Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Γεννήθηκε καὶ φέτος ὁ Χριστός;

π. Χρήστου Ζαχαράκη

Μὲ τὴν ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων τελείωσαν οἱ γιορτὲς τῶν Χριστουγέννων. Μένει μονάχα τὸ ἐρώτημα (ἀπαντημένο βέβαια βαθιά μέσα μας), ἄν γεννήθηκε καὶ φέτος ὁ Χριστός. Τὸ πρῶτο  ποὺ ἔχουμε λησμονήσει ἤ ἀγνοοῦμε εἶναι ὅτι οἱ γιορτὲς τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἁπλὴ ἀνάμνηση γεγονότων, ἀλλὰ ἡ συνεχὴς κλήση μας ἀπὸ τὸ Θεὸ στὴ σωτηρία. Ὅποιος ἀγαπάει εἶναι πάντα καὶ παντοῦ παρών, δὲν ἐγκαταλείπει ποτέ, δὲν παύει νὰ δίνει καινούργιες εὐκαιρίες, ὅπως κάνει ὁ Θεός. Ὅποιος δὲν ἀγαπάει κρατάει μονάχα τὶς ἀναμνήσεις, πότε καλές, πότε κακές, ἀλλὰ μένει πάντα μόνος, ὅπως κάνει ὁ ἄνθρωπος. Μᾶλλον δὲν γεννήθηκε καὶ φέτος ὁ Χριστὸς, γιατὶ τίποτε δὲν ἄλλαξε γιὰ μᾶς. Ἐπιστρέψαμε ὅλοι στὴν καθημερινότητά μας ἀπ᾽ τὸν ἴδιο δρόμο, καθολικά διαμαρτυρόμενοι, ἀλλὰ καὶ καθολικά ἐπαναπαυόμενοι. Μᾶλλον δὲν γεννήθηκε καὶ φέτος ὁ Χριστός, γιατὶ παραμένουμε ἀνεύθυνοι θεατές τῆς πείνας, τοῦ διωγμοῦ, τῆς ἐξαθλίωσης τοῦ ἀνθρώπου. Μᾶλλον δὲν γεννήθηκε καὶ φέτος ὁ Χριστός, γιατὶ ὅταν γεννήθηκε ὁ Χριστός ἔφθασε μέχρι τὴ Σταύρωση... Καὶ Ἀνάσταση δίχως Σταύρωση δὲν ἔρχεται...

