Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Η´ΜΑΤΘΑΙΟΥ

+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

ΚΥΡΙΑΚΗ Η´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Ἡ ἀποστολική περικοπή στήν αὐριανή θεία Λειτουργία μᾶς δίνει ἀφορμή, ἐξηγώντας τά θεόπνευστα λόγια, νά ὁμιλήσουμε πάλι γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἑνότητα, καθώς ὁμολογοῦμε στό ἱερό Σύμβολο τῆς πίστεως, εἶναι ἡ πρώτη ἰδιότητα τῆς Ἐκκλησίας·«Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν»[1]. Ἡ Ἐκκλησία πρῶτα εἶναι μία κι ὕστερα ἁγία, καθολική καί ἀποστολική. Ἄν δέν εἶναι μία, καμμία ἐγγύηση καί βεβαιότητα ὑπάρχει πώς εἶναι ὅλα τὰ ἄλλα. Ἀρχίζοντας τήν πρώτη ἐπιστολή του πρός Κορινθίους, ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν γράφει γιά τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα θεωρητικά. Ἔχει πραγματικά καί συγκεκριμένα γεγονότα, στά ὁποῖα ἀναφέρεται καί γιά τά ὁποῖα γράφει. Ἄς ἀκούσωμε τό ἱερό κείμενο σέ νεοελληνική γλωσσική ἀπόδοση.
+«Ἀδελφοί, σᾶς παρακαλῶ στό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, νά λέτε ὅλοι το ἴδιο καί νά μήν ὑπάρχουν μεταξύ σας σχίσματα, ἀλλά νά ταιριάζετε καί νά συμφωνῆτε στήν ἴδια σκέψη καί στήν ἴδια γνώμη. Γιατί μοῦ εἶπαν γιά σᾶς, ἀδελφοί μου, ἄνθρωποι τῆς Χλόης πώς ὑπάρχουν μεταξύ σας ἔριδες. Καί ἐννοῶ τοῦτο, ὅτι ἄλλος ἀπό σᾶς λέγει· ´´Ἐγώ εἶμαι τοῦ Παύλου´´· ἄλλος ´´Ἔγω εἶμαι τοῦ Ἀπολλώ’´· ἄλλος ´´Ἐγώ εἶμαι τοῦ Κηφᾶ´’· ἄλλος ´‘Ἐγώ τοῦ Χριστοῦ’´. Κομματιάστηκε λοιπόν ὁ Χριστός; Μήν τάχα καί σταυρώθηκε ὁ Παῦλος γιά σᾶς; Ἤ μή καί βαπτισθήκατε στό ὄνομα τοῦ Παύλου; Δόξα “τῷ Θεῷ”! Κανέναν ἀπό σᾶς δέν βάπτισα παρά μόνο τόν Κρίσπο καί τόν Γάϊο, γιά νά μήν πῆ κανείς ὅτι στό ὄνομά μου βάπτισα. Βάπτισα ἀκόμα καί τό σπιτικό του Στεφανᾶ· λοιπόν δέν ξέρω ἄν βάπτισα κανέναν ἄλλο. Γιατί ὁ Χριστός δέν μ’ ἔστειλε νά βαπτίζω, ἀλλά νά κηρύττω τό Εὐαγγέλιο, καί νά κηρύττω χωρίς ρητορική τέχνη, γιά νά μήν ξεπέση ὁ σταυρικός θάνατος τοῦ Χριστοῦ».
Ἀπ’ ὅλα τα ζητήματα, πού ἀπασχολοῦσαν τήν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου, γιά τά ὁποῖα καί θά γράψη στήν ἐπιστολή του, τόν Ἀπόστολο ἐνδιαφέρει πρῶτα ἡ ἐκκλησιαστική ἑνότητα. Μά καί τό πόσο εἶναι δύσκολο νά διαλυθοῦν οἱ φατρίες καί νά μονοιάσουν οἱ ἄνθρωποι τό ξέρει ὁ Ἀπόστολος καί τό βλέπομε στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο γράφει. Πρῶτα παρακαλεῖ κι ὕστερα παίρνει βοηθό τοῦ τόν Ἰησοῦ Χριστό· «παρακαλῶ ὑμᾶς διά τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ»[2]. Λέγει ἐδῶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὅτι «παρακαλεῖ διά τοῦ Χριστοῦ, ὡς οὐδέ αὐτός ἀρκῶν μόνος ταύτην θέσθαι τήν ἱκετηρίαν καί πεῖσαι»[3]·  δηλαδή, παίρνει σύμμαχό του τόν Ἰησοῦ Χριστό, γιατί αἰσθάνεται πώς τοῦ χρειάζεται πολλή δύναμη, γιά νά κάμη αὐτή τήν παράκληση καί νά μπορέση νά πείση αὐτούς πού φατριάζουν καί ἐρίζουν μεταξύ τους. Εἰδικά μέ τό «παρακαλῶ» αὐτό τοῦ Ἀποστόλου θά θέλαμε νά τονίσουμε ὅτι γιά τούς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας ἄλλος καλύτερος τρόπος ποιμαντικῆς διοίκησης δέν ὑπάρχει ἀπό τό νά παρακαλοῦν. Οἱ ἐντολές κι οἱ διαταγές εἶναι γιά τήν πολιτική καί στρατιωτική διοίκηση καί δέν ἔχουν θέση στήν Ἐκκλησία. Πόσοι βέβαια καταλαβαίνουν καί ἐκτιμοῦν τό «παρακαλῶ» εἶναι ἄλλο ζήτημα, πού δέν βασανίζει λίγο τοὺς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν βρίσκωνται σέ πολύ δύσκολη θέση καί δέν ξέρουν πῶς νά συνδυάσουν τήν ἐπιείκεια μέ τήν αὐστηρότητα.
Αὐτό πού συνέβαινε στήν Κόρινθο εἶναι ἕνα κλασσικό παράδειγμα φατριασμοῦ καί διαίρεσης στήν Ἐκκλησία. Ἐκεῖνο δέ πού θά πρέπει νά μήν παρατρέξουμε εἶναι ὅτι ὁ διχασμός κι ἡ διαίρεση αὐτή συμβαίνει πάντα ἐξαιτίας τῶν προσώπων καί γιά χάρη τῶν προσώπων. Αὐτό εἶναι πολύ φυσικό, ἀφοῦ τίποτε γυμνό κι ἀπρόσωπο δέν ὑπάρχει στήν Ἐκκλησία. Αὐτό θά πῆ πώς καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ διδαχή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἑνότητα καί ἡ εἰρήνη στήν Ἐκκλησία, τό σχίσμα καί ἡ αἵρεση, ὅλ’ αὐτά δέν εἶναι θεωρητικά καί ἰδεατά, ἀλλά προσωπική μαρτυρία καί κοινωνία. Γιά νά ὁμιλήσουμε πιό ἁπλά· οἱ χριστιανοί δέν πιστεύουν σέ ἰδέες καί σέ θεωρητικά σχήματα, ἀλλά στό Θεό καί στό ἔργο τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. Καί δέν μονοιάζουν καί δέν χωρίζονται παρά σηκώνοντας γιά σημαία ἕνα πρόσωπο· τόν Παῦλο, τόν Ἀπολλώ, τόν Κηφά. Ἐδῶ τώρα φαίνεται ἡ ἀξία τῶν Ἁγίων γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ προσοχή τῶν ποιμένων γιά νά κρατήσουν ἑνωμένους τούς πιστούς. Ἡ ἀνθρώπινη ματαιοδοξία μπορεῖ νά κάμη μεγάλο κακό στήν Ἐκκλησία μέ τήν προσωπολατρία, ἀλλ’ ὅμως σκοπός δέν εἶναι νά ἀγαποῦν οἱ πιστοί καί νά λατρεύουν τόν ποιμένα, ἀλλά νά ἀγαπᾶ ὁ ποιμένας τούς πιστούς. Ἀλλιῶς τά πράγματα πᾶνε ἀλλοῦ, κι ἐκεῖνοι πού τάχθηκαν γιά νά τηροῦν τήν ἑνότητα γίνονται αἴτιοι νά σχίζεται καί νά διχάζεται ἡ Ἐκκλησία. Ὅλα τα σχίσματα κι ὅλες οἱ αἱρέσεις στήν ἱστορική ζωή τῆς Ἐκκλησίας πῆραν ἕνα ὄνομα, κι αὐτό εἶναι τό ὄνομα ἑνός ἀνθρώπου, πού θέλησε νά ὑποκατασταθῆ στή θέση τῆς ἀλήθειας, δηλαδή τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Ἀπόστολος μέ κανέναν τρόπο δέν τολμᾶ καί δέν ἀνέχεται γιά τόν ἑαυτό τοῦ τέτοιο πρᾶγμα. Γι’ αὐτό καί διαμαρτύρεται ἔντονα· «Μεμέρισται ὁ Χριστός; Μή Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπέρ ὑμῶν; Ἤ εἰς τό ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;»[4]. Μακάρι ὅλοι οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, μικροί καί μεγάλοι, νά εἴχαμε τή συναίσθηση τῆς εὐθύνης τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Μακάρι τό ἴδιο νά φοβούμασταν γιά τό σχίσμα ἐξαιτίας μας καί τή διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας. Μακάρι μέ τόν ἴδιο τρόπο νά διαμαρτυρόμασταν καί νά μή λέγαμε «Ἐμένα μ ’ ἀγαπάει ὁ λαός καί μέ λατρεύει». Ὁ Θεός δέν μᾶς ἔστειλε γιά νά μᾶς ἀγαπάη ὁ λαός, ἀλλά γιά ν’ ἀγαπᾶμε ἐμεῖς τό λαό. Κι ἄν μᾶς ἀγαπάη ὁ λαός, «δόξα τῷ Θεῷ», μά ἐμεῖς ἄς μήν τόν ξερωμε κι ἄς ἔχωμε πάντα το φόβο μήπως καί γίνωμε αἰτία σχίσματος καί φατρίας στήν Ἐκκλησία. Ὁ Ἀπόστολος, γιά τό φόβο προσωπολατρίας καί διαίρεσης στήν Ἐκκλησία, προχωρεῖ ἀκόμα ἕνα βῆμα· Ἀποφεύγει νά βαπτίζη. Ὄχι πώς ὑποτιμᾶ τό Μυστήριο, ἀλλά φυλάγεται ἀπό προσωπικές εὔνοιες καί συμπάθειες, πού εἶναι φυσικό νά δημιουργοῦνται σέ βάρος τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας.
