Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Κυριακή τῶν Μυροφόρων
(Πράξεις, 6,1-7)
6 Μαίου 1984

Τὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα στὴ θεία Λειτουργία μᾶς δίνει ἀφορμὴ νὰ ὁμιλήσουμε γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐπίμαχα ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας. Στὸν καιρὸ μας εἶναι διχασμένες οἱ γνῶμες γιὰ τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ τὸ τί δηλαδὴ πρέπει νὰ κάνη ἡ Ἐκκλησία καὶ τί νὰ περιμένουν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ὑπάρχει πολλὴ ἀντιλογία σ’ αὐτὸ τὸ ζήτημα, τόσο ποὺ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας βρίσκονται σὲ μεγάλη στενοχώρια γιὰ τὸ τί πρέπει κάθε φορὰ νὰ κάμουν, ὥστε τὸ ἔργο τους νὰ μὴν εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ σκοπὸ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι ὁμιλοῦν γιὰ τὴν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὸ σύγχρονο κόσμο, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πὼς ἡ Ἐκκλησία πρέπει πάντα σὲ κάθε ἐποχὴ νὰ εἶναι παρούσα. Ἡ ἀπορία ὅμως εἶναι στὸ ἑξῆς· κατὰ ποιὸν τρόπο νοεῖται αὐτὴ ἡ παρουσία, τί πρέπει δηλαδὴ νὰ κάνη σήμερα ἡ Ἐκκλησία γιὰ νὰ εἶναι παρούσα; Αὐτὸ εἶν’ ἕνα ἐρώτημα, ποὺ πολὺ βασανίζει τοὺς ἱεροὺς ποιμένες, ὅσο δὲν μποροῦνε νὰ ξέρουν οἱ ποιμαινόμενοι, ποὺ πολλοὶ φτάνουν ὡς καὶ νὰ κρίνουν τοὺς Ἱεροὺς ποιμένες πὼς δὲν κάνουν τάχα καλά το χρέος τους. Ἀλλὰ τὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα δίνει καλὴ ἀπάντηση στὸ ζήτημα αὐτό· καὶ οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ ποιμαινόμενοι βρίσκουν σ’ αὐτὸ τὴν ὀρθὴ λύση στὸ σπουδαῖο πρόβλημα, ποὺ ἀπασχολεῖ πάντα κι ἴσως περισσότερο σήμερα τὴν Ἐκκλησία. Ἀλλ’ ἄς ἀκούσωμε τώρα τὸ ἱερὸ κείμενο σὲ ἀπόδοση στὴ νεοελληνικὴ δημοτικὴ γλώσσα.
«Ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες, ἐνῶ πληθύνονταν οἱ πιστοί, οἱ ἑλληνόγλωσσοι Ἰουδαῖοι ἀρχίσανε νὰ παραπονιοῦνται μὲ τοὺς ντόπιους, ὅτι δὲν προσέχονταν οἱ χῆρες των στὰ καθημερινὰ συσσίτια. Τότε οἱ δώδεκα προσκάλεσαν ὅλους τοὺς πιστοὺς καὶ τοὺς εἶπαν· «Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ἀφήσουμε ἐμεῖς τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ γίνωμε τραπεζοκόμοι. Σκεφθῆτε λοιπόν, ἀδελφοί, καὶ βρῆτε ἀπὸ σᾶς ἑπτὰ ἀνθρώπους μὲ καλὸ ὄνομα, γεμάτους ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ φρόνηση, ποὺ θὰ τοὺς βάλωμε νὰ ὑπηρετοῦν σ’ αὐτὴ τὴν ἀνάγκη, κι ἐμεῖς θὰ ἀφοσιωθοῦμε στὴν προσευχὴ καὶ στὴν ὑπηρεσία τοῦ κηρύγματος». Κι ἄρεσε ὁ λόγος σ’ ὅλο τὸ λαὸ κι ἐξέλεξαν τὸ Στέφανο, ἄνθρωπο γεμάτο πίστη καὶ Πνεῦμα Ἅγιο, καὶ τὸν Πρόχορο καὶ τὸ Νικάνορα καὶ τὸν Τίμωνα καὶ τὸν Παρμενᾶ καὶ τὸ Νικόλαο τὸν προσήλυτο ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια. Αὐτοὺς τοὺς παρουσίασαν στοὺς Ἀποστόλους, κι ἐκεῖνοι ἀφοῦ προσευχήθηκαν τοὺς χειροτόνησαν. Κι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ διαδιδότανε ὅλο καὶ περισσότερο, κι ὅλο καὶ μεγάλωνε ὁ ἀριθμὸς τῶν πιστῶν στὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ πλῆθος ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς δεχόντανε τὴ νέα πίστη».
Ἕνα συνηθισμένο ζήτημα, ποὺ πάντα ἀπασχολεῖ τὴν Ἐκκλησία εἶναι οἱ ἀνάγκες, ἀλλὰ καὶ τὰ παράπονα τῶν ἐνδεῶν, ἐκείνων ποὺ ἀναξιοπαθοῦν καὶ περιμένουν περίθαλψη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἀπ’ αὐτούς, ὄχι μόνο τοὺς ἀναξιοπαθεῖς, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς ἄλλους, ποὺ τὸ ἔκαμαν δουλειά τους νὰ χτυπᾶνε τὶς πόρτες, «ἀπαύστως ἡ Ἐκκλησία παρενοχλεῖται»[1], καθὼς λέγεται σ’ ἕναν Κανόνα κάποιας τοπικῆς Συνόδου. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε τὸ περίφημο ἐκεῖνο, ποὺ κάποιοι κακῶς τὸ παραδέχονται, ὅτι «τοὺς πτωχοὺς πάντοτε ἔχετε μεθ᾽ ἑαυτῶν»[2]. Πάντα θὰ ἔχωμε μαζί μας τοὺς φτωχούς, πάντα δηλαδή, γιὰ τὸν ἕνα ἢ γιὰ τὸν ἄλλο λόγο, θὰ ὑπάρχουν φτωχοὶ στὸν κόσμο, κι ἄς λένε ὅ,τι θέλουν οἱ κοινωνιστικὲς θεωρίες, χωρὶς καὶ νὰ μποροῦνε νὰ ἐξαλείψουν τὴ φτώχεια. Γιατί φτώχεια βέβαια δὲν εἶναι μόνο ἡ ἔλλειψη τοῦ ψωμιοῦ, ἀλλὰ καὶ πολλῶν ἄλλων ἀγαθῶν, καὶ μάλιστα ὄχι ὑλικῶν. Ἡ Ἐκκλησία, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ κοινωνία τῆς ἀγάπης, εἶναι φυσικὸ νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν κατάσταση τῶν μελῶν της. Στὴν Ἐκκλησία, καθὼς γράφει ὁ μεγάλος Ἀπόστολος,«εἴτε πάσχει ἕν μέλος, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη εἴτε δοξάζεται ἕν μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη»[3]. Πάντα λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία, ἀπὸ τὰ χρόνια τῶν Ἀποστόλων μέχρι σήμερα, μέσα στὸ ἔργο της καὶ τὴν ἀποστολή της, χρέος της αἰσθάνεται τὴν ἄσκηση τῆς φιλανθρωπίας, τὴ γενικὴ δηλαδὴ μέριμνα γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς καθοιονδήποτε τρόπο ἐνδεεῖς, χωρὶς διάκριση μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Τὴ χάρη τῶν θείων Μυστηρίων ἡ Ἐκκλησία τὴν παρέχει μόνο στοὺς πιστούς, ἀλλὰ τὴ φιλανθρωπία τὴν ἐκτείνει πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Φιλανθρωπία εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο, κι ἡ ἀγάπη, καθὼς γράφει ὁ Ἀπόστολος,«πάντα στέγει»[4],σκεπάζει καὶ προστατεύει ὅλους.