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ΛΟΥΚΑ

             ΤΩΝ 10 ΛΕΠΡΩΝ

+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Πολλές θεραπεῖες ἀρρώστων ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς Χριστός στά τρία χρόνια πού κράτησε τό δημόσιο ἔργο του ἐδῶ στή γῆ. Ἐκπληρώθηκε τότε ἡ προφητεία, ὅτι «αὐτός τάς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καί τάς νόσους ἐβάστασεν»· πῆρε ἐπάνω του τίς ἀσθένειές μας καί σήκωσε τίς ἀρρώστιες μας. Καί δέν τό λέει βέβαια ὁ Προφήτης αὐτό μόνο γιά τίς σωματικές μας ἀρρώστιες, μά πιό πολύ γιά τίς ψυχικές μας ἀσθένειες, γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι τωόντι ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων μας. Μᾶς εἶπε λοιπόν τό σημερινό Εὐαγγέλιο γιά τό θαῦμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε πού ἔκαμε καλά τοὺς δέκα λεπρούς. Ἄς ἀκούσωμε λοιπόν τώρα στή δική μας ἁπλή γλώσσα πῶς ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς μᾶς ἱστορεῖ τό θαῦμα.
«Ἐκεῖνο τόν καιρό, καθώς ἔμπαινε ὁ Ἰησοῦς Χριστός σέ κάποιο χωριό, τόν συνάντησαν δέκα λεπροί ἄνθρωποι. Αὐτοί στάθηκαν μακρυά καί φώναξαν· «Κύριε Ἰησοῦ, κάμε σ’ ἐμᾶς τὸ ἔλεός σου!». Κι ὅταν τούς εἶδε, ὁ Ἰησοῦς Χριστός τούς εἶπε· «Πηγαίνετε νά σᾶς δοῦν οἱ ἱερεῖς». Κι ἔγινε, ὅταν αὐτοί πήγαιναν, καθαρίστηκαν. Κι ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ὅταν εἶδε πώς ἔγινε καλά, γύρισε δοξάζοντας μέ φωνή μεγάλη τὸ Θεό· ἔπεσε στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τόν εὐχαριστοῦσε. Κι αὐτός ἦταν Σαμαρείτης. Τότε ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί εἶπε· «Μήν τάχα καί οἱ δέκα δέν καθαρίστηκαν; μά οἱ ἐννέα ποῦ εἶναι; δέν βρέθηκαν νά γυρίσουν, γιά νά δοξάσουν τό Θεό  παρά μόνο αὐτός ὁ ἀλλογενής;». Καί τοῦ εἶπε· «Σήκω καί πήγαινε· ἡ πίστη σου σέ ἔσωσε».»
Στά τελευταῖα παραπάνω λόγια πού ἀκούσαμε φαίνεται σάν καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός νά παραπονῆται. Μά δέν εἶναι αὐτό, ἀλλά ὁ Θεός ἐλέγχει τήν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων. Γιατί οἱ ἐννέα λεπροί ἔδειξαν τωόντι ἀχαριστία πρός τόν εὐεργέτη τους. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι θά πρέπει βέβαια νά εἶχαν κάποια πίστη, μά δέν εἶχαν στήν ψυχή τους αἴσθημα εὐγνωμοσύνης. Εἶχαν πίστη, μά δέν εἶχαν ἀγάπη, γιατί ἡ εὐγνωμοσύνη στό βάθος εἶναι ἀγάπη. Καί τό λέει καθαρά ὁ Ἀπόστολος, πώς τίποτα δέν εἴμαστε, ἄν δέν ἔχωμε ἀγάπη· κι ἄς ἔχωμε τόση πίστη, πού νά μετακινάη καί βουνά. Καί ποῦ τό ξέρομε τάχα πώς οἱ ἐννέα λεπροί εἶχαν πίστη; Πρῶτα τοὺς βλέπομε νά φωνάζουν καί νά παρακαλοῦν, γιά νά τούς λυπηθῆ ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτό φανερώνει πώς εἶχαν κάποια πίστη καί γι’ αὐτό παρακαλοῦσαν. Ἡ ἀρρώστια κι ὁ πόνος μαλακώνουν τόν ἄνθρωπο καί τόν φέρνουν κοντά στό Θεό, ἄν καί οἱ δέκα λεπροί δέν ἤξεραν πώς ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦταν Θεός, μά τόν ἔβλεπαν μόνο σάν ἕναν ἄνθρωπο μέ θεϊκή δύναμη.