Ἄς τό ποῦμε κι ἄς τό κηρύξουμε φανερά, μέ φόβο νά μᾶς κατηγορήση κάποιος ὅτι σήμερα ἡ ὁμιλία μας δέν ἀπευθύνεται στό λαό, ἀλλά στόν ἱερό κλῆρο καί στούς ποιμένες τοῦ λαοῦ. Ἄς τό ποῦμε λοιπόν φανερά· ὁ λαός δέν φατριάζει καί δέν χωρίζεται μόνος του, ἀλλ’ ἐξαιτίας τῶν ποιμένων του, πού ὅσο περισσότερο πιστεύουν πώς εἶναι καλοί, τόσο καί πιό πολύ κακό μπορεῖ νά κάμουν στήν Ἐκκλησία. Οἱ Ἅγιοι δέν τό ξέρουν πώς εἶναι ἅγιοι, ἀλλά πάντα φοβοῦνται πώς εἶναι ἁμαρτωλοί. Μά οὔτε καί τήν ἁμαρτωλότητά τους τήν διαφημίζουν, γιατ’ εἶναι κι αὐτός ἕνας ἄλλος τρόπος αὐτοπροβολῆς, πού δέν τόν θέλει ὁ Θεός οὔτε συμφέρει στήν Ἐκκλησία. Μόνο προσέχουν, γιατί κι ὁ Ἀπόστολος, στήν περίφημη ἐκείνη ὁμιλία του στή Μίλητο πρός τούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας, αὐτό συνιστᾶ, τήν προσοχή «Προσέχετε ἑαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίῳ»[5]. Σημασία πάλι ἐδῶ ἔχει τό «παντί τῷ ποιμνίῳ»,γιατί αὐτό κάνουν οἱ ἀρχηγοί τῶν σχισμάτων, χωρίζουν τούς πιστούς, καθώς λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, σέ «υἱούς εὐλογίας»καί σέ «υἱούς κατάρας»[6]· οἱ μισοί εἶναι δικοί μας κι οἱ ἄλλοι μισοί ξένοι.
Ἡ σταυρική θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι τό κεντρικό γεγονός στό μυστήριο τῆς σωτηρίας. Καί τό μυστήριο τοῦτο ἡ Ἐκκλησία δέν τό ἑρμηνεύει, ἀλλά τό προσκυνάει· «τόν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα...».Κάθε διαλεκτική καί κάθε ρητορεία, γιά νά ἑρμηνευθῆ τό μυστήριο, εἶναι κένωση τοῦ Σταυροῦ, ἄδειασμα δηλαδή τοῦ μυστηρίου. Μέ τή φιλοσοφία καί τή ρητορεία τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ ξεπέφτει σέ μιά κοινή ὑπόθεση, πού πᾶμε νά τή στηρίξουμε μέ δικούς μας συλλογισμούς καί νά τήν ὡραιοποιήσουμε μέ ρητορικά σχήματα. Ὁ Ἀπόστολος δέν ἐπιτρέπει στόν ἑαυτό του τέτοια, πού θά ἦταν ὄχι μόνο ἀσέβεια πρός τό μυστήριο, μά καί σέ βάρος τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό εἶναι κάτι, πού δέν τό κρίνει ἀπό μόνος του ὁ Ἀπόστολος, ἀλλά τό βλέπει καί τό αἰσθάνεται ἐπάνω του ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, πού τόν ἔστειλε νά εὐαγγελίζεται«οὐκ ἐν σοφίᾳ λόγου, ἵνα μή κενωθῇ ὁ σταυρός...»[7]. Ὄχι μόνο γιατί δέν ἑρμηνεύεται τό μυστήριο, ἀλλά καί γιατί οἱ ἄνθρωποι, καθώς πάλι λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ληροῦν καί περιχάσκουν, γύρω ἀπό τούς μεγαλόστομους ρήτορες. Ὁ Ἀπόστολος, ἀντί γιά τή διαλεκτική καί τή ρητορεία, προτιμᾶ νά παρακαλῆ, διδάσκοντας καί τούς ποιμένες τοῦ λαοῦ νά κάνουν κι αὐτοί τό ἴδιο. Ἀμήν.
ὁ Σ.Κ.Δ.





[1]Σύμβολον τῆς Πίστεως, ἄρθρον 9.
[2]Α' Κορ. 1, 10.
[3]Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὑπόθεσις τῆς Α' πρός Κορινθίους Ἐπιστολῆς. MPG61,21.61.
[4]Α' Κορ. 1, 13-14.
[5]Πράξ. 20, 28.
[6]Πράξ. 20, 28.
[7]Α' Κορ. 1, 18.