Ἡ ἄσκηση τῆς φιλανθρωπίας δὲν εἶναι βέβαια εὔκολο καὶ ἀνεύθυνο ἔργο, ἀλλ’ ἀντίθετα εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ δύσκολα καὶ λεπτὰ διακονήματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ φιλανθρωπία, καθὼς καὶ ὅλες οἱ κοινωνικὲς ἀρετὲς ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὴν ἀγάπη, εἶναι πρῶτα καὶ κύρια προσωπικὴ σχέση μεταξύ τν ἀνθρώπων. Σ’ αὐτὴ τὴ σχέση καὶ προσωπικὴ κοινωνία ὁ κάθε χριστιανὸς μὰ κι ὁ κάθε ἄνθρωπος, πηγαῖα καὶ αὐθόρμητα, θεοκίνητος καὶ θεοδίδακτος, σὰν τὸ Σαμαρείτη τῆς παραβολῆς, ξέρει νὰ ἀσκήση φιλανθρωπία, ἀλλὰ καὶ δὲν παράλειψε νὰ διδάξη ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο. Τὸ πρᾶγμα δυσκολεύει, ὅταν ἡ Ἐκκλησία πάη νὰ ξεπεράση τὴ μορφὴ τῆς προσωπικῆς ἄσκησης τῆς φιλανθρωπίας καὶ θέλη, ἐπειδὴ ἀναγκάζεται, νὰ ὀργανώση συλλογικὰ τὴ λειτουργία τῆς πίστεως «τῆς εἰς τοὺς ἁγίους».Μεταχειριζόμαστε εἰδικὲς λέξεις καὶ ἐκφράσεις τοῦ ἀποστόλου Παύλου, γιὰ νὰ μὴν ξεπέση ὁ λόγος στὰ σύγχρονα κρατικὰ καὶ ὑπηρεσιακὰ σχήματα τῆς κοινωνικῆς πρόνοιας καὶ πολιτικῆς. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι μέσα στὰ σχήματα αὐτὰ ὑπάρχει ἡ εὐεργετικὴ καὶ ἀγαθοποιὸς ἐπίδραση τοῦ κοινωνικοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησίια πρέπει νὰ μείνη καὶ μένει στὴ λέξη καὶ στὴν πράξη τῆς φιλανθρωπίας καὶ στὴν ἀποστολικὴ ἔκφραση τῆς λειτουργίας τῆς πίστεως. Ἀλλὰ κι ὅταν συλλογικὰ ὀργανώνη τὴ διακονία, πρέπει νὰ δίνη σ’ αὐτὴν πνευματικὸ περιεχόμενο καὶ τὴ σωστὴ σειρὰ προτεραιότητας μέσα στὰ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ ἔργα, καθὼς φαίνεται στὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ κείμενο. Καὶ θὰ θέλαμε νὰ μὴν προσθέσουμε τίποτε δικό μας στὰ λόγια τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ κειμένου, ποὺ τὰ βλέπομε σὰν τὰ πιὸ χαρακτηριστικά της θείας Γραφῆς, σχετικὰ μὲ τὸ κοινωνικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Καθαρά μᾶς δίνουνε νὰ καταλάβομε τὸ πολὺ σπουδαῖο τοῦτο γιὰ τὸν καιρό μας, ποιὸ δηλαδὴ εἶναι τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί πραγματικὰ στὸν καιρὸ μας οἱ πιὸ πολλοὶ δὲν ξέρομε καλὰ-καλὰ τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τί κάνει ἡ Ἐκκλησία καὶ τί τέλος πάντων πρέπει νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.
Στὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἄς προσέξουμε πρῶτα πὼς Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνο οἱ ἱεροὶ ποιμένες, ἀφοῦ καὶ στὰ χρόνια ἐκεῖνα δὲν ἦσαν μόνο οἱ Ἀπόστολοι. Ἐκκλησία, σὲ μιὰ σειρὰ τιμητικῆς προτεραιότητας, καὶ πάντως ὄχι προνομίων καὶ δικαιωμάτων, ἀλλ’ εὐθυνῶν καὶ χρεῶν, Ἐκκλησία λοιπὸν εἶναι οἱ ἱεροὶ ποιμένες καὶ ὁ λαός. Αὐτὸ θὰ πῆ πὼς καὶ τὰ ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ζητήματα κοινά, τῶν ἱερῶν ποιμένων καὶ τοῦ λαοῦ. Οἱ ἱεροὶ ποιμένες ἔχουν ἡγετικὴ θέση στὴν Ἐκκλησία, μὰ δὲν ἀγνοοῦν τὸ λαὸ καὶ δὲν κάνουν τίποτε χωρὶς τὴ γνώμη τοῦ λαοῦ. Στὸ ἱερὸ κείμενο, ποὺ μᾶς δίνει ἀφορμὴ γιὰ τὴ σημερινὴ ὁμιλία, βλέπομε πὼς οἱ Ἀπόστολοι ἀκοῦνε τὰ παράπονα καὶ παίρνουν τὴν πρωτοβουλία νὰ συγκαλέσουν «τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν»[5]. Ἐδῶ φαίνεται ἡ ἡγετική τους θέση· δὲν περιμένουν τί θὰ πῆ ὁ λαός, ἀλλ’ αὐτοὶ μὲ τὴν ποιμαντική τους εὐθύνη, μελετᾶνε τὸ ζήτημα καὶ προτείνουν τὴ λύση στὸ λαό. Ὅπου πρέπει νὰ προτείνουν, προτείνουν οἱ Ἀπόστολοι· ὅπου πρέπει νὰ ψηφίσουν, ψηφίζει ὁ λαός. Ἔτσι ὅλη ἡ Ἐκκλησία, τὸ σῶμα στὸ ὁποῖο ὅλοι ἔχουν κοινὰ διαφέροντα κι ὁ καθένας προσωπικὴ εὐθύνη, βουλεύεται καὶ ἀποφασίζει. Μακάρι μόνο νὰ μποροῦμε κάθε φορὰ νὰ ξέρωμε ποιὸ εἶναι τὸ «πλῆθος τῶν μαθητῶν», γιατί συμβαίνει πολλοὶ νὰ λένε σήμερα πὼς εἶναι χριστιανοί, ἀλλὰ πολὺ λίγοι νὰ εἶναι καὶ μαθητές. Ἔπειτα βλέπομε τί δὲν εἶναι καὶ τί εἶναι σωστὸ γιὰ τοὺς ἱεροὺς ποιμένες. Σωστὸ γενικὰ δὲν εἶναι νὰ ἀφήνης τὸ ἔργο σου καὶ νὰ καταγίνεσαι μὲ τὰ ἔργα τῶν ἄλλων· παρεκτὸς κι ἂν δὲν ἀγαπᾶς καὶ δὲν ἐκτιμᾶς τὸ ἔργο, μὲ τὸ ὁποῖο σὲ τίμησε ὁ Θεὸς στὴν Ἐκκλησία. Οἱ ἱεροὶ ποιμένες στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι γιὰ τραπεζοκόμοι, ὅση κι ἂν παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη· οἱ ποιμένες στὴν Ἐκκλησία, ὡς ἱερεῖς, εἶναι γιὰ νὰ προσκαρτεροῦν στὸ ἔργο τῆς θείας λατρείας καὶ τοῦ κηρύγματος, ὅσο κι ἂν κάποτε αὐτὸ τὸ διπλὸ ἔργο φαίνεται τάχα περιττὸ καὶ ἄχρηστο. Κι ὅμως ὁ ἱερὸς ποιμένας εἶναι τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ στὴν Ἐκκλησία, ὥστε τίποτε νὰ μὴ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν ποιμαντική του εὐθύνη καὶ μέριμνα. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι στὴ θεία λατρεία καὶ τὸ κήρυγμα θὰ διακονήση προσωπικὰ ὁ ἴδιος, ἐνῶ στὴ λειτουργία τῆς πίστεως θὰ ζητήση βοηθοὺς ἀπὸ τὸ λαό. Αὐτὸς θὰ δώση στὸ λαὸ τὸν οὐράνιο ἄρτο, οἱ βοηθοὶ καὶ διάκονοί του θὰ μοιράσουν τὸν ἄρτο τὸν ἐπιούσιο.
