Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ ΛΟΥΚΑ

+ 'Επισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ



«Ἐκεῖνο τόν καιρό δίδασκε ὁ Ἰησοῦς σέ μιά ἀπό τίς συναγωγές καί ἦταν ἡμέρα Σάββατο. Κι ἦταν ἐκεῖ μιά γυναίκα, πού ἡ ἀρρώστια τήν βασάνιζε δεκαοχτώ χρόνια· ἦταν σκυφτή καί δέν μποροῦσε καθόλου νά σηκώση τό κορμί της.  Ὅταν τήν εἶδε, ὁ  Ἰησοῦς τῆς μίλησε καί τῆς εἶπε: «Γυναίκα, εἶσαι λυτρωμένη ἀπό τήν ἀρρώστια σου». Ἀκούμπησε ἐπάνω της τά χέρια του κι ἀμέσως ἐκείνη ἀνασηκώθηκε καί δόξασε τό Θεό. Τότε ἀμέσως πῆρε τό λόγο ὁ ἀρχισυνάγωγος καί μέ ἀγανάκτηση, ἐπειδή ἦταν Σάββατο, ἔλεγε στό λαό «Ἕξη μέρες εἶναι, στίς ὁποῖες πρέπει νά ἐργαζώμαστε· σ’ αὐτές λοιπόν νά ἔρχεσθε καί νά θεραπεύεσθε κι ὄχι τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου». Τότε τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Κύριος καί τοῦ εἶπε· «Ὑποκριτή! Ὁ καθένας ἀπό σᾶς τό Σάββατο δέν λύνει τό βόδι του καί τό γάϊδαρο ἀπό τό παχνί καί πάει καί τά ποτίζει; Κι αὐτή ἐδῶ, κόρη τοῦ Ἀβραάμ ποὺ τήν ἔδεσε ὁ σατανᾶς δεκαοχτώ χρόνια, δέν ἔπρεπε νά λυθῆ ἀπό τοῦτο τό δεσμό τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου;». Κι ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς ἔλεγε αὐτά, καταντροπιάζονταν ὅλοι οἱ ἐχθροί του, κι ὅλος ὁ λαός ἔχαιρε γιά ὅλα τὰ ἔνδοξα πού γίνονταν ἀπ᾽ αὐτόν.
Γιά δυό πράγματα ἐκεῖνο τό Σάββατο βρέθηκε ἡ συγκύπτουσα στή συναγωγή· γιά νά προσευχηθῆ καί γιά νά ἀκούση τό θεῖο λόγο. Γι’ αὐτά τά δύο πῆγε στή συναγωγή, μέ τήν ἐλπίδα νά βρῆ παρηγοριά στήν ταλαιπωρία της. Καί δέν πῆγε βέβαια γιά πρώτη φορά, μά σήμερα βρῆκε περισσότερο ἀπ᾽ ὅ,τι ἔλπιζε καί περίμενε· λυτρώθηκε ἀπό τήν ἀρρώστια, πού τήν βασάνιζε δεκαοχτώ χρόνια. Δέν εἶναι μικρό πρᾶγμα, καί χρειάζεται πολλή πίστη καί μεγάλη ἀντοχή νά σηκώνης δεκαοχτώ χρόνια τήν ἀρρώστια καί τόν πόνο σου καί νά μή σοῦ λείπη ἡ ἐλπίδα πώς κοντά στό Θεό θά βρῆς παρηγοριά καί ξεκούραση. Ὅ,τι καί νά ποῦμε ἐδῶ θά εἶναι λόγια χαμένα, γιατί στόν καιρό μας οἱ ἄνθρωποι γενήκαμε ὅλοι τόσο ἀβάσταγοι, πού δέν μποροῦμε νά καταλάβωμε τί πάει νά πῆ νά σηκώνης τό σταυρό σου καί νά ἀκολουθῆς τό Χριστό. Κι ὅσοι λέμε πώς εἴμαστε χριστιανοί κάπως ἀλλιῶς ἐννοοῦμε καί θέλομε τήν πίστη μας, τάχα πιό συγχρονισμένη καί κομμένη στά μέτρα τῶν κοινωνικῶν μας ἀντιλήψεων. Τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι βέβαια κοινωνικό, μά αὐτό πού λέμε κοινωνία θέλει ἀνθρώπους μέ ἐλεύθερη συνείδηση, καί τέτοιους ἀνθρώπους μόνο ὁ σταυρωμένος Χριστός κάνει ἀνθρώπους, πού σταυρώνονται μαζί μέ τό Χριστό, γιά νά ἀναστηθοῦν μαζί του.
Ἐκεῖνο τό Σάββατο στή συναγωγή ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶδε τή  γυναίκα, μέ τό κυρτωμένο σῶμα καί μέ τήν ψυχή της μέσα της γονατιστή, καί τῆς εἶπε· «Γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου»· γυναίκα λυτρώθηκες ἀπό τήν ἀρρώστια σου. Καί γιά νά τῆς δοθῆ μ’ ἕναν αἰσθητό τρόπο ἡ θεία δύναμη, ἀκούμπησ’ ἐπάνω της τά χέρια του. Ὁ θεῖος λόγος εἶναι συγχρόνως καί ἔργο, καί ἡ ἄρρωστη γυναίκα ἔγινε ἀμέσως καλά. Τό ἴδιο ὅπως καί στή δημιουργία τοῦ κόσμου, πού ὁ Θεός εἶπε· «Γενηθήτω φῶς» καί ἔγινε φῶς. Ἔτσι φανερώνεται καί ξεχύνεται ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Κανένα ἐμπόδιο δέν μπορεῖ νά μπῆ ἀνάμεσα στό Θεό, πού ζητάει τόν ἄνθρωπο γιά νά τόν σώση καί στόν ἄνθρωπο, πού ζητάει τό Θεό γιά νά σωθῆ. Οὔτε τό Σάββατο. Γιατί παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα εἶναι ὁ ἄνθρωπος· παραπάνω κι ἀπό νόμο καί τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Ὁ νόμος καί οἱ ἐντολές καί τό Σάββατο δόθηκαν ὅλα γιά τόν ἄνθρωπο, καί μέσα στό νόμο καί τίς ἐντολές ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Ἆραγε μποροῦμε νά ποῦμε τό ἴδιο καί γιά τούς νόμους τῶν ἀνθρώπων κι ὅταν ἀκόμα οἱ νομοθέτες λένε πὼς ἐνδιαφέρονται γιά τόν ἄνθρωπο; Ἀλλά, γιά νά ἐνδιαφερθῆς εἰλικρινά γιά τόν ἄνθρωπο, πρέπει νά ξέρης τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος· ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος, καί τό σῶμα καί ἡ ψυχή του. Συμβαίνει ὅμως στόν καιρό μας νά εἴμαστε ὅλοι καλοί κοινωνιολόγοι καί πολύ κακοί ἀνθρωπολόγοι. Μά ἡ λεγάμενη κοινωνία δέν φτιάχνεται, ἄν πρῶτα δέν φτιάξουμε ἀνθρώπους γιά νά συγκροτήσουμε κοινωνία, πού αὐτή ἡ κοινωνία δέν θά εἶναι ἀνώνυμο κοπάδι, ἀλλά ἠθικό σῶμα ἐλεύθερων προσώπων. Κάθε νομοθεσία, πού ἀγνοεῖ τόν ἄνθρωπο σάν πρόσωπο, πού δέν θέλει νά ξέρει τί πραγματικά εἶναι ὁ ἄνθρωπος, εἶναι νομοθεσία κακή καί ἀνελεύθερη.
Πολλά ἐμπόδια παρεμβάλλονται, γιά νά σταματήση κάθε καλό, πού θά μπορούσανε νά κάνουν οἱ ἄνθρωποι, ἐκεῖνοι πού δέν θέλουν βέβαια νά καταργήσουν τό νόμο, ἀλλά νά τόν ξεπεράσουν καί νά τόν συμπληρώσουν θετικά. Γιατί ὁ νόμος, ὁ κάθε νόμος, εἶναι πάντα ἀρνητικός καί ἔχει ἀνάγκη ἀπό συμπλήρωση καί θετική ἑρμηνεία. Αὐτό κάνει πάντα ὁ Ἰησοῦς Χριστός· δέν καταργεῖ τό νόμο, ἀλλά τόν συμπληρώνει καί τόν ἑρμηνεύει γιά τό συμφέρον τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ὁ νόμος εἶναι πάντα γιά τόν ἄνθρωπο. Τό πρῶτο ἔμποδιο δέν εἶναι, καθώς θά νόμιζε κανείς, ἡ στενή νομικιστική ἀντίληψη, ἀλλά ἡ ὑποκρισία. Νά λές πώς ἐνδιαφέρεσαι γιά τόν νόμο, γιατί δέν θέλεις νά εὐεργετήσης τόν ἄνθρωπο. Νά παρασταίνης τό φρουρό τοῦ θείου νόμου, νά κόβεσαι γιά τόν ἀνθρώπινο νόμο, νά φωνάζης καί νά διαμαρτύρεσαι, γιατί σέ πῆρε τάχα ὁ πόνος γιά τήν τάξη καί τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, γιά τήν εὐνομία τῆς Πολιτείας καί γιά τήν κοινωνική δικαιοσύνη. Γιατί βέβαια ἡ ὑποκρισία δέν εἶναι μόνο θρησκευτική κακία· ὄχι μόνο στήν Ἐκκλησία, μά καί στήν Πολιτεία ὑπάρχουν πάντα πολλοί ὑποκριτές. Αὐτοί ποτέ τους δέν δούλεψαν καί ποτέ τους δέν κουράστηκαν καί πάντα εἶναι πρῶτοι σέ κάθε κατάσταση. Ποιός προσέχει τούς ἄλλους, ποὺ σταυρώνονται κάθε μέρα, ποὺ πεθαίνουν ἐπάνω στό χρέος τους, ποὺ τρῶνε τό ψωμί τους μέ ἱδρώτα, ποὺ σκοτώνονται γιά τήν πατρίδα τους, ποὺ θυσιάζονται γιά τήν πίστη τους; Γιατί, ὅσο κι ἄν πληθαίνουν οἱ ὑποκριτές, πάντα ὑπάρχουν οἱ τίμιοι ἄνθρωποι, ἐκεῖνοι πού κρατᾶνε τά μετερίζια τῆς ζωῆς, τά ἐκκλησιαστικά, καί τά πολιτικά, καί τά κοινωνικά.