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Κυριακή τῶν Μυροφόρων
(Πράξεις, 6,1-7)
6 Μαίου 1984

Τὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα στὴ θεία Λειτουργία μᾶς δίνει ἀφορμὴ νὰ ὁμιλήσουμε γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐπίμαχα ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας. Στὸν καιρὸ μας εἶναι διχασμένες οἱ γνῶμες γιὰ τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ τὸ τί δηλαδὴ πρέπει νὰ κάνη ἡ Ἐκκλησία καὶ τί νὰ περιμένουν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ὑπάρχει πολλὴ ἀντιλογία σ’ αὐτὸ τὸ ζήτημα, τόσο ποὺ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας βρίσκονται σὲ μεγάλη στενοχώρια γιὰ τὸ τί πρέπει κάθε φορὰ νὰ κάμουν, ὥστε τὸ ἔργο τους νὰ μὴν εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ σκοπὸ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι ὁμιλοῦν γιὰ τὴν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὸ σύγχρονο κόσμο, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πὼς ἡ Ἐκκλησία πρέπει πάντα σὲ κάθε ἐποχὴ νὰ εἶναι παρούσα. Ἡ ἀπορία ὅμως εἶναι στὸ ἑξῆς· κατὰ ποιὸν τρόπο νοεῖται αὐτὴ ἡ παρουσία, τί πρέπει δηλαδὴ νὰ κάνη σήμερα ἡ Ἐκκλησία γιὰ νὰ εἶναι παρούσα; Αὐτὸ εἶν’ ἕνα ἐρώτημα, ποὺ πολὺ βασανίζει τοὺς ἱεροὺς ποιμένες, ὅσο δὲν μποροῦνε νὰ ξέρουν οἱ ποιμαινόμενοι, ποὺ πολλοὶ φτάνουν ὡς καὶ νὰ κρίνουν τοὺς Ἱεροὺς ποιμένες πὼς δὲν κάνουν τάχα καλά το χρέος τους. Ἀλλὰ τὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα δίνει καλὴ ἀπάντηση στὸ ζήτημα αὐτό· καὶ οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ ποιμαινόμενοι βρίσκουν σ’ αὐτὸ τὴν ὀρθὴ λύση στὸ σπουδαῖο πρόβλημα, ποὺ ἀπασχολεῖ πάντα κι ἴσως περισσότερο σήμερα τὴν Ἐκκλησία. Ἀλλ’ ἄς ἀκούσωμε τώρα τὸ ἱερὸ κείμενο σὲ ἀπόδοση στὴ νεοελληνικὴ δημοτικὴ γλώσσα.
«Ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες, ἐνῶ πληθύνονταν οἱ πιστοί, οἱ ἑλληνόγλωσσοι Ἰουδαῖοι ἀρχίσανε νὰ παραπονιοῦνται μὲ τοὺς ντόπιους, ὅτι δὲν προσέχονταν οἱ χῆρες των στὰ καθημερινὰ συσσίτια. Τότε οἱ δώδεκα προσκάλεσαν ὅλους τοὺς πιστοὺς καὶ τοὺς εἶπαν· «Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ἀφήσουμε ἐμεῖς τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ γίνωμε τραπεζοκόμοι. Σκεφθῆτε λοιπόν, ἀδελφοί, καὶ βρῆτε ἀπὸ σᾶς ἑπτὰ ἀνθρώπους μὲ καλὸ ὄνομα, γεμάτους ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ φρόνηση, ποὺ θὰ τοὺς βάλωμε νὰ ὑπηρετοῦν σ’ αὐτὴ τὴν ἀνάγκη, κι ἐμεῖς θὰ ἀφοσιωθοῦμε στὴν προσευχὴ καὶ στὴν ὑπηρεσία τοῦ κηρύγματος». Κι ἄρεσε ὁ λόγος σ’ ὅλο τὸ λαὸ κι ἐξέλεξαν τὸ Στέφανο, ἄνθρωπο γεμάτο πίστη καὶ Πνεῦμα Ἅγιο, καὶ τὸν Πρόχορο καὶ τὸ Νικάνορα καὶ τὸν Τίμωνα καὶ τὸν Παρμενᾶ καὶ τὸ Νικόλαο τὸν προσήλυτο ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια. Αὐτοὺς τοὺς παρουσίασαν στοὺς Ἀποστόλους, κι ἐκεῖνοι ἀφοῦ προσευχήθηκαν τοὺς χειροτόνησαν. Κι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ διαδιδότανε ὅλο καὶ περισσότερο, κι ὅλο καὶ μεγάλωνε ὁ ἀριθμὸς τῶν πιστῶν στὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ πλῆθος ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς δεχόντανε τὴ νέα πίστη».
Ἕνα συνηθισμένο ζήτημα, ποὺ πάντα ἀπασχολεῖ τὴν Ἐκκλησία εἶναι οἱ ἀνάγκες, ἀλλὰ καὶ τὰ παράπονα τῶν ἐνδεῶν, ἐκείνων ποὺ ἀναξιοπαθοῦν καὶ περιμένουν περίθαλψη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἀπ’ αὐτούς, ὄχι μόνο τοὺς ἀναξιοπαθεῖς, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς ἄλλους, ποὺ τὸ ἔκαμαν δουλειά τους νὰ χτυπᾶνε τὶς πόρτες, «ἀπαύστως ἡ Ἐκκλησία παρενοχλεῖται»[1], καθὼς λέγεται σ’ ἕναν Κανόνα κάποιας τοπικῆς Συνόδου. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε τὸ περίφημο ἐκεῖνο, ποὺ κάποιοι κακῶς τὸ παραδέχονται, ὅτι «τοὺς πτωχοὺς πάντοτε ἔχετε μεθ᾽ ἑαυτῶν»[2]. Πάντα θὰ ἔχωμε μαζί μας τοὺς φτωχούς, πάντα δηλαδή, γιὰ τὸν ἕνα ἢ γιὰ τὸν ἄλλο λόγο, θὰ ὑπάρχουν φτωχοὶ στὸν κόσμο, κι ἄς λένε ὅ,τι θέλουν οἱ κοινωνιστικὲς θεωρίες, χωρὶς καὶ νὰ μποροῦνε νὰ ἐξαλείψουν τὴ φτώχεια. Γιατί φτώχεια βέβαια δὲν εἶναι μόνο ἡ ἔλλειψη τοῦ ψωμιοῦ, ἀλλὰ καὶ πολλῶν ἄλλων ἀγαθῶν, καὶ μάλιστα ὄχι ὑλικῶν. Ἡ Ἐκκλησία, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ κοινωνία τῆς ἀγάπης, εἶναι φυσικὸ νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν κατάσταση τῶν μελῶν της. Στὴν Ἐκκλησία, καθὼς γράφει ὁ μεγάλος Ἀπόστολος,«εἴτε πάσχει ἕν μέλος, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη εἴτε δοξάζεται ἕν μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη»[3]. Πάντα λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία, ἀπὸ τὰ χρόνια τῶν Ἀποστόλων μέχρι σήμερα, μέσα στὸ ἔργο της καὶ τὴν ἀποστολή της, χρέος της αἰσθάνεται τὴν ἄσκηση τῆς φιλανθρωπίας, τὴ γενικὴ δηλαδὴ μέριμνα γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς καθοιονδήποτε τρόπο ἐνδεεῖς, χωρὶς διάκριση μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Τὴ χάρη τῶν θείων Μυστηρίων ἡ Ἐκκλησία τὴν παρέχει μόνο στοὺς πιστούς, ἀλλὰ τὴ φιλανθρωπία τὴν ἐκτείνει πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Φιλανθρωπία εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο, κι ἡ ἀγάπη, καθὼς γράφει ὁ Ἀπόστολος,«πάντα στέγει»[4],σκεπάζει καὶ προστατεύει ὅλους.