Ἀλλὰ τὸ ἱερὸ κείμενο δὲν παραλείπει νὰ πῆ καὶ γιὰ τὰ οὐσιαστικὰ προσόντα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ θὰ βοηθήσουν στὸ ἔργο τοῦ ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας· σύμφωνα μὲ τὴν πρόταση τῶν Ἀποστόλων, πρέπει νὰ ἔχουν καλὸ ὄνομα καὶ νὰ εἶναι «πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας»[6]. Οὔτε τὸ πρῶτο μόνο, χωρὶς κάποιες πρακτικὲς δεξιότητες οὔτε τὸ δεύτερο μόνο, χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὸ πρῶτο εἶν’ ἔκεινο ποὺ δίνει ὁ Θεός, τὸ δεύτερο εἶν᾽ ἐκεῖνο ποὺ εἰσφέρει ὁ ἄνθρωπος· καὶ τὸ ξέρομε πὼς ὄχι μόνο ἡ ἐπιτυχία σὲ κάθε ἔργο, ἀλλὰ καὶ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ δύο αὐτά, ἀπὸ τὴ θεία χάρη καὶ τὴν ἀνθρώπινη θέληση. Ἡ χάρη καὶ μόνη της ἀρκεῖ, καθὼς τὸ εἶπε ὁ Χριστὸς πρὸς τὸν ἀπόστολο Παῦλο·«ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου»[7]· μὰ ἡ χάρη θεραπεύει τὰ ἀσθενῆ καὶ ἀναπληρώνει τὰ ἐλλείποντα, πάει νὰ πῆ πὼς δὲν δίνεται σ’ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει τίποτε δικό του. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς λέγει στὸ Εὐαγγέλιο· «παντὶ τῷ ἔχοντι δοθήσεται...»[8]. Οὔτε ὅμως καὶ τὰ οὐσιαστικὰ αὐτὰ προσόντα φτάνουν, γιὰ νὰ ἀναλάβη κανεὶς ὑπεύθυνη διακονία στὴν Ἐκκλησία. Τὸ ἱερὸ κείμενο λέγει ὅτι ὁ λόγος τῶν Ἀποστόλων «ἤρεσεν ἐνώπιον παντός τοῦ πλήθους»[9], ἐξέλεξαν λοιπὸν τοὺς ἑπτὰ διακόνους, «οὕς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων»[10], καὶ οἱ Ἀπόστολοι «προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χείρας»[11]. Οἱ ἑπτὰ διάκονοι δὲν ἐξελέγησαν καὶ δὲν διωρίστηκαν ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ χειροτονήθηκαν. Αὐτὸ θὰ πῆ πὼς ἡ φροντίδα γιὰ τοὺς φτωχούς, ἡ ἄσκηση τῆς φιλανθρωπίας στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἐργασία, ἀλλὰ λειτουργία, καθὼς αὐτὴ τὴ λέξη μεταχειρίζεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὶς ἐπιστολές του. Αὐτοὶ στοὺς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία ἀναθέτει αὐτὴ τὴ διακονία, εἶναι κι αὐτοὶ λειτουργοί, κι εἶναι ἀκριβῶς ἐδῶ ποὺ φαίνεται ἡ διαφορὰ μεταξύ τῆς κοινωνικῆς πρόνοιας καὶ πολιτικῆς τοῦ Κράτους καὶ τῆς φιλανθρωπίας ποὺ ἀσκεῖ ἡ Ἐκκλησία· ἡ κοινωνικὴ πρόνοια εἶναι πράξη πολιτική, ἐνῶ ἡ φιλανθρωπία εἶναι λειτουργία, πράξη ἱερή, ποὺ συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴ θεία λατρεία. Ἡ Ἐκκλησία τὴ μέριμνα γιὰ τοὺς φτωχοὺς τὴν θέλει ἐνσωματωμένη μέσα στὴ θεία Λειτουργία, γι’ αὐτὸ μὲ τὴν ἴδια λέξη τὴν ὀνομάζει κι αὐτὴ λειτουργία, «λειτουργία τῆς πίστεως»[12].
Βλέπομε λοιπὸν ποιὸ εἶναι τὸ πρᾶγμα στὴν οὐσία του καὶ πόσο μακρυὰ βρισκόμαστε σήμερα σὲ τοῦτο τὸ σημεῖο ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς ἀποστολικῆς ἐποχῆς, ὅταν μὲ πολὺ κοσμικοὺς καὶ θεαματικοὺς τρόπους θέλομε νὰ ἀσκήσουμε τὴ φιλανθρωπία, κάνοντας πολὺ θόρυβο στὸ δρόμο καὶ στὶς ἐφημερίδες, μὲ λαχειοφόρες ἀγορές, μὲ ποδοσφαιρικοὺς ἀγῶνες καὶ μὲ ἀποκρηάτικους χορούς, γιὰ νὰ συλλέξουμε χρήματα γιὰ τὴ φτώχεια. Αὐτὰ βέβαια δὲν εἶναι λειτουργία τῆς πίστεως, καθὼς τὴν ἐννοεῖ καὶ τὴν θέλει ἡ Ἐκκλησία, ὅταν στὴ θεία Λειτουργία δέεται· «Μνήσθητι, Κύριε, τῶν μεμνημένων τῶν πενήτων».  






[1]Κανὼν 79 τῆς ἐν Καρθαγένῃ Τοπικῆς Συνόδου. Πηδάλιον Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, σελ. 504.
[2]Ματθ. 26, 11.
[3]Α' Κορ. 12, 26-27.
[4]Α'Κορ. 13,7.
[5]Πράξ. 6, 2.
[6]Πράξ. 6, 3.
[7]Β' Κορ. 12, 9.
[8]Ματθ. 13, 12.25, 29.
[9]Πράξ. 6, 5.
[10]Πράξ. 6, 6.
[11]Πράξ. 6,7.
[12]Φιλιπ. 2, 17.

Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Κυριακή τῆς  Ὀρθοδοξίας
(Πρὸς Ἑβραίους, 11, 23-27, 32-40)
11 Μαρτίου 1984
Ἡ πρώτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν, ἡ αὐριανὴ δηλαδὴ Κυριακή, εἶναι ἀφιερωμένη στοὺς ἀγῶνες καὶ τὴ νίκη τῆς  Ὀρθοδοξίας, ὡς «ἐποφειλομένη πρὸς Θεὸν ἐτήσιος εὐχαριστία, καθ᾽ ἣν ἡμέραν ἀπελάβομεν τὴν τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν, σὺν ἀποδείξει τῶν τῆς  εὐσεβείας δογμάτων...»[1]. Ἔτσι ἀρχίζει τὸ Συνοδικόν της  ἕβδομης οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ διαβάζεται αὔριο στὴ Λιτανεία τῶν ἱερῶν εἰκόνων στὸ τέλος τῆς  ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου. Κι οἱ χριστιανοί, ὅσοι ξέρουνε νὰ ἐκτιμήσουν τὴν ὀρθόδοξη πίστη τους καὶ σέβοναι τὴν ἱερὴ κληρονομιὰ τῶν πατέρων τους, ὅσοι δὲν ξεχνᾶνε τὸ χρέος τους καὶ ζοῦν μὲ τὴ συνείδηση τῆς  εὐθύνης των, ὅσοι δὲν ἀγνοοῦν πὼς εἶναι ὄχι μόνο κληρονόμοι, ἀλλὰ καὶ μάρτυρες τῆς  Ὀρθοδοξίας, ἐκεῖνοι δηλαδὴ ποὺ ἀποδείχνουν καὶ βεβαιώνουν τὴν ὑπόστασή της, οἱ χριστιανοὶ λοιπόν, μὲ βαθειὰ εὐγνωμοσύνη καὶ κατάνυξη, καθὼς ἀκοῦνε νὰ διαβάζεται τὸ Συνοδικόν, ἀναφωνοῦν· «Αἰωνία ἡ μνήμη!». Αἰωνία ἡ μνήμη τῶν μακαρίων καὶ ἀοιδίμων πατέρων μας, ὅλων ποὺ ἀγωνίστηκαν γιὰ νὰ φυλάξουν καὶ νὰ μᾶς παραδώσουν τὴν ὀρθόδοξη πίστη μας· τὴν πίστη ποὺ μᾶς κρατάει καὶ σὰν Ἐκκλησία καὶ σὰν Ἔθνος. Γιατί, καὶ νὰ θέλωμε, δὲν μποροῦμε νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν ἱστορική μας ταυτότητα· εἴμαστε Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Σ’ αὐτὲς τὶς ἱερὲς λέξεις ἄλλοι πειράζονται καὶ βαλθήκανε νὰ τὶς ξεγράψουν, ἄλλοι δημαγωγικὰ τὶς καπηλεύουν, κι ἄλλοι δίκαια καυχιοῦνται καὶ πιστεύουν πώς, ἂν εἶναι μέσα στὴ σύγχρονη θύελλα νὰ σωθοῦμε καὶ νὰ ἐπιβιώσουμε, θὰ τὸ κατορθώσουμε μόνο ριζώνοντας στὴν ὀρθόδοξη παράδοσή μας... Ἄς ἀκούσωμε ὅμως πρῶτα τὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς  θείας Λειτουργίας στὴ νεοελληνικὴ δημοτικὴ γλώσσα.
