Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ

Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης



Τίποτ᾽  ἄλλο δὲν εἶναι τόσο βέβαιο στὴ ζωὴ μας παρὰ ὅτι θὰ ἀποθάνωμε. Τὸ γεγονὸς ὅτι γεννηθήκαμε καὶ εἴμαστε σὲ τοῦτο τὸν κόσμο ὁδηγεῖ στὴ βεβαιότητα πὼς μιὰ μέρα θὰ φύγωμε. Κάθε μέρα τὸ βλέπομε καὶ τὸ διαπιστώνομε, πὼς ἄνθρωποι γεννιοῦνται κι ἄνθρωποι ἀποθνήσκουν· ἄλλοι ἔρχονται κι ἄλλοι φεύγουν. Ἀλλὰ κι ἄλλο ἕνα εἶναι τὸ ἴδιο βέβαιο, πὼς θὰ κριθοῦμε, πὼς θὰ δώσουμε δηλαδὴ λόγο γιὰ τὴ διαγωγή μας σὲ τούτη τὴ ζωή. Αὐτὴ εἶναι κοινὴ πίστη, ριζωμένη μέσα σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν λαῶν κι ὅλων τῶν αἰώνων. Ἀλλὰ ἔχομε «βεβαιότερον τὸν προφητικὸν λόγον»[1]· ἡ θεία Γραφὴ ὁμιλεῖ γιὰ τὴ μεγάλη καὶ ἐπιφανῆ ἡμέρα τῆς κρίσεως, κι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ τὴ δευτέρα του παρουσία, καθὼς θὰ τὸ ἀκούσωμε αὔριο στὸ Εὐαγγέλιο τῆς θείας Λειτουργίας.
Ἡ δευτέρα παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ κρίση εἶναι ἡ πράξη τοῦ Θεοῦ, στὴν ὁποία καταξιώνεται ἡ διδαχὴ τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ βίος τῶν πιστῶν. Τὴν εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ θὰ ἀκούσωμε αὔριο, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τὴν ὀνομάζει «ἡδίστην»[2], δηλαδὴ γλυκύτατη περικοπή, ποὺ οἱ  πιστοὶ τὴν ἀκοῦν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου, τὴ μελετοῦν μὲ σπουδὴ καὶ τὴν κρατοῦν στὴ μνήμη τους μὲ κατάνυξη. Ἡ Ἐκκλησία ἐπισφραγίζει τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως μὲ τὴν προσδοκία τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς κρίσεως· «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν...»[3]. Ἡ πληροφορία τῆς συνείδησής μας καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν αὐριανὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀρκοῦν γιὰ νὰ μᾶς πείσουν, ἀλλὰ εἶναι σαφὴς καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου, ὅταν γράφη πρὸς Ἑβραίους· «ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετὰ δὲ τοῦτο κρίσις»[4].