Ἡ ἄσκηση τῆς φιλανθρωπίας δὲν εἶναι βέβαια εὔκολο καὶ ἀνεύθυνο ἔργο, ἀλλ’ ἀντίθετα εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ δύσκολα καὶ λεπτὰ διακονήματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ φιλανθρωπία, καθὼς καὶ ὅλες οἱ κοινωνικὲς ἀρετὲς ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὴν ἀγάπη, εἶναι πρῶτα καὶ κύρια προσωπικὴ σχέση μεταξύ τν ἀνθρώπων. Σ’ αὐτὴ τὴ σχέση καὶ προσωπικὴ κοινωνία ὁ κάθε χριστιανὸς μὰ κι ὁ κάθε ἄνθρωπος, πηγαῖα καὶ αὐθόρμητα, θεοκίνητος καὶ θεοδίδακτος, σὰν τὸ Σαμαρείτη τῆς παραβολῆς, ξέρει νὰ ἀσκήση φιλανθρωπία, ἀλλὰ καὶ δὲν παράλειψε νὰ διδάξη ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο. Τὸ πρᾶγμα δυσκολεύει, ὅταν ἡ Ἐκκλησία πάη νὰ ξεπεράση τὴ μορφὴ τῆς προσωπικῆς ἄσκησης τῆς φιλανθρωπίας καὶ θέλη, ἐπειδὴ ἀναγκάζεται, νὰ ὀργανώση συλλογικὰ τὴ λειτουργία τῆς πίστεως «τῆς εἰς τοὺς ἁγίους».Μεταχειριζόμαστε εἰδικὲς λέξεις καὶ ἐκφράσεις τοῦ ἀποστόλου Παύλου, γιὰ νὰ μὴν ξεπέση ὁ λόγος στὰ σύγχρονα κρατικὰ καὶ ὑπηρεσιακὰ σχήματα τῆς κοινωνικῆς πρόνοιας καὶ πολιτικῆς. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι μέσα στὰ σχήματα αὐτὰ ὑπάρχει ἡ εὐεργετικὴ καὶ ἀγαθοποιὸς ἐπίδραση τοῦ κοινωνικοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησίια πρέπει νὰ μείνη καὶ μένει στὴ λέξη καὶ στὴν πράξη τῆς φιλανθρωπίας καὶ στὴν ἀποστολικὴ ἔκφραση τῆς λειτουργίας τῆς πίστεως. Ἀλλὰ κι ὅταν συλλογικὰ ὀργανώνη τὴ διακονία, πρέπει νὰ δίνη σ’ αὐτὴν πνευματικὸ περιεχόμενο καὶ τὴ σωστὴ σειρὰ προτεραιότητας μέσα στὰ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ ἔργα, καθὼς φαίνεται στὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ κείμενο. Καὶ θὰ θέλαμε νὰ μὴν προσθέσουμε τίποτε δικό μας στὰ λόγια τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ κειμένου, ποὺ τὰ βλέπομε σὰν τὰ πιὸ χαρακτηριστικά της θείας Γραφῆς, σχετικὰ μὲ τὸ κοινωνικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Καθαρά μᾶς δίνουνε νὰ καταλάβομε τὸ πολὺ σπουδαῖο τοῦτο γιὰ τὸν καιρό μας, ποιὸ δηλαδὴ εἶναι τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί πραγματικὰ στὸν καιρὸ μας οἱ πιὸ πολλοὶ δὲν ξέρομε καλὰ-καλὰ τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τί κάνει ἡ Ἐκκλησία καὶ τί τέλος πάντων πρέπει νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.
Στὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἄς προσέξουμε πρῶτα πὼς Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνο οἱ ἱεροὶ ποιμένες, ἀφοῦ καὶ στὰ χρόνια ἐκεῖνα δὲν ἦσαν μόνο οἱ Ἀπόστολοι. Ἐκκλησία, σὲ μιὰ σειρὰ τιμητικῆς προτεραιότητας, καὶ πάντως ὄχι προνομίων καὶ δικαιωμάτων, ἀλλ’ εὐθυνῶν καὶ χρεῶν, Ἐκκλησία λοιπὸν εἶναι οἱ ἱεροὶ ποιμένες καὶ ὁ λαός. Αὐτὸ θὰ πῆ πὼς καὶ τὰ ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ζητήματα κοινά, τῶν ἱερῶν ποιμένων καὶ τοῦ λαοῦ. Οἱ ἱεροὶ ποιμένες ἔχουν ἡγετικὴ θέση στὴν Ἐκκλησία, μὰ δὲν ἀγνοοῦν τὸ λαὸ καὶ δὲν κάνουν τίποτε χωρὶς τὴ γνώμη τοῦ λαοῦ. Στὸ ἱερὸ κείμενο, ποὺ μᾶς δίνει ἀφορμὴ γιὰ τὴ σημερινὴ ὁμιλία, βλέπομε πὼς οἱ Ἀπόστολοι ἀκοῦνε τὰ παράπονα καὶ παίρνουν τὴν πρωτοβουλία νὰ συγκαλέσουν «τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν»[5]. Ἐδῶ φαίνεται ἡ ἡγετική τους θέση· δὲν περιμένουν τί θὰ πῆ ὁ λαός, ἀλλ’ αὐτοὶ μὲ τὴν ποιμαντική τους εὐθύνη, μελετᾶνε τὸ ζήτημα καὶ προτείνουν τὴ λύση στὸ λαό. Ὅπου πρέπει νὰ προτείνουν, προτείνουν οἱ Ἀπόστολοι· ὅπου πρέπει νὰ ψηφίσουν, ψηφίζει ὁ λαός. Ἔτσι ὅλη ἡ Ἐκκλησία, τὸ σῶμα στὸ ὁποῖο ὅλοι ἔχουν κοινὰ διαφέροντα κι ὁ καθένας προσωπικὴ εὐθύνη, βουλεύεται καὶ ἀποφασίζει. Μακάρι μόνο νὰ μποροῦμε κάθε φορὰ νὰ ξέρωμε ποιὸ εἶναι τὸ «πλῆθος τῶν μαθητῶν», γιατί συμβαίνει πολλοὶ νὰ λένε σήμερα πὼς εἶναι χριστιανοί, ἀλλὰ πολὺ λίγοι νὰ εἶναι καὶ μαθητές. Ἔπειτα βλέπομε τί δὲν εἶναι καὶ τί εἶναι σωστὸ γιὰ τοὺς ἱεροὺς ποιμένες. Σωστὸ γενικὰ δὲν εἶναι νὰ ἀφήνης τὸ ἔργο σου καὶ νὰ καταγίνεσαι μὲ τὰ ἔργα τῶν ἄλλων· παρεκτὸς κι ἂν δὲν ἀγαπᾶς καὶ δὲν ἐκτιμᾶς τὸ ἔργο, μὲ τὸ ὁποῖο σὲ τίμησε ὁ Θεὸς στὴν Ἐκκλησία. Οἱ ἱεροὶ ποιμένες στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι γιὰ τραπεζοκόμοι, ὅση κι ἂν παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη· οἱ ποιμένες στὴν Ἐκκλησία, ὡς ἱερεῖς, εἶναι γιὰ νὰ προσκαρτεροῦν στὸ ἔργο τῆς θείας λατρείας καὶ τοῦ κηρύγματος, ὅσο κι ἂν κάποτε αὐτὸ τὸ διπλὸ ἔργο φαίνεται τάχα περιττὸ καὶ ἄχρηστο. Κι ὅμως ὁ ἱερὸς ποιμένας εἶναι τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ στὴν Ἐκκλησία, ὥστε τίποτε νὰ μὴ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν ποιμαντική του εὐθύνη καὶ μέριμνα. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι στὴ θεία λατρεία καὶ τὸ κήρυγμα θὰ διακονήση προσωπικὰ ὁ ἴδιος, ἐνῶ στὴ λειτουργία τῆς πίστεως θὰ ζητήση βοηθοὺς ἀπὸ τὸ λαό. Αὐτὸς θὰ δώση στὸ λαὸ τὸν οὐράνιο ἄρτο, οἱ βοηθοὶ καὶ διάκονοί του θὰ μοιράσουν τὸν ἄρτο τὸν ἐπιούσιο.