«Ἀδελφοί, ὁ Μωϋσῆς ἦταν ἄνθρωπος μὲ πίστη, γι’ αὐτὸ κι ὅταν δοξάστηκε, ἀρνήθηκε νὰ λέγεται γιὸς τῆς  κόρης τοῦ Φαραώ, καὶ προτίμησε καλύτερα νὰ κακοπαθῆ μαζὶ μὲ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ παρὰ νὰ χαίρεται πρόσκαιρη ἁμαρτωλὴ ἀπόλαυση. Ἔκρινε πὼς ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τῆς Αἰγύπτου πιὸ μεγάλος πλοῦτος ἤτανε νὰ ὀνειδίζεται σὰν τὸ Χριστό, γιατί ἔβλεπε μακρύτερα, στὴν ἀμοιβὴ δηλαδὴ ποὺ θὰ εἶχε νὰ λάβη ἀπὸ τὸ Θεό... Καὶ τί νὰ λέγω περισσότερα; Γιατί δὲν θὰ μὲ φτάση ὁ χρόνος νὰ διηγοῦμαι γιὰ τὸν Γεδεὼν τὸν Βαρὰκ καὶ τὸ Σαμψὼν καὶ τὸν Ἰεφθάε, γιὰ τὸν Δαβὶδ καὶ τὸ Σαμουὴλ καὶ γιὰ τοὺς Προφῆτες. Ὅλοι αὐτοί, γιὰ νὰ ᾽χουν πίστη, νίκησαν βασίλεια, ἐργάστηκαν τὴν ἀρετή, ἔλαβαν ἀπὸ τὸ Θεὸ ἐπαγγελίες, ἔκλεισαν στόματα λιονταριῶν, ἔσβησαν τὴ δύναμη τῆς  φωτιᾶς, γλύτωσαν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ μαχαιριοῦ, γιατρεύτηκαν ἀπὸ ἀρρώστιες, ἔγιναν δυνατοὶ στὸν πόλεμο, νίκησαν καὶ κυνήγησαν ἐχθρικὰ στρατεύματα· γυναῖκες πῆραν ἀναστημένα τὰ νεκρὰ παιδιά τους, ἄλλοι δάρθηκαν κι ἔστερξαν νὰ μὴν ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους γιὰ νὰ γλυτώσουν, γιατί ποθούσανε νὰ δοῦν μιὰ καλύτερη λύτρωση ἄλλοι τους πάλι ἐμπαίχτηκαν καὶ μαστιγώθηκαν κι ἀκόμα δέθηκαν καὶ φυλακίστηκαν, λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, δοκίμασαν πειρασμούς, τοὺς ἔφαγε τὸ μαχαίρι, περιπλανήθηκαν ντυμένοι προβιὲς καὶ γιδοτόμαρα, μέσα σὲ στέρηση καὶ θλίψη καὶ κακουχία, γυρίζοντας στὶς ἐρημιὲς καὶ στὰ βουνά, στὰ σπήλαια καὶ στὶς τρύπες τῆς  γῆς· γι’ αὐτοὺς δὲν ἦταν ἄξιος ὁ κόσμος. Κι ὅλοι αὐτοί, ἂν καὶ μὲ τὴν πίστη τους βεβαιώθηκε ἡ ἁγιωσύνη τους, ὅμως δὲν εἴδανε νὰ ἐκπληρώνεται γι’ αὐτοὺς ἡ θεία ὑπόσχεση, γιατί ὁ Θεὸς πρόβλεψε κάτι καλύτερο γιὰ μᾶς, νὰ μὴ λάβουν δηλαδὴ ἐκεῖνοι χωρὶς ἐμᾶς τὸν τέλειο μισθό τους».
Αὐτὰ τὰ ὀνόματα καὶ τὰ περιστατικά, ποὺ ἀναφέρονται σ’ αὐτὴ τὴν περικοπὴ ἀπὸ τὴν «πρὸς Ἑβραίους» ἐπιστολή, εἶναι κεφάλαια καὶ ὁλόκληρα βιβλία ἀπὸ τὴν ἐθνικὴ καὶ ἱερὴ Ἱστορία τοῦ περιούσιου λαοῦ. Ὁ Ἀπόστολος ἀναφέρεται σ’ ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ γεγονότα, γιὰ νὰ βεβαιώση πὼς ἡ δύναμη μέσα στὸν ἄνθρωπο, ποὺ τὸν κινεῖ σὲ μεγάλες πράξεις, σὲ πράξεις ἡρωϊσμοὺ καὶ θυσίας, εἶναι ἡ πίστη. Εἶναι χαρακτηριστική, γιὰ νὰ τὴν προσέξουμε, ἡ πρόταση ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ Ἀπόστολος παίρνει ἀφορμή, γιὰ νὰ ὁμιλήση μὲ παραδείγματα ἀπὸ τὴν Ἱστορία γιὰ τὴν πίστη, σ’ ὁλόκληρο τὸ ἑνδέκατο κεφάλαιο τῆς  «πρὸς Ἑβραίους» ἐπιστολῆς. «Ἡμεῖς δέ», γράφει «οὐκ ἐσμὲν ὑποστολῆς εἰς ἀπώλειαν, ἀλλὰ πίστεως εἰς περιποίησιν ψυχῆς»[2]· ἐμεῖς δὲν εἴμαστε ἀπὸ κείνους, ποὺ ὑποχωροῦν καὶ χάνονται, ἀλλὰ εἴμαστε ἄνθρωποι μὲ πίστη γιὰ τὴ σωτηρία τῆς  ψυχῆς μας. Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουν πίστη, στὶς μεγάλες καὶ κρίσιμες ὧρες ὑποχωροῦν, ἐγκαταλείπουν τὸν ἀγῶνα, τὰ μαζεύουν καὶ φεύγουν γιὰ νὰ χαθοῦν. Οἱ ἄλλοι ὅμως, ποὺ εἶναι ὡπλισμένοι μὲ πίστη, αὐτοὶ δὲν ὑποστέλλουν τὴ σημαία τους καὶ δὲν ἐγκαταλείπουν τὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ παλεύουν γιὰ τὴ σωτηρία τους. Ὅταν ὁ Ἀπόστολος ἐδῶ ὁμιλῆ γιὰ πίστη, δὲν ἐννοεῖ μιὰ ἀόριστη καὶ ἄπιαστη αἰσιοδοξία, ἀλλὰ μιὰ ξεκαθαρισμένη καὶ προσωπικὴ ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό. Αὐτὴ ἡ πίστη, καθὼς ἀμέσως στὴ συνέχεια τὴν ὁρίζει, σ’ ἕναν μοναδικὸ καὶ θεόπνευστο ὁρισμό, εἶναι «ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων»·[3] ἡ πίστη δίνει ὑπόσταση σ’ ἐκεῖνα ποὺ ἐλπίζομε καὶ κάνει βέβαια ἐκεῖνα ποὺ δὲν βλέπομε. Καὶ προχωρώντας λίγο παρακάτω, ὁ Ἀπόστολος βεβαιώνει· «χωρὶς δὲ πίστεως ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι»[4]· χωρὶς πίστη, κενὸς καὶ ἀδειανὸς μέσα του, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀδύνατο νὰ κάμη κάτι καλὸ καὶ γενναῖο, ὅ,τι ζητάει πάντα ἀπὸ τὸν καθέναν ὁ Θεός. Νὰ τὸ ποὺ μὲ πιὸ ἁπλά· ἄνθρωπος χωρὶς πίστη δὲν φελάει σὲ τίποτε. Κι ὄχι μόνο δὲν φελάει, μὰ εἶναι κι ἐπιζήμιος καὶ καταστρεπτικὸς καὶ στὸν ἑαυτό του καὶ στοὺς ἄλλους.
Ὁ Ἀπόστολος, γιὰ νὰ δείξει τί εἶναι καὶ τί κατορθώνει ἡ πίστη, δὲν ὁμιλεῖ θεωρητικά. Ποτὲ ἡ θεία Γραφὴ δὲν ὁμιλεῖ θεωρητικὰ καὶ δὲν κατασκευάζει μὲ τὸ νοῦ σχήματα καὶ πλαίσια, μέσα στὰ ὁποῖα βάζει τοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ ζήσουν. Ἡ ἱστορία τοῦ περιούσιου λαοῦ, ποὺ δὲν εἶναι μόνο ἡ ἐθνικὴ ἱστορία τῶν Ἑβραίων, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἡ ἱερὴ ἱστορία τῆς  θείας οἰκονομίας, εἶναι γεμάτη ἀπὸ ζωντανὰ παραδείγματα ἀνθρώπων μὲ πίστη στὸ Θεό, γιὰ τοὺς ὁποίους καὶ γιὰ τὰ κατορθώματά τους ὁμιλεῖ ὅλη ἡ Παλαιὰ Διαθήκη. Εἶναι Πατριάρχες, εἶναι Προφῆτες, εἶναι ἄνδρες, εἶναι γυναῖκες, εἶναι ἄνθρωποι ἐπίσημοι καὶ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ. Ἐμεῖς βέβαια δὲν αἰσθανόμαστε τώρα τὴν ἴδια συγκίνηση, ποὺ αἰσθάνονταν οἱ «ἐξ Ἑβραίων» χριστιανοί, ὅταν διάβαζαν τὴν ἐπιστολή, γιατί ἀγνοοῦμε καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα στὰ ὁποῖα ἀναφέρεται ὁ Ἀπόστολος. Ἐκεῖνοι ὅμως καὶ ἤξεραν γιὰ ποιοὺς ἔλεγε καὶ ἱερὴ κατάνυξη αἰσθάνονταν καὶ ἐθνικὴ καύχηση εἶχαν, γιατί ἦσαν ἄνθρωποι δικοί τους στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ καὶ γεγονότα τῆς  ἐθνικῆς των ἱστορίας, ποὺ εἶχαν μιὰ ξεχωριστὴ θέση μέσα στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ ὁ Ἀπόστολος δὲν γράφει γιὰ νὰ ἱκανοποιήση τὴν ἐθνικὴ φιλοτιμία τῶν Ἑβραίων, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξη τί εἶναι καὶ τί κατορθώνει ἡ πίστη. Σὲ μιὰ στιγμή, ἐκεῖ ποὺ ἀπαριθμεῖ ὀνόματα καὶ πράξεις, λέγει «ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος!», δὲν ἦταν ἄξιος ὁ κόσμος γιὰ τέτοιους ἀνθρώπους. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅταν ἑρμηνεύη αὐτὴ τὴ φράση τοῦ Ἀποστόλου, ρωτάει· «Τί τοίνυν ἔμελλον ἐνταῦθα ἀπολαμβάνειν, ὧν οὐδὲν τῶν ἐν τῷ κόσμῳ ἦν ἄξιον;»[5]. Τί εἶχαν καὶ τί ἔχουνε νὰ κερδίσουν καὶ τί περιμένουν ἐδῶ νὰ πάρουν οἱ Ἅγιοι, οἱ ἄνθρωποι τῆς  πίστεως καὶ τοῦ χρέους, ὅταν τίποτε στὸν κόσμο δὲν ἀξίζει γιὰ νὰ πληρωθῆ ἡ προσφορά τους; Στὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει νόμισμα γιὰ νὰ πληρωθῆ ἡ θυσία· τίποτε δὲν ἔχει νὰ δώση ὁ κόσμος σὲ κεῖνον ποὺ δίνει τὴ ζωή του. Δὲν πληρώνεται ἡ μητέρα, δὲν πληρώνεται ὁ πατέρας, δὲν πληρώνεται ὁ ἱερέας, δὲν πληρώνεται ὁ δάσκαλος, δὲν πληρώνεται ὁ γιατρός· κανένας δὲν πληρώνεται ἀπ’ ὅσους λειτουργοῦν στὸ ναὸ τῆς  ζωῆς. Κι αὐτοί, ὅσοι πιστεύουν καὶ προσφέρουν, γι’ αὐτὸ ποτὲ δὲν μέτρησαν τὴν προσφορά τους μὲ τὴν ἀπολαβή τους, τὸ χρέος τους μὲ τὸ λεγόμενο δικαίωμα. Ἡ πίστη τους ξεπερνᾶ τὰ ὅρια τοῦ κόσμου, δίνει ὑπόσταση σ’ ἐκεῖνα ποὺ ἐλπίζουν καὶ κάνει βέβαια ἐκεῖνα ποὺ δὲν βλέπουν.