Ἀλλὰ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν τὸ βάζουν στὸ μυαλό τους μήτε πὼς θὰ ἀποθάνουν μήτε πὼς ἔχουνε νὰ κριθοῦν ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὰ ἔργα τους. Εἶναι τὸ χειρότερο ποὺ μπορεῖ νὰ πάθη ὁ ἄνθρωπος. Βγάλε ἀπὸ μέσα σου τὴ μνήμη τοῦ θανάτου καὶ τὸ φόβο τῆς κρίσεως κι ὕστερα κατέβασες τὸν ἑαυτό σου στὴ θέση τοῦ κτήνους καὶ δὲν κρατιέσαι πουθενά. Μάλιστα ὅταν εἶσαι νέος. Οἱ  νέοι, σὰν καὶ νὰ μὴν εἶναι τόσοι γέροι γύρω τους, σὰν καὶ νὰ μὴν τὸ βλέπουν πὼς κάθε μέρα ἀποθνήσκουν ἄνθρωποι. Ξεγελιοῦνται λοιπὸν ἀπὸ τὰ νιάτα τους κι ἀπὸ τὴν ὑγεία τους καὶ θαρροῦν πὼς πάντα θὰ εἶναι νέοι, πὼς δὲν θὰ ἀποθάνουν ποτὲ καὶ πὼς δὲν ἔχουνε νὰ δώσουν λόγο γιὰ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τους. Κι ὅμως τὸ πιὸ εὐεργετικὸ γιὰ ὅλους, κι ὅταν εἴμαστε νέοι κι ὅταν θὰ γεράσουμε, εἶναι ἡ μνεία τοῦ θανάτου. Ὅλη ἡ ζωὴ τῶν σοφῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἁγίων του Θεοῦ εἶναι μνεία θανάτου. Ὅσο εἶναι πικρό, ἄλλο τόσο εἶναι καὶ σωτήριο νὰ θυμᾶται ὁ καθένας μας πὼς θὰ ἀποθάνη. Ὅποιος δὲν ξεχνᾶ τὸ θάνατό του εἶναι κοντά, γιὰ νὰ μὴν ἀμφιβάλλη πὼς τὸν περιμένει ἡ κρίση καὶ ἡ ἀνταπόδοση τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡμίλησε καθαρὰ καὶ εἶπε γιὰ τὴ δευτέρα καὶ ἔνδοξη παρουσία του. Τὴν πρώτη φορὰ ἦλθε ταπεινὰ καὶ φτωχὰ· τὴ δεύτερη θὰ ἔλθη μὲ ὅλη τὴ θεϊκή του δόξα. Τὴν πρώτη φορὰ ἦλθε γιὰ νὰ σώση τὸν κόσμο· τὴ δεύτερη θὰ ἔλθη γιὰ νὰ τὸν κρίνη. Τὴν πρώτη φορὰ ἔδωκε τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης· τὴ δεύτερη θὰ κρίνη μὲ δικαιοσύνη. Ὄχι μόνο ὡς Θεὸς οὔτε μόνο ὡς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὡς Θεάνθρωπος· ὡς Θεός, ποὺ εἶναι ἀπόλυτα δίκαιος καὶ ὡς ἄνθρωπος, ποὺ ξέρει τὴν ἀνθρώπινη ἀσθένεια. Ὁ ἴδιος το εἶπε, ὅτι «ὁ Πατὴρ πᾶσαν τὴν κρίσιν δέδωκε τῷ Υἱῶ»[5], ὁ Υἱός, ποὺ ἦλθε γιὰ νὰ σώση τὸν κόσμο, ὁ Υἱὸς καὶ θὰ τὸν κρίνη. Καὶ θὰ τὸν κρίνη μὲ τὰ λιγώτερα, γιὰ νὰ σωθοῦν περισσότεροι, γιατί ὁ Θεὸς θέλει νὰ σωθῆ ὁ κόσμος. Δὲν θὰ σωθοῦν μόνο ὅσοι δὲν θὰ τὸ θελήσουν, ὅσοι οὔτε μὲ διδασκαλία οὔτε μὲ σημεῖα θὰ θελήσουνε νὰ πιστέψουν στὸ Χριστό. Αὐτοὶ καὶ τώρα τὸ ἴδιο λένε καὶ τότε τὸ ἴδιο θὰ ποῦν «Κύριε, πότε σε εἴδομεν;»[6]. Ποῦ καὶ πότε τὸν εἴδαμε τὸ Χριστό;
Ἐδῶ τώρα εἶναι, ποὺ ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή, γιὰ τὴ δευτέρα παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ τὴν κρίση τοῦ κόσμου, παίρνει ἕνα ἀπροσμέτρητο βάθος καὶ μιὰ μέγιστη κοινωνικὴ σημασία. Ὄχι μεγάλα λόγια καὶ θεωρίες, ἀλλὰ μικρὰ καὶ καθημερινὰ πράγματα. Ὄχι τάχα θυσίες καὶ θεαματικὲς πράξεις, ἀλλὰ ψωμὶ γιὰ τὸ νηστικὸ καὶ ροῦχο γιὰ τὸ γυμνὸ κι ἕνα ποτήρι νερὸ γιὰ τὸ διψασμένο. Τὸ ἐλάχιστο, ποὺ μπορεῖ νὰ δώση ὁ καθένας κι ὄχι μόνο τὸ μέγιστο, ποὺ μποροῦν καὶ πρέπει νὰ δώσουν οἱ  λίγοι. Ὅταν καταδικάζουμε τὴν κοινωνικὴ ἀδικία καὶ ἀνισότητα, καὶ δὲν ἔχομε ἄδικο, ξεχνᾶμε πὼς ἡ ἀναλογία τῆς εὐθύνης πέφτει σὲ ὅλους. Καὶ συμβαίνει ὅσοι μόνο φωνάζουν γι’ αὐτὰ τὰ πράγματα, νὰ μὴν εἶναι πάντα οἱ  πιὸ φτωχοὶ καὶ ἀδικημένοι. Ἀλλὰ εἶναι φυσικὸ· ὅταν τὸ κοινωνικὸ κήρυγμα δὲν ξεκινάη ἀπὸ τὴν πίστη στὸ Θεό, καὶ σὰν ἐφαρμογὴ τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ γιὰ δικαιοσύνη καὶ ἀγάπη, τότε χάνεται, σὰν ἀόριστη καὶ θεωρητικὴ διδασκαλία, ἔξω ἀπὸ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, ποὺ εἶναι ἡ ζωή. Καὶ εἶναι πάλι φυσικό· ὅταν δὲν πιστεύωμε στὸ Θεὸ οὔτε καὶ στὸν ἄνθρωπο πιστεύομε. Τότε δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, σὰν ἀδελφός μας καὶ ἀδελφός τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς πονάει, ἀλλὰ τὸ δόγμα καὶ ἡ θεωρητικὴ διδασκαλία τοῦ κάποιου κοινωνικοῦ συστήματος, στὸ ὁποῖο πιστεύομε.
Μιὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅτι μᾶς περιμένει ὁ θάνατος κι ὕστερα μᾶς ἀναμένει κρίση. Ὅπως καὶ νὰ ’χη θὰ δώσουμε λόγο γιὰ τὴ ζωή μας. Μάθαμε νὰ λέμε πὼς οἱ  φυσικοὶ νόμοι εἶναι ἀπαράβατοι, μὰ πιὸ πολὺ ἀπαράβατοι καὶ ἀμετάθετοι εἶναι οἱ  ἠθικοὶ νόμοι, γιατί δὲν γίνεται τίποτε στὴν τύχη, γιὰ νὰ μπορῆ νὰ σταθῆ τὸ ὑλιστικὸ ἀξίωμα· «Φάγωμεν, πίωμεν· αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν»[7]. Κάποτε θὰ βροῦμε μπροστὰ μας τὴ ζωή μας καὶ τὶς πράξεις μας, θὰ μᾶς δικάση ὁ Θεὸς «διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ»[8]. Κι ἂν εἶναι νὰ μᾶς δικάση ὁ Χριστὸς σὰν Θεός, δὲν θὰ σωθῆ κανένας ἀπό μᾶς. Μὰ θὰ μᾶς δικάση σὰν Θεὸς καὶ ἄνθρωπος μέσα στὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Καὶ θὰ μᾶς ζητήση ἂν εἴχαμε μεταξὺ μας ἀγάπη· ἡ ἀγάπη, γράφει ὁ Ἀπόστολος, «καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν»[9]. Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι μιὰ λέξη καὶ μιὰ θεωρητικὴ διδασκαλία, ἀλλὰ συγκεκριμένη κάθε φορὰ πράξη πρὸς τὸν συνάνθρωπο καὶ τὸν πλησίον, ποὺ εἶναι ἀδελφὸς «ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ»[10]. Ὄχι ἀπρόσωπα ὁ ἄνθρωπος οὔτε ἡ ἀνθρωπότητα, ἀλλὰ ὁ πλησίον προσωπικὰ καὶ ὁ ἀδελφός. Ἄς ἔχωμε λοιπὸν ἀγάπη, ἄς πιστεύωμε στὸ Θεό, ποὺ ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ σώση ἕναν ἕναν τὸν ἄνθρωπο. Γιὰ νὰ ἀκούσωμε ὅταν θὰ μᾶς κρίνη· «Δεῦτε οἱ  εὐλογημένοι...»[11]. Ἀμήν.
Ο  Σ.Κ.Δ.