Ἀλλὰ τὸ ἱερὸ κείμενο δὲν παραλείπει νὰ πῆ καὶ γιὰ τὰ οὐσιαστικὰ προσόντα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ θὰ βοηθήσουν στὸ ἔργο τοῦ ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας· σύμφωνα μὲ τὴν πρόταση τῶν Ἀποστόλων, πρέπει νὰ ἔχουν καλὸ ὄνομα καὶ νὰ εἶναι «πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας»[6]. Οὔτε τὸ πρῶτο μόνο, χωρὶς κάποιες πρακτικὲς δεξιότητες οὔτε τὸ δεύτερο μόνο, χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὸ πρῶτο εἶν’ ἔκεινο ποὺ δίνει ὁ Θεός, τὸ δεύτερο εἶν᾽ ἐκεῖνο ποὺ εἰσφέρει ὁ ἄνθρωπος· καὶ τὸ ξέρομε πὼς ὄχι μόνο ἡ ἐπιτυχία σὲ κάθε ἔργο, ἀλλὰ καὶ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ δύο αὐτά, ἀπὸ τὴ θεία χάρη καὶ τὴν ἀνθρώπινη θέληση. Ἡ χάρη καὶ μόνη της ἀρκεῖ, καθὼς τὸ εἶπε ὁ Χριστὸς πρὸς τὸν ἀπόστολο Παῦλο·«ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου»[7]· μὰ ἡ χάρη θεραπεύει τὰ ἀσθενῆ καὶ ἀναπληρώνει τὰ ἐλλείποντα, πάει νὰ πῆ πὼς δὲν δίνεται σ’ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει τίποτε δικό του. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς λέγει στὸ Εὐαγγέλιο· «παντὶ τῷ ἔχοντι δοθήσεται...»[8]. Οὔτε ὅμως καὶ τὰ οὐσιαστικὰ αὐτὰ προσόντα φτάνουν, γιὰ νὰ ἀναλάβη κανεὶς ὑπεύθυνη διακονία στὴν Ἐκκλησία. Τὸ ἱερὸ κείμενο λέγει ὅτι ὁ λόγος τῶν Ἀποστόλων «ἤρεσεν ἐνώπιον παντός τοῦ πλήθους»[9], ἐξέλεξαν λοιπὸν τοὺς ἑπτὰ διακόνους, «οὕς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων»[10], καὶ οἱ Ἀπόστολοι «προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χείρας»[11]. Οἱ ἑπτὰ διάκονοι δὲν ἐξελέγησαν καὶ δὲν διωρίστηκαν ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ χειροτονήθηκαν. Αὐτὸ θὰ πῆ πὼς ἡ φροντίδα γιὰ τοὺς φτωχούς, ἡ ἄσκηση τῆς φιλανθρωπίας στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἐργασία, ἀλλὰ λειτουργία, καθὼς αὐτὴ τὴ λέξη μεταχειρίζεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὶς ἐπιστολές του. Αὐτοὶ στοὺς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία ἀναθέτει αὐτὴ τὴ διακονία, εἶναι κι αὐτοὶ λειτουργοί, κι εἶναι ἀκριβῶς ἐδῶ ποὺ φαίνεται ἡ διαφορὰ μεταξύ τῆς κοινωνικῆς πρόνοιας καὶ πολιτικῆς τοῦ Κράτους καὶ τῆς φιλανθρωπίας ποὺ ἀσκεῖ ἡ Ἐκκλησία· ἡ κοινωνικὴ πρόνοια εἶναι πράξη πολιτική, ἐνῶ ἡ φιλανθρωπία εἶναι λειτουργία, πράξη ἱερή, ποὺ συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴ θεία λατρεία. Ἡ Ἐκκλησία τὴ μέριμνα γιὰ τοὺς φτωχοὺς τὴν θέλει ἐνσωματωμένη μέσα στὴ θεία Λειτουργία, γι’ αὐτὸ μὲ τὴν ἴδια λέξη τὴν ὀνομάζει κι αὐτὴ λειτουργία, «λειτουργία τῆς πίστεως»[12].
Βλέπομε λοιπὸν ποιὸ εἶναι τὸ πρᾶγμα στὴν οὐσία του καὶ πόσο μακρυὰ βρισκόμαστε σήμερα σὲ τοῦτο τὸ σημεῖο ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς ἀποστολικῆς ἐποχῆς, ὅταν μὲ πολὺ κοσμικοὺς καὶ θεαματικοὺς τρόπους θέλομε νὰ ἀσκήσουμε τὴ φιλανθρωπία, κάνοντας πολὺ θόρυβο στὸ δρόμο καὶ στὶς ἐφημερίδες, μὲ λαχειοφόρες ἀγορές, μὲ ποδοσφαιρικοὺς ἀγῶνες καὶ μὲ ἀποκρηάτικους χορούς, γιὰ νὰ συλλέξουμε χρήματα γιὰ τὴ φτώχεια. Αὐτὰ βέβαια δὲν εἶναι λειτουργία τῆς πίστεως, καθὼς τὴν ἐννοεῖ καὶ τὴν θέλει ἡ Ἐκκλησία, ὅταν στὴ θεία Λειτουργία δέεται· «Μνήσθητι, Κύριε, τῶν μεμνημένων τῶν πενήτων».  






[1]Κανὼν 79 τῆς ἐν Καρθαγένῃ Τοπικῆς Συνόδου. Πηδάλιον Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, σελ. 504.
[2]Ματθ. 26, 11.
[3]Α' Κορ. 12, 26-27.
[4]Α'Κορ. 13,7.
[5]Πράξ. 6, 2.
[6]Πράξ. 6, 3.
[7]Β' Κορ. 12, 9.
[8]Ματθ. 13, 12.25, 29.
[9]Πράξ. 6, 5.
[10]Πράξ. 6, 6.
[11]Πράξ. 6,7.
[12]Φιλιπ. 2, 17.

Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Κυριακή τῆς  Ὀρθοδοξίας
(Πρὸς Ἑβραίους, 11, 23-27, 32-40)
11 Μαρτίου 1984
Ἡ πρώτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν, ἡ αὐριανὴ δηλαδὴ Κυριακή, εἶναι ἀφιερωμένη στοὺς ἀγῶνες καὶ τὴ νίκη τῆς  Ὀρθοδοξίας, ὡς «ἐποφειλομένη πρὸς Θεὸν ἐτήσιος εὐχαριστία, καθ᾽ ἣν ἡμέραν ἀπελάβομεν τὴν τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν, σὺν ἀποδείξει τῶν τῆς  εὐσεβείας δογμάτων...»[1]. Ἔτσι ἀρχίζει τὸ Συνοδικόν της  ἕβδομης οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ διαβάζεται αὔριο στὴ Λιτανεία τῶν ἱερῶν εἰκόνων στὸ τέλος τῆς  ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου. Κι οἱ χριστιανοί, ὅσοι ξέρουνε νὰ ἐκτιμήσουν τὴν ὀρθόδοξη πίστη τους καὶ σέβοναι τὴν ἱερὴ κληρονομιὰ τῶν πατέρων τους, ὅσοι δὲν ξεχνᾶνε τὸ χρέος τους καὶ ζοῦν μὲ τὴ συνείδηση τῆς  εὐθύνης των, ὅσοι δὲν ἀγνοοῦν πὼς εἶναι ὄχι μόνο κληρονόμοι, ἀλλὰ καὶ μάρτυρες τῆς  Ὀρθοδοξίας, ἐκεῖνοι δηλαδὴ ποὺ ἀποδείχνουν καὶ βεβαιώνουν τὴν ὑπόστασή της, οἱ χριστιανοὶ λοιπόν, μὲ βαθειὰ εὐγνωμοσύνη καὶ κατάνυξη, καθὼς ἀκοῦνε νὰ διαβάζεται τὸ Συνοδικόν, ἀναφωνοῦν· «Αἰωνία ἡ μνήμη!». Αἰωνία ἡ μνήμη τῶν μακαρίων καὶ ἀοιδίμων πατέρων μας, ὅλων ποὺ ἀγωνίστηκαν γιὰ νὰ φυλάξουν καὶ νὰ μᾶς παραδώσουν τὴν ὀρθόδοξη πίστη μας· τὴν πίστη ποὺ μᾶς κρατάει καὶ σὰν Ἐκκλησία καὶ σὰν Ἔθνος. Γιατί, καὶ νὰ θέλωμε, δὲν μποροῦμε νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν ἱστορική μας ταυτότητα· εἴμαστε Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Σ’ αὐτὲς τὶς ἱερὲς λέξεις ἄλλοι πειράζονται καὶ βαλθήκανε νὰ τὶς ξεγράψουν, ἄλλοι δημαγωγικὰ τὶς καπηλεύουν, κι ἄλλοι δίκαια καυχιοῦνται καὶ πιστεύουν πώς, ἂν εἶναι μέσα στὴ σύγχρονη θύελλα νὰ σωθοῦμε καὶ νὰ ἐπιβιώσουμε, θὰ τὸ κατορθώσουμε μόνο ριζώνοντας στὴν ὀρθόδοξη παράδοσή μας... Ἄς ἀκούσωμε ὅμως πρῶτα τὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς  θείας Λειτουργίας στὴ νεοελληνικὴ δημοτικὴ γλώσσα.