Γιὰ πολλὰ πράγματα καυχιέται ὁ κόσμος· γιὰ τέχνες, γιὰ ἐπιστῆμες, γιὰ τεχνικὰ ἔργα, γιὰ κατασκευὲς καὶ γιὰ καταστροφές. Τὶς τελευταῖες θὰ ’πρεπε οἱ ἄνθρωποι πάντα νὰ τὶς θυμοῦνται γιὰ νὰ διδάσκωνται, ἀλλὰ κρῖμα ποὺ ἐδῶ εἶναι πολὺ ἀδύνατη ἡ μνήμη τους. Τίποτε ἀπ’ ὅλα, γιὰ τὰ ὁποῖα καυχιέται ὁ κόσμος δὲν θὰ βρεθῆ, ποὺ νὰ ἔχη ἀξία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Θὰ μείνη μόνο ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ πίστη τῶν Ἁγίων, αὐτὰ τὰ τρία· τὸ αἷμα τῶν Μαρτύρων, τὰ δάκρυα τῶν Ὁσίων καὶ ὁ ἱδρώτας τῶν Δικαίων. Αὐτὰ τὰ τρία εἶναι ἡ λογικὴ λατρεία καὶ σπουδὴ τῆς  ἁγιωσύνης, γιὰ τὴν ὁποία δὲν ἀξίζει ὅλος ὁ κόσμος μὲ ὅ,τι σηκώνει καὶ κουβαλάει στὴν ἱστορία του. Τὸ «ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος»[6], ὅπως κι ἂν τὸ πάρωμε καὶ τὸ ἐξηγήσουμε, εἶναι τὸ ἴδιο· εἴτε ἂν ποῦμε πὼς ὅλος ὁ κόσμος μὲ ὅ,τι ἔχει καὶ μπορεῖ νὰ δώση δὲν ἀξίζει ὅσο ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ πίστη τῶν Ἁγίων εἴτε ἂν ποῦμε πὼς ὁ κόσμος ποτὲ δὲν στάθηκε ἱκανὸς νὰ καταλάβη καὶ νὰ ἐκτιμήση τὴν ἀξία τῆς  ἁγιωσύνης. Νὰ τὴν καταλάβη καὶ νὰ τὴν ἐκτιμήση, ὄχι γιὰ νὰ τὴν πληρώση, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν ἀγαπήση καὶ νὰ τὴν μιμηθῆ. Ὁ κόσμος, καθὼς τὸ ἀκοῦμε σὲ κάποια ἀναγνώσματα τοῦ Ἑσπερινοῦ, εἶναι οἱ λαοὶ οἱ «ἰδόντες καὶ μὴ νοήσαντες...»· οἱ ἄνθρωποι μὲ τοὺς ὁποίους παλεύει ὁ Θεὸς γιὰ νὰ τοὺς κερδίση, μὰ ποὺ αὐτοὶ ἀπ’ ὅσα βλέπουν καὶ ἀκοῦνε τίποτε δὲν βάζουν στὸ μυαλό τους. Ἀκοῦνε, βλέπουν καὶ δὲν καταλαβαίνουν.
Θὰ πῆ τώρα κάποιος πὼς παίρνομε θέση ἐναντίον τοῦ κόσμου, πὼς ἡ Ἐκκλησία μισεῖ τὸν κόσμο. Ἀλλά, ὅταν ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν κόσμο, ποιοὶ εἲμαστ’ ἐμεῖς ποὺ θὰ τὸν μισήσουμε; Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν κόσμο κι ἔρχεται γιὰ νὰ τὸν σώση, καὶ εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ «αἴρει τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου»[7]. Ἡ Ἐκκλησία, ἂν καὶ δὲν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου»[8], ἀλλὰ εἶναι στὸν κόσμο καὶ παλεύει γιὰ νὰ ἀπαλλάξη τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν κυριαρχία τοῦ δαιμονικοῦ, γιατί «ὁ κόσμος ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται»[9]. Ἡ Ἐκκλησία δὲν κρίνει τὸν κόσμο, ἀλλὰ σηκώνει τὸν κόσμο τὸν παίρνει ἐπάνω της, γιὰ νὰ τὸν φέρη στὴν ἀνάσταση καὶ νὰ τὸν περάση ἀνακαινισμένο στὸν μέλλοντα αἰῶνα. Κι ἔχει κι ἐδῶ πάλι τὴ θέση του ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου, ὅτι «οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος». Τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης, ποὺ «πλανᾶ τὴν οἰκουμένην ὅλην»[10], δὲν ἀφήνει τὸν κόσμο νὰ δεχθῆ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ ὁ κόσμος λιθοβολεῖ τοὺς Προφῆτες καὶ σταυρώνει τὸ Σωτήρα του καὶ μισεῖ τὴν Ἐκκλησία καὶ διώκει τοὺς Ἁγίους. Καὶ μόνο γιατί τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι σοφία καὶ δύναμη Θεοῦ νικᾶ τὸν κόσμο, καὶ μόνο γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἀναστημένος Χριστὸς «οὐκέτι ἀποθνήσκει»[11], καὶ μόνο γιατί ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν κόσμο, ὁ κόσμος δὲν καταστράφηκε ἀκόμα. Κατὰ τὰ ἄλλα, οὔτε ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀπόκοσμη οὔτε τὸ κήρυγμα ἐλέγχει καὶ κρίνει τὸν κόσμο, γιατί τώρα δὲν εἶναι ὁ καιρὸς τῆς  κρίσεως, ἀλλὰ ἡ προθεσμία τῆς  σωτηρίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι στὸν κόσμο καὶ φωτίζει τὸ δρόμο γιὰ νὰ πορεύεται ὁ κόσμος, μὰ συμβαίνει πολλὲς φορὲς ὁ κόσμος νὰ μισῆ τὸ φῶς καὶ νὰ προτιμᾶ τὸ σκότος, «ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ»[12]. Τότε δὲν εἶναι πιὰ ἡ Ἐκκλησία ποὺ κρίνει καὶ καταδικάζει, ἀλλὰ ὁ κόσμος ποὺ «ἀντιπίπτει τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ»[13] καὶ «ἁμαρτάνει ὤν αὐτοκατάκριτος»[14].