Ἔπειτα οἱ δέκα λεπροί, ὅταν πῆραν ἐντολή νά πᾶνε στούς ἱερεῖς, ξεκίνησαν χωρίς δισταγμό καί μ’ ἐμπιστοσύνη στό λόγο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κι ἐκεῖ πού πήγαιναν εἶδαν πώς καθαρίστηκαν  ἀπό τήν ἀρρώστια τους. Δέν θά γινότανε λοιπόν τό θαῦμα, ἄν ἦταν καί δέν εἶχαν πίστη καί δέν συμμορφώνονταν στό λόγο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶχαν λοιπόν πίστη, μά δέν ἔδειξαν εὐγνωμοσύνη, πού θά πῆ πώς δέν εἶχαν ἀγάπη. Τέτοια λειψή πίστη ἔχουν πολλοί. Ὅταν εἶναι στήν ἀνάγκη θυμοῦνται τό Θεό καί κλαῖνε μέ θερμά δάκρυα καί ζητοῦν τό θεῖο ἔλεος. Ὅταν περάση ἡ ἀνάγκη κι ὅταν λάβουν τήν εὐεργεσία, τότε ξεχνοῦν τόν εὐεργέτη. Κι ὄχι μόνο τόν ξεχνοῦν, μά πολλοί καί τόν βρίζουν καί τόν βλασφημοῦν. Κι ἀφοῦ τέτοια κάνουν οἱ ἀχάριστοι στό Θεό, τά ἴδια καί χειρότερα κάνουν καί στούς ἀνθρώπους. Καί λένε βέβαια πώς ἔχουν πίστη καί δείχνουν πώς εἶναι χριστιανοί, μά ὅταν δέν ἔχουν καλωσύνη καί ἀγάπη καί δέν αἰσθάνονται εὐγνωμοσύνη στούς εὐεργέτες, δέν εἶναι τίποτα. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός γιά τήν τέτοια λειψή πίστη, πού δέν ξέρει  ἀπό ἀγάπη καί ξεχνάει τήν εὐγνωμοσύνη, εἶπε πικρά λόγια, καθώς ἀκούσαμε σήμερα στό Εὐαγγέλιο.
Μά ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅπως καταδίκασε τήν ἀχαριστία στὸ πρόσωπο τῶν ἐννέα λεπρῶν, ἔτσι κι ἐδικαίωσε τήν εὐγνωμοσύνη στό πρόσωπο τοῦ ἑνός. Γιατί μέσα στούς ἐννέα ἀχάριστους βρέθηκε ἕνας εὐγνώμονας. Νά παραδεχθοῦμε τάχα πὼς πάντα αὐτή εἶναι ἡ ἀναλογία στή ζωή ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους;  Ἄς μήν τό ποῦμε αὐτό, μόνο ἄς παραδεχτοῦμε γενικά πώς ἡ ἀρετή στόν κόσμο εἶναι πάντα λιγοστή. Τό εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πώς πολλοί εἶναι οἱ κλητοί, μά λίγοι οἱ ἐκλεκτοί, πού πάει νά πῆ πώς οἱ ἀχάριστοι πλεονάζουν μεταξύ μας, πώς εἶναι πάντα λιγοστοί ὅσοι ἔχουν μέσα τους αἴσθημα εὐγνωμοσύνης. Καί πρέπει νά ξέρωμε πώς ὅπου δέν ὑπάρχει εὐγνωμοσύνη δέν ὑπάρχει καμμιά ἄλλη  ἀπό τίς ἀρετές. Ἡ εὐγνωμοσύνη εἶναι πρωταρχική ἀρετή, εἶναι ἡ ρίζα  ἀπό τήν ὁποία φυτρώνουν μιά-μιά οἱ ἄλλες ἀρετές· ἄν πῆς ὅμως γιά τήν ἀχαριστία, αὐτή σέρνει μαζί της κι ὅλες τίς ἄλλες κακίες. Νά μή φοβᾶσαι τόν εὐγνώμονα ἄνθρωπο, ἄς εἶναι ξένος, ἄς εἶναι ἀλλόφυλος, ἄς εἶναι κι ἐχθρός. Ἀλλόφυλος ἦταν ὁ Σαμαρείτης κι ὅμως αὐτός σώθηκε μέσα στούς δέκα λεπρούς, κι ἄς ἦσαν οἱ ἄλλοι ἐννέα Ἰουδαῖοι.
Γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶπε σέ τοῦτο τόν εὐγνώμονα Σαμαρείτη· «Πήγαινε· ἡ πίστη σου σέ ἔκαμε καλά». Ἀλλά τοῦ εἶπε· «Πήγαινε· ἡ πίστη σου σέ ἔσωσε». Πάει νά πῆ πώς αὐτό πού ἔγινε στόν εὐγνώμονα Σαμαρείτη κι αὐτό πού εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι πολύ περισσότερο  ἀπό τή θεραπεία τῆς σωματικῆς ἀρρώστιας· εἶναι ψυχική σωτηρία. Οἱ ἐννέα μόνο πού θεραπεύτηκαν· ὁ ἕνας σώθηκε. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶπε πώς τόν ἔσωσε ἡ πίστη του, πού δέν ἦταν πίστη λειψή, μά πίστη σωστή καί ἀληθινή, συνταιριασμένη μέ τήν εὐγνωμοσύνη καί τήν ἀγάπη. Ὁ ἕνας αὐτός δέν ἤξερε μόνο νά παρακαλῆ μέ πίστη, μά ἤξερε καί νά πιστεύη μέ εὐγνωμοσύνη. Οἱ ἐννέα βρῆκαν τόν Ἰησοῦ Χριστό γιά νά τόν παρακαλέσουν, μά δέν βρέθηκαν ὕστερα γιά νά τόν εὐχαριστήσουν. Οἱ ἐννέα δέν βρέθηκαν ὁ ἕνας ἦταν παρών. Γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι παρουσία. Ὅποιος ἀγαπᾶ, ὅποιος εὐγνωμονεῖ  δέν χάνεται, ἀλλά εἶναι πάντα παρών· ἡ πίστη του τόν ὁδηγεῖ νά βρίσκη τό Θεό καί ἡ εὐγνωμοσύνη του τόν φέρνει νά βρίσκεται πάντα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.


