σύναξη τό Εὐαγγέλιο, δέν καλεῖ τούς πιστούς γιά νά κρίνουν καί νά ἀνακρίνουν, ἀλλά γιά νά ἀκούσουν τό λόγο «Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου...». Ἄς τό τονίσουμε αὐτό, πού εἶναι βασικό καί πού δέν τό ἔχομε ξεκαθαρίσει μέσα μας· ἡ Ἐκκλησία δέν κάνει συζήτηση μαζί μας γιά νά μᾶς πείση, ἀλλά μᾶς κηρύττει τό λόγο γιά νά πιστέψουμε.
Θά μᾶς πήγαινε πολύ μακρυά ὁ λόγος, ἄν θέλαμε τώρα νά ποῦμε τί εἶναι ἡ πεποίθηση καί τί εἶναι ἡ πίστη· τί εἶναι νά ἀκούη ὁ ἄνθρωπος τό Θεό καί νά θέλη νά κάμη συζήτηση μαζί του γιά νά πεισθῆ, καί τί εἶναι νά ὁμιλῆ ὁ Θεός καί ὁ ἄνθρωπος μέ μιά ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη νά τόν ἀκούη καί νά πιστεύη. Εἶναι, ἀλήθεια, πολύ διαφορετικό τὸ ἕνα ἀπό τό ἄλλο, κι αὐτή εἶναι πάντα ἡ μεγάλη ἁμαρτία· νά ζητοῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπό τό Θεό ὄχι νά ἀκούσουν λόγο γιά νά ζήσουν, ἀλλά ἀποδείξεις γιά νά πεισθοῦν καί γιά νά κρίνουν, ἄν πρέπει κι ἄν συμφέρει νά τόν ἀκούσουν. Μά ὅταν συμβαίνη αὐτό, θά πῆ πώς κάτι ἔχει χαλάσει μέσα μας· γιατί ἀπό φυσικοῦ του ὁ ἄνθρωπος βρίσκει καί ἀναγνωρίζει τόν ἑαυτό του σέ ὅ,τι λέγει ὁ Θεός. Ὁ θεῖος λόγος κι ὁ θεῖος νόμος εἶναι γραμμένος μέσα σέ κάθε ἄνθρωπο· ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, γράφει ὁ Ἀπόστολος, «ἐνδείκνυνται τό ἔργον τοῦ νόμου ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν»3.

Ἡ αὐριανή εὐαγγελική περικοπή εἶναι σάν τό μεγάλο καί ψηλό βουνό, πού δέν τολμᾶ κανείς νά τό ἀνεβῆ, ἀλλά τό βλέπει μέ θαυμασμό καί δέος ἀπό μακρυά. Ἀπό μακρυά λοιπόν κι ἐμεῖς βλέποντας τό Εὐαγγέλιο, πού θά διαβαστῆ αὔριο στή θεία Λειτουργία, εἴπαμε καί σήμερα ὅσα μπορέσαμε. Παρακαλοῦμε τούς ἀκροατές μας νά τά δεχθοῦν σάν λόγο τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι τό ζωντανό νερό, «τό ἀλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον»4. Ἀμήν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ἰω. 6, 68.
2. Β' Τιμ. 3, 16.
3. Ρωμ. 2, 15.
4. Ἰω. 4,14.