Μέσα σὲ ὅσα μπορέσαμε ὡς ἐδῶ νὰ ποῦμε εἶναι τὸ νόημα τῆς  αὐριανῆς ἑορτῆς τῆς  Ὀρθοδοξίας. Ἡ ἀθεΐα θέλει νὰ μᾶς βάλη νὰ πιστέψουμε πὼς μόνο γιὰ τὸ ψωμὶ ζοῦν καὶ ἀγωνίζονται οἱ ἄνθρωποι. Οἱ ἐχθροί τῆς  Ἐκκλησίας, μακάρι νὰ μὴν εἶναι καὶ τῆς  Πατρίδας, δὲν κουράζονται μὲ ὅλα τὰ μέσα καὶ μὲ ὅλους τοὺς τρόπους νὰ κηρύττουν πὼς γιὰ τὸν ἄνθρωπο δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο παραπάνω ἀπὸ τὶς ὑλικὲς καὶ σωματικές του ἀνάγκες· αὐτὲς εἶναι ἡ ζωή του, γι’ αὐτὲς ὑπάρχει, γι’ αὐτὲς ἐπαναστατεῖ, γι’ αὐτὲς πολεμάει, γι’ αὐτὲς γίνεται ἥρωας. Μὰ δὲν χρειάζεται πολὺ γιὰ νὰ καταλάβωμε πὼς αὐτὸ εἶναι μιὰ μεγάλη πλάνη. Τάχα μόνο γιὰ τὸ ψωμὶ ἔζησαν, ἀγωνίσθηκαν καὶ πέθαναν ἄνθρωποι; Τάχα μόνο ἀνάμεσα στοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς πεινασμένους γεννήθηκαν ἥρωες, ποὺ δὲν τοὺς ἀντρείωνε τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἀνάγκη, ἡ φτώχεια καὶ ἡ πείνα; Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν παρασύρθηκε ἀπὸ μιὰ τέτοια πλάνη καὶ δὲν ὑπόκυψε, ὅταν «ὁ πειράζων»[15] τὸν βρῆκε πεινασμένο στὴν ἔρημο. Τοῦ πέταξε κατὰ πρόσωπο τὸ «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος...»[16], δὲν εἶναι μόνο τὸ ψωμὶ ποὺ θέλει ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ ζήση. Εἶναι κι ἄλλα, καὶ μάλιστα σὲ ἀξία πρὶν ἀπὸ τὸ ψωμί, γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἂν καὶ πεινοῦσε, δὲν ξεγελάστηκε νὰ κάμη τὶς πέτρες ψωμιά. Μὰ στὸν καιρὸ μας ὁ κόσμος ἔχει ὑποκύψει στὸν πρῶτο πειρασμό· ποτισμένοι καὶ παραζαλισμένοι ἀπὸ τὴν πλάνη πὼς ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνο τὸ ψωμί, βάλθηκαν ὅλοι νὰ κάμουν τὶς πέτρες ψωμιά. Μὰ ἔτσι συμβαίνει μέσα στὴν πλησμονὴ καὶ χορτασιὰ τους ἄλλοι νὰ αἰσθάνωνται τὸν ἑαυτὸ τους μέσα τους πεινασμένο κι ἀδειανό, κι ἄλλοι μέσα στὴ στέρηση καὶ τὴν ἀθλιότητα νὰ πεθαίνουν ἀπὸ τὴν πείνα. Ἡ πλάνη δὲν μπόρεσε νὰ λύση τὸ πρόβλημα τῆς  διατροφῆς καὶ νὰ κάμη καλύτερους τοὺς ἀνθρώπους, γιατί ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνο ὅ,τι τρώγει καὶ γιατί ἐκεῖνο ποὺ λείπει δὲν εἶναι μόνο τὸ ψωμί. Τὸ ψωμὶ πάντα ὑπάρχει, καὶ στὸν καιρὸ μας περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλοτε, καὶ μόνο δὲν ὑπάρχουν ἐκεῖνοι, ποὺ θὰ μπορέσουνε νὰ τὸ μοιράσουν δίκαια σὲ ὅλους. Ἡ αὐριανὴ ἑορτὴ τῆς  Ὀρθοδοξίας δὲν εἶναι μόνο σὲ ἀνάμνηση τῆς  ἀναστήλωσης τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ δὲν εἶναι μόνο εὐχαριστία στὸ Θεὸ γιὰ τὴν καταπολέμηση τῶν αἱρέσεων, εἶναι καὶ ἡμέρα προσευχῆς τῆς  Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ φυλάγη ὁ Θεὸς τὸν κόσμο ἀπὸ κάθε πλάνη, ποὺ δολιεύεται τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ τὴν ἀληθινὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, μέσα σ’ αὐτὴ τὴν Ἐκκλησία βρίσκει τὴν πίστη του καὶ σ’ αὐτὴν ἔχει βέβαιη τὴ σωτηρία του. Γι’ αὐτὸ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους, τοὺς Μάρτυρες καὶ τοὺς Ὁμολογητές, ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν πνευματική του ἀσφάλεια καὶ γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀνανεώνει κάθε χρόνο σὰν αὔριο καὶ κάθε μέρα στὴ συνείδησή του τὴν ὑπόσχεση καὶ τὸν ὅρκο· «Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία»[17]. Ἀμήν.








[1] Συνοδικόν της  ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Ζ' Συνόδου ὑπὲρ τῆς  Ὀρθοδοξίας, Προοίμιον.

[2] Ἑβρ. 10, 39.
[3] Ἑβρ. 11, 1-2.
[4] Ἑβρ. 11,6.
[5] Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολήν, MPG 63,188.4.
[6] Ἑβρ. 11,38.
[7] Ἰω. 1,29.
[8] Α´ Ἰω. 2, 17.
[9] Α´  Ἰω. 5, 19.
[10] Ἀποκ. 12, 9.
[11] Ρωμ. 6, 9.
[12] Ἰω. 3,21.
[13] Πράξ. 7,51.
[14] Τίτ. 3, 11.
[15] Ματθ. 4,3.
[16] Δευτ. 8, 3. Ματθ. 4, 4.
[17] Ἰωσὴφ Βρυέννιος

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΚΡΕΩ

+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ.  Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης
Πρὸς Κορινθίους A’ 8, 8 - 9, 3                               26 Φεβρουάριου 1984
Στὸ ἀποστολικὸ κείμενο τῆς αὐριανῆς θείας Λειτουργίας ὁ Ἀπόστολος ἐκφράζει τὴν πίστη του καὶ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας σ’ ἕν’ ἀπὸ τὰ πιὸ σπουδαῖα ζητήματα, ποὺ ἀπασχόλησαν καὶ ἀπασχολοῦν τὴ σκέψη καὶ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθερίας. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ θεωρητικὴ καὶ φιλοσοφικὴ πλευρά, ποὺ εἶναι πρόβλημα πολὺ μεγάλο καὶ ἄλυτο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη σκέψη. Στὴ μελέτη αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἡ φιλοσοφία ἁπλώνεται καὶ κινεῖται ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο ὡς τὸ ἄλλο· ἢ ἀρνεῖται κάθε ἐλευθερία στὸν ἄνθρωπο σὲ ὅλα ἤ φτάνει νὰ πῆ πὼς εἶναι ἀπόλυτα ἐλεύθερος, γιὰ νὰ ὁρίζη τὸν ἑαυτό του. Ἀλλὰ γιὰ μᾶς τὸ θέμα δὲν εἶναι αὐτό. Τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ δὲν εἶναι φιλοσοφικὴ θεωρία, ἀλλὰ πίστη καὶ ζωή, ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου σὲ σχέση μὲ τὸ συνάνθρωπό του. Χαρακτηριστικὰ ὁ Ἀπόστολος γράφει ὅτι «οὐδεὶς ἑαυτῷ ζῇ..·»[1], ποὺ θὰ πῆ πὼς κανένας ἀπὸ μᾶς δὲν ζῆ μόνος καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἀλλὰ ἄς ἀκούσωμε πρῶτα σὲ νεοελληνικὴ μετάφραση τὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ κείμενο στὴ θεία Λειτουργία.
 «Ἀδελφοί, στὸ Θεὸ δὲν μᾶς συνιστᾶ τὸ φαγητό· γιατί οὔτε ἂν φᾶμε εἴμαστε καλύτεροι οὔτε ἂν δὲν φᾶμε εἴμαστε χειρότεροι. Προσέχετε ὅμως μήπως αὐτή σας ἡ ἐλευθερία γίνη αἰτία νὰ πέσουν ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἀδύνατη πίστη. Γιατί ἂν σὲ δῆ κάποιος ἐσένα ποὺ ἔχεις γνώση νὰ κάθεσαι στὸ τραπέζι ἑνὸς εἰδωλολατρικοῦ ναοῦ, ἡ συνείδησή του, ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατος ἄνθρωπος, δὲν θὰ ξεθαρρέψη νὰ τρώγη κι αὐτὸς τὰ κρέατα ἀπὸ τὶς εἰδωλολατρικὲς θυσίες; Καὶ γιὰ τὴ δική σου τάχα γνώση θὰ πάη χαμένος ὁ ἀδύνατος ἀδελφός, γιὰ τὸν ὁποῖο πέθανε ὁ Χριστός. Ἔτσι ὅμως, βλάπτοντας τοὺς ἀδελφοὺς καὶ πληγώνοντας τὴ συνείδησή τους ποὺ εἶναι ἀδύνατη, κάνετε ἁμαρτία στὸ Χριστό. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, ἂν εἶναι καὶ τὸ φαγητὸ γίνεται αἰτία νὰ πέση ὁ ἀδελφός μου, ἐγὼ λοιπὸν δὲν θὰ φάγω ποτὲ κρέας, γιὰ νὰ μὴν πέση ἐξαιτίας μου ὁ ἀδελφός μου. Δὲν εἶμαι ἀπόστολος; Δὲν εἶμαι ἐλεύθερος; Μὴ καὶ δὲν εἶδα τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό; Δὲν εἴσαστε σεῖς τὸ ἔργο μου μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου; Ἂν γιὰ ἄλλους δὲν εἶμαι ἀπόστολος, ἀλλὰ γιὰ σᾶς τουλάχιστον εἶμαι· γιατί ἐσεῖς εἴσαστε ἡ σφραγίδα, ποὺ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου βεβαιώνει τὴν ἀποστολή μου».