«Ἀδελφοί, ὁ Μωϋσῆς ἦταν ἄνθρωπος μὲ πίστη, γι’ αὐτὸ κι ὅταν δοξάστηκε, ἀρνήθηκε νὰ λέγεται γιὸς τῆς  κόρης τοῦ Φαραώ, καὶ προτίμησε καλύτερα νὰ κακοπαθῆ μαζὶ μὲ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ παρὰ νὰ χαίρεται πρόσκαιρη ἁμαρτωλὴ ἀπόλαυση. Ἔκρινε πὼς ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τῆς Αἰγύπτου πιὸ μεγάλος πλοῦτος ἤτανε νὰ ὀνειδίζεται σὰν τὸ Χριστό, γιατί ἔβλεπε μακρύτερα, στὴν ἀμοιβὴ δηλαδὴ ποὺ θὰ εἶχε νὰ λάβη ἀπὸ τὸ Θεό... Καὶ τί νὰ λέγω περισσότερα; Γιατί δὲν θὰ μὲ φτάση ὁ χρόνος νὰ διηγοῦμαι γιὰ τὸν Γεδεὼν τὸν Βαρὰκ καὶ τὸ Σαμψὼν καὶ τὸν Ἰεφθάε, γιὰ τὸν Δαβὶδ καὶ τὸ Σαμουὴλ καὶ γιὰ τοὺς Προφῆτες. Ὅλοι αὐτοί, γιὰ νὰ ᾽χουν πίστη, νίκησαν βασίλεια, ἐργάστηκαν τὴν ἀρετή, ἔλαβαν ἀπὸ τὸ Θεὸ ἐπαγγελίες, ἔκλεισαν στόματα λιονταριῶν, ἔσβησαν τὴ δύναμη τῆς  φωτιᾶς, γλύτωσαν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ μαχαιριοῦ, γιατρεύτηκαν ἀπὸ ἀρρώστιες, ἔγιναν δυνατοὶ στὸν πόλεμο, νίκησαν καὶ κυνήγησαν ἐχθρικὰ στρατεύματα· γυναῖκες πῆραν ἀναστημένα τὰ νεκρὰ παιδιά τους, ἄλλοι δάρθηκαν κι ἔστερξαν νὰ μὴν ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους γιὰ νὰ γλυτώσουν, γιατί ποθούσανε νὰ δοῦν μιὰ καλύτερη λύτρωση ἄλλοι τους πάλι ἐμπαίχτηκαν καὶ μαστιγώθηκαν κι ἀκόμα δέθηκαν καὶ φυλακίστηκαν, λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, δοκίμασαν πειρασμούς, τοὺς ἔφαγε τὸ μαχαίρι, περιπλανήθηκαν ντυμένοι προβιὲς καὶ γιδοτόμαρα, μέσα σὲ στέρηση καὶ θλίψη καὶ κακουχία, γυρίζοντας στὶς ἐρημιὲς καὶ στὰ βουνά, στὰ σπήλαια καὶ στὶς τρύπες τῆς  γῆς· γι’ αὐτοὺς δὲν ἦταν ἄξιος ὁ κόσμος. Κι ὅλοι αὐτοί, ἂν καὶ μὲ τὴν πίστη τους βεβαιώθηκε ἡ ἁγιωσύνη τους, ὅμως δὲν εἴδανε νὰ ἐκπληρώνεται γι’ αὐτοὺς ἡ θεία ὑπόσχεση, γιατί ὁ Θεὸς πρόβλεψε κάτι καλύτερο γιὰ μᾶς, νὰ μὴ λάβουν δηλαδὴ ἐκεῖνοι χωρὶς ἐμᾶς τὸν τέλειο μισθό τους».
Αὐτὰ τὰ ὀνόματα καὶ τὰ περιστατικά, ποὺ ἀναφέρονται σ’ αὐτὴ τὴν περικοπὴ ἀπὸ τὴν «πρὸς Ἑβραίους» ἐπιστολή, εἶναι κεφάλαια καὶ ὁλόκληρα βιβλία ἀπὸ τὴν ἐθνικὴ καὶ ἱερὴ Ἱστορία τοῦ περιούσιου λαοῦ. Ὁ Ἀπόστολος ἀναφέρεται σ’ ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ γεγονότα, γιὰ νὰ βεβαιώση πὼς ἡ δύναμη μέσα στὸν ἄνθρωπο, ποὺ τὸν κινεῖ σὲ μεγάλες πράξεις, σὲ πράξεις ἡρωϊσμοὺ καὶ θυσίας, εἶναι ἡ πίστη. Εἶναι χαρακτηριστική, γιὰ νὰ τὴν προσέξουμε, ἡ πρόταση ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ Ἀπόστολος παίρνει ἀφορμή, γιὰ νὰ ὁμιλήση μὲ παραδείγματα ἀπὸ τὴν Ἱστορία γιὰ τὴν πίστη, σ’ ὁλόκληρο τὸ ἑνδέκατο κεφάλαιο τῆς  «πρὸς Ἑβραίους» ἐπιστολῆς. «Ἡμεῖς δέ», γράφει «οὐκ ἐσμὲν ὑποστολῆς εἰς ἀπώλειαν, ἀλλὰ πίστεως εἰς περιποίησιν ψυχῆς»[2]· ἐμεῖς δὲν εἴμαστε ἀπὸ κείνους, ποὺ ὑποχωροῦν καὶ χάνονται, ἀλλὰ εἴμαστε ἄνθρωποι μὲ πίστη γιὰ τὴ σωτηρία τῆς  ψυχῆς μας. Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουν πίστη, στὶς μεγάλες καὶ κρίσιμες ὧρες ὑποχωροῦν, ἐγκαταλείπουν τὸν ἀγῶνα, τὰ μαζεύουν καὶ φεύγουν γιὰ νὰ χαθοῦν. Οἱ ἄλλοι ὅμως, ποὺ εἶναι ὡπλισμένοι μὲ πίστη, αὐτοὶ δὲν ὑποστέλλουν τὴ σημαία τους καὶ δὲν ἐγκαταλείπουν τὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ παλεύουν γιὰ τὴ σωτηρία τους. Ὅταν ὁ Ἀπόστολος ἐδῶ ὁμιλῆ γιὰ πίστη, δὲν ἐννοεῖ μιὰ ἀόριστη καὶ ἄπιαστη αἰσιοδοξία, ἀλλὰ μιὰ ξεκαθαρισμένη καὶ προσωπικὴ ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό. Αὐτὴ ἡ πίστη, καθὼς ἀμέσως στὴ συνέχεια τὴν ὁρίζει, σ’ ἕναν μοναδικὸ καὶ θεόπνευστο ὁρισμό, εἶναι «ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων»·[3] ἡ πίστη δίνει ὑπόσταση σ’ ἐκεῖνα ποὺ ἐλπίζομε καὶ κάνει βέβαια ἐκεῖνα ποὺ δὲν βλέπομε. Καὶ προχωρώντας λίγο παρακάτω, ὁ Ἀπόστολος βεβαιώνει· «χωρὶς δὲ πίστεως ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι»[4]· χωρὶς πίστη, κενὸς καὶ ἀδειανὸς μέσα του, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀδύνατο νὰ κάμη κάτι καλὸ καὶ γενναῖο, ὅ,τι ζητάει πάντα ἀπὸ τὸν καθέναν ὁ Θεός. Νὰ τὸ ποὺ μὲ πιὸ ἁπλά· ἄνθρωπος χωρὶς πίστη δὲν φελάει σὲ τίποτε. Κι ὄχι μόνο δὲν φελάει, μὰ εἶναι κι ἐπιζήμιος καὶ καταστρεπτικὸς καὶ στὸν ἑαυτό του καὶ στοὺς ἄλλους.