[1] Β' Πέτρ. 1,19.
[2] Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημα εἰς τὸν ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστήν, MPG 58. 717. 18.
[3] Σύμβολον τῆς πίστεως, ἄρθρον 11.
[4] Ἑβρ. 9, 27.

[5] Ἰω. 5, 22.
[6] Ματθ. 25, 37.

[7] Ἡσ.22, 13. Α' Κορ. 15,32.
[8] Ρωμ. 2, 16.
[9] Ἰακ. 5, 20. Α' Πέτρ. 4, 8.
[10] Κολοσ. 1, 2.
[11] Ματθ. 25, 34.

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΦΙΛΕΥΣΠΛΑΧΝΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

π. Χρήστου Ζαχαράκη


Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι ἕνας ἠθικός κανόνας· αὐτόν τὸν τηροῦσαν κι ὁ Φαρισαῖος καὶ ὁ μεγαλύτερος γιός τῆς σημερινῆς παραβολῆς. Τὸ Εὐαγγέλιο  εἶναι κάτι ἀσύγκριτα περισσότερο· εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀγάπης του. Γι αὐτὸ καὶ ἡ παραβολή δὲν μιλάει γιὰ τὸν ἄσωτο -αὐτὸ τὸ κάνουν μονάχα ἡ ὑποκρισία κι ὁ ἠθικισμός μας-, ἀλλὰ μιλάει γιὰ τὸν κόκκο ἐκεῖνο τοῦ σινάπεως, τὸν στοιχειωμένο, τὸν ριζωμένο μέσα μας, δῶρο γιὰ τὸ ταξίδι μας ἀνόθευτο κι᾽ ἀπάτητο, γιὰ νὰ μᾶς ζεῖ καὶ νὰ προσμένει νὰ βλαστήσει ὅταν ὅλα χαθοῦν, ὅταν ἔλθουμε «εἰς ἑαυτὸν», κι ἀφήσουμε τὴ νοσταλγία νὰ μᾶς ὁδηγήσει καὶ νὰ ξυπνήσει μέσα μας τὴ σιγουριὰ γιὰ τὴν ἀγάπη τὴν αἰώνια. Τὴν ἀγάπη ποὺ μᾶς ἀκολουθεῖ διακριτικά «εἰς χώραν μακράν» κι ἄς τὴν πατοῦν κι ἄς τῆς νοθεύουνε οἱ ξένοι «τὸ σχῆμα καὶ τὸ χρῶμα». Τοὺς εἶναι πολὺ εὔκολο αὐτὸ, ὅταν διαλέξεις νὰ ζεῖς μὲ «τὴν ἐπιθυμία τῆς σαρκός καὶ τὴν ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ τὴν ἀλαζονεία τοῦ βίου», ὅταν ὑποταγεῖς στὰ εἴδωλα...
Σ᾽ ἕνα τέτοιο κόσμο ἀφήσαμε τὴ ζωή μας, ξοδέψαμε τὴν «περιουσία» μας, ἀνταλλάξαμε τὴν ἀλήθεια μὲ τὸ ψέμα. Εἶναι φανερὸ πὼς ἡ λύση δὲν θὰ ἔρθει ἀπὸ κανένα γραφεῖο, καμμία ὑπηρεσία, κανένα κράτος. Μόνο οἱ ποιητές καὶ οἱ προφῆτες μποροῦν νὰ δώσουν τὴ λύση. Γιατὶ ἔχουν τὴν αἴσθηση πού βλέπει καὶ διατηροῦν τὸ φῶς πού φωτίζει. Γιατὶ -γιὰ νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὸν Ντοστογιέφσκι- ἡ ὀμορφιά θὰ σώσει τὸν κόσμο. Ἄν ὑποφέρουμε εἶναι γιατὶ χάσαμε αὐτή τὴν ὀμορφιά. Πρῶτα ἐσωτερικὰ μᾶς ξεγύμνωσαν. Δίχως ὅραμα δὲν μποροῦν νὰ κλείσουν οἱ πληγὲς τοῦ κόσμου – τὰ μέτρα δὲν κλείνουν πληγὲς, μονάχα τὶς ξύνουν - καὶ ὁδηγούμαστε σὲ ἀδιέξοδα. Ὅσο καὶ νὰ καλλιεργεῖς τὴν ψυχή, ὅσο καὶ νὰ πλουτίζεις τὸ πνεῦμα, ὅσο καὶ νὰ ἁπλώνεις τὴν καρδιὰ, ἄν δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα ν᾽ ἀνθίσουν, τότε τὰ πάντα εἶναι μάταια, στὸ τέλος μαραίνονται, δὲν σοῦ δίνουν ποτὲ τὴν αἴσθηση τῆς ζωῆς καὶ τὴ χαρὰ τῆς νίκης. «Σήμερον ἔαρ μυρίζει καὶ καινὴ κτίσις ἀγάλλεται...», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία, ποὺ σημαίνει πὼς ἡ ἐλπίδα ἄνθισε. Αὐτὸ μᾶς προσφὲρει ἡ Ἀνάσταση· τὴ χαρὰ τῆς ὀμορφιᾶς καὶ τῆς ἀνθοφορίας, ποὺ εἶναι ἡ εἰδοποιὸς διαφορὰ ποὺ ἐξυψώνει τὴν ψυχὴ καὶ δίνει ὑπόσταση στὴν ἐλπίδα. Ἡ ὀμορφιά γεννιέται ἀπ’ τὸ ὅραμα καὶ τὸ ὅραμα εἶναι ἡ Ἀνάσταση! Καὶ ὅσο ἡ Ἀνάσταση, ὅσο ἡ Ζωὴ μᾶς προσκαλεῖ ἡ χάρη θὰ ἀνθίζει σὲ ψυχές ἁμαρτωλὲς, ἀλλὰ διψασμένες γι᾽ αὐτὸ ποὺ ἔχασαν κι ἀποφασισμένες νὰ ἐπιστρέψουν, σὲ ὁποιαδήποτε κατάσταση, μὲ ὁποιοδήποτε τίμημα, μὲ ὁποιαδήποτε ἰδιότητα... Ὁ ἄσωτος ἀποφάσισε νὰ ἐπιστρέψει ἔστω καὶ σὰν δοῦλος, γιατὶ ἤξερε ὅτι στὸ σπίτι τοῦ Πατέρα ἡ ἀγάπη δίνεται ἀδιάκριτα, ὅτι ἐκεῖ δὲν ἔχει σημασία ποιὸς εἶσαι, ἀλλὰ νὰ εἶσαι ἐκεῖ...