 Ἐκεῖνο ποὺ πρῶτ’ ἀπ᾽ ὅλα πρέπει νὰ καταλάβομε οἱ Χριστιανοί, τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὅτι δὲν ζοῦμε μόνοι μας. Αὐτὸ θὰ πῆ πὼς ὁ καθένας δὲν μπορεῖ νὰ λέγη ὅ,τι θέλει καὶ νὰ κάνη ὅ,τι τοῦ ἀρέσει. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ κατεξοχὴν κοινωνία καὶ στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχουν δεσμοὶ καὶ δεσμεύσεις· δεσμοί, ποὺ μᾶς ἑνώνουν σ’ ἕνα σῶμα καὶ δεσμεύσεις, ποὺ μᾶς κρατοῦν σὲ μιὰ τάξη. Στὴν οὐσία του τὸ πρᾶγμα εἶναι τὸ ἴδιο· εἶναι ἡ ἀγάπη, ποὺ ἀρνητικὰ καὶ θετικά, σύνδεσμος ὄντας τῆς τελειότητας, κρατάει σὲ ἑνότητα τὴν Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀρνητικὰ ἡ ἀγάπη «οὐκ ἀσχημονεῖ»[2], καὶ θετικὰ «πάντα στέγει»[3]. Ἀλλὰ εἶναι βέβαια καὶ ἡ ἐλευθερία, γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλοῦν ὅλοι, κι ὅσοι πιστεύουν κι ὅσοι δὲν πιστεύουν στὴν ἐλευθερία. Μὰ ἡ ἐλευθερία, ἐννοοῦμε ἡ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ ἐλευθερία, δὲν ὁρίζεται παρὰ μόνο ἀπὸ τὴν ἀγάπη· δὲν μποροῦμε δηλαδὴ νὰ ξέρωμε καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε τί εἶναι ἐλευθερία, νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι καὶ νὰ σεβώμαστε τὴν ἐλευθερία τῶν ἄλλων, ἂν μέσα μας δὲν ζοῦμε τὴν ἀγάπη. Δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶσαι δίκαιος, γιὰ νὰ εἶσαι καὶ ἐλεύθερος· πρέπει νὰ ξεπεράσης τὰ ὅρια τῆς δικαιοσύνης, πρέπει νὰ ἀγαπᾶς. Δικαιοσύνη εἶναι τὸ δικαίωμα· ἀγάπη εἶναι τὸ χρέος, τὸ πάντα παρὸν καὶ ἀνεξόφλητο. Αὐτὸ ἐννοοῦσε, ὅταν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε· «Ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν γραμματέων καὶ φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν»[4]. Ἡ δικαιοσύνη τῶν φαρισαίων εἶναι ὁ νόμος, τὸ δικαίωμα καὶ τὸ δίκαιο· τὸ «πλεῖον» εἶναι ἡ χάρη, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλευθερία.
Ἐδῶ καταλήγομε, προσπαθώντας νὰ βαθύνωμε στὸ νόημα τῶν λόγων τοῦ Ἀποστόλου στὴν αὐριανὴ περικοπή. Ἐλεύθερος εἶναι ὁ καθένας νὰ φάγη ἢ νὰ μὴ φάγη, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἡ τροφή, ποὺ μᾶς συνιστᾶ καὶ μᾶς δίνει ἀξία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ συνδεόμαστε μόνο κατακόρυφα μὲ τὸ Θεὸ συνδεόμαστε ὁριζόντια καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Ἐδῶ εἶναι ἕνα σημεῖο, ποὺ συμβαίνουν πολλὲς παρανοήσεις στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων· ἢ θαρροῦν πολλοὶ πὼς τάχα συνδέονται κατακόρυφα μὲ τὸ Θεὸ καὶ δὲν ξέρουν ἂν ὑπάρχουν ἄνθρωποι στὸ πλάι τους, σὲ μιὰ δηλαδὴ ὁριζόντια προέκταση τοῦ ἐαυτοῦ των ἢ τάχα πιστεύουν στὸν ἄνθρωπο καὶ ξέρουν μόνο τὴν ὁριζόντια γραμμὴ στὴ ζωή τους, χωρὶς νὰ θέλουνε νὰ ξέρουν πὼς ὑπάρχει ὁ Θεός. Αὐτὲς εἶναι ἀκρότητες καὶ μονομέρειες ἔξω ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Τὸν ἑαυτό μας δὲν τὸν βρίσκομε παρὰ ξεκινώντας ἀπὸ τὸ Θεό, καὶ τὸ συνάνθρωπό μας δὲν τὸν ξέρομε παρὰ προεκτείνοντας τὸν ἑαυτό μας. Αὐτὰ ποὺ λέμε τώρα δὲν εἶναι, καθὼς θὰ νόμιζε κάποιος, διανοητικὰ σχήματα στὸ μυαλό μας, ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια τῆς ζωῆς μας, καθὼς γι’ αὐτὴν ὁμιλοῦν οἱ θεῖες Γραφὲς καὶ ἡ Ἐκκλησία. Τέλος πάντων γιὰ τὴ ζωή μας, γιὰ τὸν προορισμό μας καὶ γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἄλλος κανένας δὲν ἔχει νὰ μᾶς πῆ παρὰ μόνο ὁ Θεός, ποὺ μᾶς ὁμιλεῖ, ἀποκαλύπτοντας τὸ αἰώνιο θέλημά του στὶς Γραφὲς μέσα στὴν Ἐκκλησία. Εἶναι βέβαια καὶ ἡ Ἐπιστήμη καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ἀρνηθοῦμε τὴ μεγάλη πρόοδο τῆς Ἐπιστήμης καὶ τὶς πολύτιμες ὑπηρεσίες της στὸν ἄνθρωπο. Μὰ ἡ Ἐπιστήμη ὁμιλεῖ καὶ περιορίζεται στὸ βίο τοῦ ἀνθρώπου· ὁ Θεὸς ὁμιλεῖ γιὰ τὴ ζωή. Καὶ εἶν’ ἀλήθεια πὼς ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνο ὁ βίος του, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο καὶ ἡ ζωή του. Ἀλλοίμονο, ἂν ὁ ἄνθρωπος ἦταν μόνο ὁ βίος του! Μιὰ χρονικὴ διάρκεια ἀπὸ τὴ γέννησή του ὡς τὸ θάνατο, κάποιες συνθῆκες ζωῆς ὑλικὲς καὶ βιολογικές.
Σκοπός μας στὴ σημερινὴ ὁμιλία δὲν εἶναι νὰ διδάξουμε γεωμετρία, κι ἂν λέμε γιὰ κατακόρυφο καὶ γιὰ ὁριζόντιο, ποὺ αὐτὲς δὲν εἶναι ἐκφράσεις τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τῶν νεώτερων θεολόγων, τὸ κάνομε γιὰ νὰ γίνη παραστατικώτερος ὁ λόγος. Θέλομε νὰ ποῦμε πὼς ἡ ὀρθὴ θέση τοῦ ἀνθρώπου στὴ ζωὴ εἶναι αὐτὴ ἡ ὀρθὴ γωνία, ποὺ σχηματίζεται στὸ σημεῖο ποὺ συναντιοῦνται καὶ τέμνονται ἡ κατακόρυφη ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἡ ὁριζόντια πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὴ ἡ ὀρθὴ θέση, σὰν ὀρθὴ γωνία, εἶναι σχέση ἐλευθερίας καὶ σὰν συμβολικὴ παράσταση τοῦ σταυροῦ, εἶναι δεσμὸς ἀγάπης. Ἡ ἐλευθερία πάει μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπη, καὶ δὲν μποροῦμε νὰ λέμε γιὰ ἐλευθερία, ἂν δὲν εἴμαστε δεμένοι μεταξὺ μας μὲ τὴν ἀγάπη, ἂν δὲν αἰσθανώμαστε νὰ εἴμαστε ἐξαρτημένοι ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο. Ἕνας σύγχρονος προφήτης τῆς ἀθεΐας, παρερμηνεύοντας καὶ κακοποιώντας τὴν ἔννοια τῆς ἐλευθερίας, ἔφτασε νὰ πῆ πῶς ὁ «ἄλλος», ὁ διπλανός μας ἄνθρωπος εἶναι γιὰ τὸν καθένα μας ἡ κόλαση. Μὰ ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι ἔννοια, εἶναι ζωὴ καὶ πραγματικότητα, κι αὐτὴ ἡ πραγματικότητα δὲν εἶναι κάτι στὸν ἀέρα, ἀλλὰ ἕνα γεγονὸς καὶ μιὰ πράξη, ποὺ συμβαίνει καὶ διαδραματίζεται μεταξὺ μας ὄχι σὲ μιὰ θεατρικὴ σκηνή, ἀλλ’ ἐπάνω στὴν ὁριζόντια γραμμὴ γιὰ τὴν ὁποία λέμε, τὴ γραμμὴ ποὺ ἐκτείνεται στὸ ἐπίπεδο τῶν ἀνθρώπων καὶ τέμνεται σὲ ὀρθὴ γωνία μὲ τὴν κατακόρυφη, ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὸ Θεό. Μάταιη θὰ εἶναι κάθε ἀνθρώπινη προσπάθεια καὶ γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ γιὰ τὴν ἰσότητα καὶ γιὰ τὴ δικαιοσύνη καὶ γιὰ ὅλα, ποὺ ἀποτελοῦν ἀκοίμητους καὶ ἅγιους πόθους των, ἂν παλεύουν γι’ αὐτά, ξεκομμένοι ἀπὸ τὴν κατακόρυφη γραμμή, ποὺ τοὺς ἑνώνει μὲ τὸ Θεὸ καὶ ὁρίζει τὶς ὀρθὲς μεταξύ των σχέσεις.