Ὁ Ἀπόστολος, γιὰ νὰ δείξει τί εἶναι καὶ τί κατορθώνει ἡ πίστη, δὲν ὁμιλεῖ θεωρητικά. Ποτὲ ἡ θεία Γραφὴ δὲν ὁμιλεῖ θεωρητικὰ καὶ δὲν κατασκευάζει μὲ τὸ νοῦ σχήματα καὶ πλαίσια, μέσα στὰ ὁποῖα βάζει τοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ ζήσουν. Ἡ ἱστορία τοῦ περιούσιου λαοῦ, ποὺ δὲν εἶναι μόνο ἡ ἐθνικὴ ἱστορία τῶν Ἑβραίων, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἡ ἱερὴ ἱστορία τῆς  θείας οἰκονομίας, εἶναι γεμάτη ἀπὸ ζωντανὰ παραδείγματα ἀνθρώπων μὲ πίστη στὸ Θεό, γιὰ τοὺς ὁποίους καὶ γιὰ τὰ κατορθώματά τους ὁμιλεῖ ὅλη ἡ Παλαιὰ Διαθήκη. Εἶναι Πατριάρχες, εἶναι Προφῆτες, εἶναι ἄνδρες, εἶναι γυναῖκες, εἶναι ἄνθρωποι ἐπίσημοι καὶ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ. Ἐμεῖς βέβαια δὲν αἰσθανόμαστε τώρα τὴν ἴδια συγκίνηση, ποὺ αἰσθάνονταν οἱ «ἐξ Ἑβραίων» χριστιανοί, ὅταν διάβαζαν τὴν ἐπιστολή, γιατί ἀγνοοῦμε καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα στὰ ὁποῖα ἀναφέρεται ὁ Ἀπόστολος. Ἐκεῖνοι ὅμως καὶ ἤξεραν γιὰ ποιοὺς ἔλεγε καὶ ἱερὴ κατάνυξη αἰσθάνονταν καὶ ἐθνικὴ καύχηση εἶχαν, γιατί ἦσαν ἄνθρωποι δικοί τους στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ καὶ γεγονότα τῆς  ἐθνικῆς των ἱστορίας, ποὺ εἶχαν μιὰ ξεχωριστὴ θέση μέσα στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ ὁ Ἀπόστολος δὲν γράφει γιὰ νὰ ἱκανοποιήση τὴν ἐθνικὴ φιλοτιμία τῶν Ἑβραίων, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξη τί εἶναι καὶ τί κατορθώνει ἡ πίστη. Σὲ μιὰ στιγμή, ἐκεῖ ποὺ ἀπαριθμεῖ ὀνόματα καὶ πράξεις, λέγει «ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος!», δὲν ἦταν ἄξιος ὁ κόσμος γιὰ τέτοιους ἀνθρώπους. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅταν ἑρμηνεύη αὐτὴ τὴ φράση τοῦ Ἀποστόλου, ρωτάει· «Τί τοίνυν ἔμελλον ἐνταῦθα ἀπολαμβάνειν, ὧν οὐδὲν τῶν ἐν τῷ κόσμῳ ἦν ἄξιον;»[5]. Τί εἶχαν καὶ τί ἔχουνε νὰ κερδίσουν καὶ τί περιμένουν ἐδῶ νὰ πάρουν οἱ Ἅγιοι, οἱ ἄνθρωποι τῆς  πίστεως καὶ τοῦ χρέους, ὅταν τίποτε στὸν κόσμο δὲν ἀξίζει γιὰ νὰ πληρωθῆ ἡ προσφορά τους; Στὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει νόμισμα γιὰ νὰ πληρωθῆ ἡ θυσία· τίποτε δὲν ἔχει νὰ δώση ὁ κόσμος σὲ κεῖνον ποὺ δίνει τὴ ζωή του. Δὲν πληρώνεται ἡ μητέρα, δὲν πληρώνεται ὁ πατέρας, δὲν πληρώνεται ὁ ἱερέας, δὲν πληρώνεται ὁ δάσκαλος, δὲν πληρώνεται ὁ γιατρός· κανένας δὲν πληρώνεται ἀπ’ ὅσους λειτουργοῦν στὸ ναὸ τῆς  ζωῆς. Κι αὐτοί, ὅσοι πιστεύουν καὶ προσφέρουν, γι’ αὐτὸ ποτὲ δὲν μέτρησαν τὴν προσφορά τους μὲ τὴν ἀπολαβή τους, τὸ χρέος τους μὲ τὸ λεγόμενο δικαίωμα. Ἡ πίστη τους ξεπερνᾶ τὰ ὅρια τοῦ κόσμου, δίνει ὑπόσταση σ’ ἐκεῖνα ποὺ ἐλπίζουν καὶ κάνει βέβαια ἐκεῖνα ποὺ δὲν βλέπουν.
Γιὰ πολλὰ πράγματα καυχιέται ὁ κόσμος· γιὰ τέχνες, γιὰ ἐπιστῆμες, γιὰ τεχνικὰ ἔργα, γιὰ κατασκευὲς καὶ γιὰ καταστροφές. Τὶς τελευταῖες θὰ ’πρεπε οἱ ἄνθρωποι πάντα νὰ τὶς θυμοῦνται γιὰ νὰ διδάσκωνται, ἀλλὰ κρῖμα ποὺ ἐδῶ εἶναι πολὺ ἀδύνατη ἡ μνήμη τους. Τίποτε ἀπ’ ὅλα, γιὰ τὰ ὁποῖα καυχιέται ὁ κόσμος δὲν θὰ βρεθῆ, ποὺ νὰ ἔχη ἀξία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Θὰ μείνη μόνο ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ πίστη τῶν Ἁγίων, αὐτὰ τὰ τρία· τὸ αἷμα τῶν Μαρτύρων, τὰ δάκρυα τῶν Ὁσίων καὶ ὁ ἱδρώτας τῶν Δικαίων. Αὐτὰ τὰ τρία εἶναι ἡ λογικὴ λατρεία καὶ σπουδὴ τῆς  ἁγιωσύνης, γιὰ τὴν ὁποία δὲν ἀξίζει ὅλος ὁ κόσμος μὲ ὅ,τι σηκώνει καὶ κουβαλάει στὴν ἱστορία του. Τὸ «ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος»[6], ὅπως κι ἂν τὸ πάρωμε καὶ τὸ ἐξηγήσουμε, εἶναι τὸ ἴδιο· εἴτε ἂν ποῦμε πὼς ὅλος ὁ κόσμος μὲ ὅ,τι ἔχει καὶ μπορεῖ νὰ δώση δὲν ἀξίζει ὅσο ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ πίστη τῶν Ἁγίων εἴτε ἂν ποῦμε πὼς ὁ κόσμος ποτὲ δὲν στάθηκε ἱκανὸς νὰ καταλάβη καὶ νὰ ἐκτιμήση τὴν ἀξία τῆς  ἁγιωσύνης. Νὰ τὴν καταλάβη καὶ νὰ τὴν ἐκτιμήση, ὄχι γιὰ νὰ τὴν πληρώση, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν ἀγαπήση καὶ νὰ τὴν μιμηθῆ. Ὁ κόσμος, καθὼς τὸ ἀκοῦμε σὲ κάποια ἀναγνώσματα τοῦ Ἑσπερινοῦ, εἶναι οἱ λαοὶ οἱ «ἰδόντες καὶ μὴ νοήσαντες...»· οἱ ἄνθρωποι μὲ τοὺς ὁποίους παλεύει ὁ Θεὸς γιὰ νὰ τοὺς κερδίση, μὰ ποὺ αὐτοὶ ἀπ’ ὅσα βλέπουν καὶ ἀκοῦνε τίποτε δὲν βάζουν στὸ μυαλό τους. Ἀκοῦνε, βλέπουν καὶ δὲν καταλαβαίνουν.