Σέ μιά του ἐπιστολή ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει· «Εὐχαριστεῖτε πάντοτε ὑπέρ πάντων», πού θά πῆ νά εὐχαριστοῦμε τό Θεό καί πατέρα μας γιά ὅλα πού μᾶς δίνει γιατί ὅλα συνεργοῦν στή σωτηρία μας, φτάνει μόνο ἐμεῖς νά ξέρωμε πῶς τά δεχόμαστε. Ἄς ἔχωμε λοιπόν εὐγνωμοσύνη στό Θεό κι ἄς εἴμαστε καί μεταξύ μας εὐγνώμονες, κι ἄς εἶναι πάντα στό στόμα μας ἡ δοξολογία τῶν Ἁγίων· «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκα». Ἀμήν.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ



π. Χρήστου Ζαχαράκη

Ἔχουμε ἀποκτήσει μία προτεσταντίζουσα ἀντίληψη περὶ ἠθικῆς, γι αὐτὸ κι ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ ἁγιότητα προσπαθοῦμε νὰ τὴν ὡραιοποιοῦμε, νὰ τὴν παρουσιάζουμε δηλαδὴ σὰν τὴν τέλεια ἠθικὴ κατάσταση, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπὸ τὴν πνευματικότητά μας. Ξεχνοῦμε ὅτι ὁ μόνος ἅγιος εἶναι ὁ Θεός. Ἀλλὰ γιὰ μᾶς ἁγιότητα εἶναι ἡ κλήση μας καὶ ἅγιοι ὅλοι αὐτοὶ ποὺ τίμησαν καὶ τιμοῦν τὴν κλήση τους. Πάνω ἀπ᾽ ὅλα ἁγιότητα εἶναι ὁ πόνος καὶ τὸ δάκρυ, ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὴ βαθιὰ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, κι ἔπειτα ἡ γλυκειὰ ἐκείνη συναίσθηση τῆς χαρμολύπης, ποὺ ἀφήνει ἡ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ.
Τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς πρὸ τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως Κυριακῆς ἀρχίζει μὲ τὸν μακρὺ γενεαλογικὸ κατάλογο τοῦ Κυρίου, ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ καὶ καταλήγει στὸν ἴδιο. Γενιὲς καὶ γενιὲς δικαίων, μὰ καὶ ἁμαρτωλῶν. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἁπλῶς διηγεῖται· χωρὶς νὰ ὡραιοποιεῖ, περιγράφει τὸ βίο καὶ τὴν πολιτεία τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Δὲν ἀποκρύπτει τὴν ἁμαρτωλότητά τους, γιὰ νὰ μένει ζωντανὸ τὸ ὅραμα τοῦ Μεσσία. Κι εἶναι τὸ ὅραμα  αὐτὸ ποὺ, ὅταν εὐλογεῖται μὲ τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου, μεταβάλλει τὸν πόνο, γιὰ παράδειγμα τοῦ Δαβίδ, σὲ τραγούδι: «ἐλέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου».

Κι εἶναι τὸ ἴδιο ὅραμα ποὺ τὴν ἁγνότητα τῆς ψυχῆς τῆς Μαρίας θὰ τὴ μεταβάλλει σὲ μητρότητα καὶ τὴν παρθενία της σὲ θαλπωρὴ τοῦ Μεσσία ποὺ θὰ κυοφοροῦσε. Παράδοξο γεγονὸς ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ὅσο παράδοξη στὰ μάτια μας φαντάζει ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας. «Μυστήριον ξένον, ὁρῶ καὶ παράδοξον! οὐρανὸν τὸ Σπήλαιον, θρόνον Χερουβικόν, τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλίθη ὁ ἀχώρnτος, Χριστὸς ὁ Θεός». Ὅμως τίποτε δὲν εἶναι παράδοξο ὅταν συναντᾶται ἡ βουλή τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ θέλησή μας γιὰ τὴ σωτηρία μας ἤ μὲ τὴν ἀβίαστη συγκατάθεση καὶ ὑπακοή μας στὸ θέλημά του. Ἄν ἡ Παναγία μὲ τὴ στάση της ἀπέναντι στὸ σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας μᾶς ὑποδεικνύει  τὴν ἀξεπέραστη ὑπακοὴ καὶ ταπείνωση, ὁ Ἰωσήφ μᾶς διδάσκει τὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸ λόγο τοῦ Θεοῦ.