Στὸ ἀνάγνωσμα τῆς αὐριανῆς θείας Λειτουργίας ὁ Ἀπόστολος, ἀπὸ μιὰ ἐκκλησιαστικὴ καὶ κοινωνικὴ ἀταξία στὴν Κόρινθο, παίρνει ἀφορμὴ νὰ γράψη γιὰ τὴν ἐλευθερία, ποὺ δὲν νοεῖται καὶ δὲν ὑπάρχει ἔξω ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Ἂν ἔχει τάχα σημασία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἂν θὰ φάγη κανεὶς ἢ ἂν δὲν θὰ φάγη! «Βρῶμα ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ…»[5]· πάει νὰ πῆ πὼς τὸ φαγητὸ δὲν δεσμεύει τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Τὴν δεσμεύει ὅμως κάτι ἄλλο· ἡ ἀγάπη. Καὶ μᾶλλον ὄχι τὴν δεσμεύει, ἀλλὰ τὴ συνιστᾶ καὶ τὴν κάνει πραγματικὴ ἐλευθερία. Αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου, ποὺ εἶναι σὰν ὅρκος, εἶναι ἕνας λόγος μοναδικός, καὶ εἶναι ὁ ἀνεπανάληπτος καὶ πιὸ σωστὸς ὁρισμὸς τῆς πραγματικῆς ἐλευθερίας· «Εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰώνα…»[6]! Ἂν τὸ φαγητὸ κάνη ζημιὰ στὴν ἀδύνατη συνείδηση τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἂν ἐγὼ γίνωμαι ἀφορμὴ γιὰ νὰ πέση ὁ ἀδελφός μου, ἂν ἡ ἐλευθερία μου ὑποδουλώνη τὸν ἀδελφό μου, ἐγὼ λοιπὸν μὲ τὴν ἀγάπη δεσμεύω τὴν ἐλευθερία μου καὶ δὲν θὰ φάγω ποτέ μου κρέας. Δὲν πρόκειται γιὰ τὸ φαγητό, δὲν πρόκειται γιὰ τὰ κρέατα ἀπὸ τὶς εἰδωλολατρικὲς θυσίες, μέσα στὰ ὁποῖα οἱ ἀδύνατοι στὴν πίστη ἔβλεπαν πὼς ἦσαν δαιμόνια· πρόκειται γιὰ τὴν ἀγάπη, ποὺ αὐτοδεσμεύεται καὶ ἐλεύθερα παραιτεῖται ἀπὸ ἕνα φυσικὸ δικαίωμα γιὰ χάρη τοῦ ἀδελφοῦ. Παρακάτω στὴν ἴδια ἐπιστολὴ ὁ Ἀπόστολος γράφει καὶ ρωτᾶ· «ἵνα τί γὰρ ἡ ἐλευθερία μου κρίνεται ὑπὸ ἄλλης συνειδήσεως;»·[7] γιατί ἡ ἐλευθερία μου νὰ κρίνεται ἀπὸ τὴ συνείδηση τοῦ ἄλλου; Τὴν ἀπάντηση τὴν δίνει ὁ ἴδιος στὴ συνέχεια ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ τελειώνει ἡ αὐριανὴ περικοπή· «Ἐλεύθερος γὰρ ὤν ἐκ πάντων πᾶσιν ἐμαυτὸν ἐδούλωσα, ἵνα τοὺς πλείονας κερδήσω»[8]· ἂν καὶ εἶμαι ἐλεύθερος ἀπ᾽  ὅλους, ὅμως ὑποδουλώθηκα σὲ ὅλους, γιὰ νὰ κερδίσω τοὺς περισσότερους. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὄχι μόνο φαίνεται ἀνεξήγητος, ἀλλὰ καὶ σκανδαλίζει. Ἡ ἐξήγησή του βρίσκεται στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων. Στὴν ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ περίφημο εἶναι τὸ ζήτημα τῶν δούλων καὶ οἱ ἀγῶνες γιὰ τὴν κατάργηση τῆς δουλείας. Στὴν ἱστορία ὅμως καὶ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἔχομε παραδείγματα ἀνθρώπων, ὄχι ποὺ ἔγιναν ἀπὸ δοῦλοι ἐλεύθεροι, ἀλλ’ ἀπὸ ἐλεύθεροι ποὺ ἦσαν πούλησαν τὸν ἑαυτό τους κι ἔγιναν δοῦλοι. Τέτοιος εἶναι ὁ ἅγιος Σεραπίων ὁ Σιδόνιος, ποὺ ὅταν κάποιον ἤθελε νὰ τὸν κάμη χριστιανό, πήγαινε καὶ τοῦ γινότανε δοῦλος· μὲ τὴν ὑπακοὴ καὶ τὸ παράδειγμά του, στὸ τέλος τὸν κέρδιζε καὶ τὸν ἔκανε χριστιανό!
Στὸ θέμα, μὲ τὸ ὁποῖο καταπιαστήκαμε σήμερα, δὲν θὰ βροῦμε τέλος καὶ δὲν θὰ συμφωνήσουμε, ἂν δὲν τοποθετηθοῦμε καλοπροαίρετα καὶ μὲ ἀπόλυτη εἰλικρίνεια μέσα στὴ θεόπνευστη σκέψη τοῦ Ἀποστόλου στὸ αὐριανὸ λειτουργικὸ κείμενο. Ἡ κοινωνικὴ ἐλευθερία εἶναι περισσότερο ἀπὸ δικαίωμα, καὶ πρέπει νὰ πιστέψουμε πὼς εἶναι συνείδηση καὶ χρέος ἀγάπης. Τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον εἶναι νομικὲς ἐπιταγές, ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία εἶναι τὸ ἦθος τοῦ ἀνθρώπου, κι ἔλεγαν ἀκριβῶς οἱ ἀρχαῖοι ὅτι τὸ ἦθος εἶναι ὁ Θεὸς μέσα στὸν ἄνθρωπο· «ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων»[9]. Γιατί ἀλλιῶς αὐτὸ ποὺ λέμε ἐλευθερία, ποὺ μόνο σὰν προσωπικὸ δικαίωμα μᾶς τοποθετεῖ ξεχωριστὰ καὶ σὲ θέση μάχης ἀπέναντι στὸ συνάνθρωπο καὶ τὸν ἀδελφό, εἶναι ἄρνηση τῆς ἐλευθερίας καὶ ἐγωϊστικὴ ἀσυδοσία, ποὺ ὁδηγεῖ φυσικὰ σὲ ὑποδούλωση καὶ καταδυνάστευση τῶν ἄλλων. Ἀλλὰ στὸ τέλος τώρα δὲν πρέπει νὰ παραλείψουμε νὰ ποῦμε καὶ τὸ λόγο, γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία διαβάζει αὔριο στὴ θεία Λειτουργία τὴν περικοπή, ποὺ μᾶς ἔδωκε ἀφορμὴ στὴ σημερινὴ ὁμιλία· εἶναι ὅτι θέλει νὰ μᾶς προετοιμάση γιὰ τὴν περίοδο τῆς νηστείας ποὺ ἔρχεται. Ἀλλὰ ἡ νηστεία, ὁ πολὺ παρεξηγημένος θεσμὸς τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι θέμα γιὰ μιὰ ἄλλη ὁμιλία. Ἀμήν.



[1] Ρωμ. 14, 7.
[2] Α´ Κορ. 13,5.
[3] Α´ Κορ. 13,7.
[4] Ματθ. 5, 20.
[5] Α´  Κορ. 8, 8.
[6] Α´  Κορ. 8, 13.
[7] Α´ Κορ. 10, 29
[8] Α´ Κορ. 9, 19–20.
[9] Ἠράκλειτος, ἀπόσπ. 119.