Θὰ πῆ τώρα κάποιος πὼς παίρνομε θέση ἐναντίον τοῦ κόσμου, πὼς ἡ Ἐκκλησία μισεῖ τὸν κόσμο. Ἀλλά, ὅταν ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν κόσμο, ποιοὶ εἲμαστ’ ἐμεῖς ποὺ θὰ τὸν μισήσουμε; Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν κόσμο κι ἔρχεται γιὰ νὰ τὸν σώση, καὶ εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ «αἴρει τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου»[7]. Ἡ Ἐκκλησία, ἂν καὶ δὲν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου»[8], ἀλλὰ εἶναι στὸν κόσμο καὶ παλεύει γιὰ νὰ ἀπαλλάξη τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν κυριαρχία τοῦ δαιμονικοῦ, γιατί «ὁ κόσμος ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται»[9]. Ἡ Ἐκκλησία δὲν κρίνει τὸν κόσμο, ἀλλὰ σηκώνει τὸν κόσμο τὸν παίρνει ἐπάνω της, γιὰ νὰ τὸν φέρη στὴν ἀνάσταση καὶ νὰ τὸν περάση ἀνακαινισμένο στὸν μέλλοντα αἰῶνα. Κι ἔχει κι ἐδῶ πάλι τὴ θέση του ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου, ὅτι «οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος». Τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης, ποὺ «πλανᾶ τὴν οἰκουμένην ὅλην»[10], δὲν ἀφήνει τὸν κόσμο νὰ δεχθῆ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ ὁ κόσμος λιθοβολεῖ τοὺς Προφῆτες καὶ σταυρώνει τὸ Σωτήρα του καὶ μισεῖ τὴν Ἐκκλησία καὶ διώκει τοὺς Ἁγίους. Καὶ μόνο γιατί τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι σοφία καὶ δύναμη Θεοῦ νικᾶ τὸν κόσμο, καὶ μόνο γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἀναστημένος Χριστὸς «οὐκέτι ἀποθνήσκει»[11], καὶ μόνο γιατί ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν κόσμο, ὁ κόσμος δὲν καταστράφηκε ἀκόμα. Κατὰ τὰ ἄλλα, οὔτε ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀπόκοσμη οὔτε τὸ κήρυγμα ἐλέγχει καὶ κρίνει τὸν κόσμο, γιατί τώρα δὲν εἶναι ὁ καιρὸς τῆς  κρίσεως, ἀλλὰ ἡ προθεσμία τῆς  σωτηρίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι στὸν κόσμο καὶ φωτίζει τὸ δρόμο γιὰ νὰ πορεύεται ὁ κόσμος, μὰ συμβαίνει πολλὲς φορὲς ὁ κόσμος νὰ μισῆ τὸ φῶς καὶ νὰ προτιμᾶ τὸ σκότος, «ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ»[12]. Τότε δὲν εἶναι πιὰ ἡ Ἐκκλησία ποὺ κρίνει καὶ καταδικάζει, ἀλλὰ ὁ κόσμος ποὺ «ἀντιπίπτει τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ»[13] καὶ «ἁμαρτάνει ὤν αὐτοκατάκριτος»[14].
Μέσα σὲ ὅσα μπορέσαμε ὡς ἐδῶ νὰ ποῦμε εἶναι τὸ νόημα τῆς  αὐριανῆς ἑορτῆς τῆς  Ὀρθοδοξίας. Ἡ ἀθεΐα θέλει νὰ μᾶς βάλη νὰ πιστέψουμε πὼς μόνο γιὰ τὸ ψωμὶ ζοῦν καὶ ἀγωνίζονται οἱ ἄνθρωποι. Οἱ ἐχθροί τῆς  Ἐκκλησίας, μακάρι νὰ μὴν εἶναι καὶ τῆς  Πατρίδας, δὲν κουράζονται μὲ ὅλα τὰ μέσα καὶ μὲ ὅλους τοὺς τρόπους νὰ κηρύττουν πὼς γιὰ τὸν ἄνθρωπο δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο παραπάνω ἀπὸ τὶς ὑλικὲς καὶ σωματικές του ἀνάγκες· αὐτὲς εἶναι ἡ ζωή του, γι’ αὐτὲς ὑπάρχει, γι’ αὐτὲς ἐπαναστατεῖ, γι’ αὐτὲς πολεμάει, γι’ αὐτὲς γίνεται ἥρωας. Μὰ δὲν χρειάζεται πολὺ γιὰ νὰ καταλάβωμε πὼς αὐτὸ εἶναι μιὰ μεγάλη πλάνη. Τάχα μόνο γιὰ τὸ ψωμὶ ἔζησαν, ἀγωνίσθηκαν καὶ πέθαναν ἄνθρωποι; Τάχα μόνο ἀνάμεσα στοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς πεινασμένους γεννήθηκαν ἥρωες, ποὺ δὲν τοὺς ἀντρείωνε τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἀνάγκη, ἡ φτώχεια καὶ ἡ πείνα; Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν παρασύρθηκε ἀπὸ μιὰ τέτοια πλάνη καὶ δὲν ὑπόκυψε, ὅταν «ὁ πειράζων»[15] τὸν βρῆκε πεινασμένο στὴν ἔρημο. Τοῦ πέταξε κατὰ πρόσωπο τὸ «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος...»[16], δὲν εἶναι μόνο τὸ ψωμὶ ποὺ θέλει ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ ζήση. Εἶναι κι ἄλλα, καὶ μάλιστα σὲ ἀξία πρὶν ἀπὸ τὸ ψωμί, γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἂν καὶ πεινοῦσε, δὲν ξεγελάστηκε νὰ κάμη τὶς πέτρες ψωμιά. Μὰ στὸν καιρὸ μας ὁ κόσμος ἔχει ὑποκύψει στὸν πρῶτο πειρασμό· ποτισμένοι καὶ παραζαλισμένοι ἀπὸ τὴν πλάνη πὼς ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνο τὸ ψωμί, βάλθηκαν ὅλοι νὰ κάμουν τὶς πέτρες ψωμιά. Μὰ ἔτσι συμβαίνει μέσα στὴν πλησμονὴ καὶ χορτασιὰ τους ἄλλοι νὰ αἰσθάνωνται τὸν ἑαυτὸ τους μέσα τους πεινασμένο κι ἀδειανό, κι ἄλλοι μέσα στὴ στέρηση καὶ τὴν ἀθλιότητα νὰ πεθαίνουν ἀπὸ τὴν πείνα. Ἡ πλάνη δὲν μπόρεσε νὰ λύση τὸ πρόβλημα τῆς  διατροφῆς καὶ νὰ κάμη καλύτερους τοὺς ἀνθρώπους, γιατί ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνο ὅ,τι τρώγει καὶ γιατί ἐκεῖνο ποὺ λείπει δὲν εἶναι μόνο τὸ ψωμί. Τὸ ψωμὶ πάντα ὑπάρχει, καὶ στὸν καιρὸ μας περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλοτε, καὶ μόνο δὲν ὑπάρχουν ἐκεῖνοι, ποὺ θὰ μπορέσουνε νὰ τὸ μοιράσουν δίκαια σὲ ὅλους. Ἡ αὐριανὴ ἑορτὴ τῆς  Ὀρθοδοξίας δὲν εἶναι μόνο σὲ ἀνάμνηση τῆς  ἀναστήλωσης τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ δὲν εἶναι μόνο εὐχαριστία στὸ Θεὸ γιὰ τὴν καταπολέμηση τῶν αἱρέσεων, εἶναι καὶ ἡμέρα προσευχῆς τῆς  Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ φυλάγη ὁ Θεὸς τὸν κόσμο ἀπὸ κάθε πλάνη, ποὺ δολιεύεται τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ τὴν ἀληθινὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, μέσα σ’ αὐτὴ τὴν Ἐκκλησία βρίσκει τὴν πίστη του καὶ σ’ αὐτὴν ἔχει βέβαιη τὴ σωτηρία του. Γι’ αὐτὸ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους, τοὺς Μάρτυρες καὶ τοὺς Ὁμολογητές, ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν πνευματική του ἀσφάλεια καὶ γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀνανεώνει κάθε χρόνο σὰν αὔριο καὶ κάθε μέρα στὴ συνείδησή του τὴν ὑπόσχεση καὶ τὸν ὅρκο· «Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία»[17]. Ἀμήν.








[1] Συνοδικόν της  ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Ζ' Συνόδου ὑπὲρ τῆς  Ὀρθοδοξίας, Προοίμιον.

[2] Ἑβρ. 10, 39.
[3] Ἑβρ. 11, 1-2.
[4] Ἑβρ. 11,6.
[5] Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολήν, MPG 63,188.4.
[6] Ἑβρ. 11,38.
[7] Ἰω. 1,29.
[8] Α´ Ἰω. 2, 17.
[9] Α´  Ἰω. 5, 19.
[10] Ἀποκ. 12, 9.
[11] Ρωμ. 6, 9.
[12] Ἰω. 3,21.
[13] Πράξ. 7,51.
[14] Τίτ. 3, 11.
[15] Ματθ. 4,3.
[16] Δευτ. 8, 3. Ματθ. 4, 4.
[17] Ἰωσὴφ Βρυέννιος