Ὁ ἀρχισυνάγωγος ἐκείνη τήν ἡμέρα στή συναγωγή, γιά χάρη τοῦ Σαββάτου, ἦταν ἕτοιμος ἄν μποροῦσε νά σφάξη καί τό Χριστό καί τή  συγκύπτουσα. Ὅποιος δέν τόν ἤξερε θά τόν πίστευε, μά ὁ Χριστός τόν ξεσκέπασε καί τόν ἀποστόμωσε. Τόν εἶπε ὑποκριτή, ψεύτη δηλαδή καί θεατρῖνο, πού ἄλλος ἦταν κι ἄλλος ἤθελε νά φανῆ. Τόν πονοῦσε τάχα ὁ νόμος κι ἡ ἐντολή τοῦ Σαββάτου καί δέν τόν συγκινοῦσε τό καλό, πού τό ἔβλεπε μπροστά στά μάτια του. Ὅλοι οἱ ὅμοιοι στήν  Ἐκκλησία σάν τόν ἀρχισυνάγωγο, τά ἴδια φωνάζουν πάντα· «Πάνω ἀπ᾽ ὅλα εἶναι ὁ νόμος, οἱ ἐντολές, οἱ ἱεροί κανόνες, ἡ τάξη καί ἡ παράδοση». Ποιός τό ἀρνήθηκε; Μά ὁ νόμος καί οἱ ἐντολές καί οἱ κανόνες εἶναι ὅλα γιά τόν ἄνθρωπο. Ὅταν ὁ Θεός νομοθετῆ, δέν ἐνδιαφέρεται νά προστατέψη τόν ἑαυτό του, ἀλλά νά εὐεργετήση τόν ἄνθρωπο. Ἀλλά ἀλλοίμονο στόν κόσμο ἀπό τούς γεμάτους ὑποκρισία φρουρούς τοῦ νόμου. Τό πιό ξεκούραστο εἶναι ὁ κάθε ὀκνηρός καί εὐθυνόφοβος κι ὅποιος τοῦ δόθηκε μιά θέση καί δέν μπορεῖ νά ξεπεράση τό γράμμα τοῦ νόμου καί νά τόν ἑρμηνεύση θετικά, νά ταμπουρώνεται ὑποκριτικά πίσω ἀπό τίς νομικές διατάξεις καί νά μήν ἀφήνη νά γίνη τίποτε καλό. Μά ὅταν σκοτώνης τόν ἄνθρωπο, τί σου χρειάζονται οἱ νόμοι; Ὅταν γκρεμίζης τήν Ἐκκλησία, τί τούς θέλεις τούς κανόνες; Ὅταν δέν ξέρης τόν ἄνθρωπο, τί ὁμιλεῖς γιά τό Θεό; Ὅσο γιά τήν τάξη καί τήν παράδοση καί τήν δικαιοσύνη, ὅποιοι τά πολυφωνάζουν αὐτά μήτε τά ξέρουν μήτε τά ἔμαθαν μήτε τά σεβάστηκαν ποτέ τους.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀγάπησε ὅλους τους ἀνθρώπους, τούς κουρασμένους, τούς ἄρρωστους, τούς φτωχούς, τούς ἁμαρτωλούς. Μόνο τους ὑποκριτές δέν ἀγάπησε, γιατί δέν τόν ἄφησαν ἐκεῖνοι. Ὁ  Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ χάρη καί ἡ ἀλήθεια, μά ἡ χάρη καί ἡ ἀλήθεια δέν πᾶνε ποτέ μαζί μέ τήν ὑποκρισία. Γιατί ἡ ὑποκρισία εἶναι ἡ ψευτιά καί ἡ ἀπάτη καί τό κάλπικο νόμισμα στή ζωή. Νά μή θαυμάζουμε γιατί φτάσαμε καί δέν μποροῦμε πιά νά ζήσουμε καί νά συνεννοηθοῦμε μεταξύ μας. Εἶναι, γιατί μέσα μας δέν ὑπάρχει ἀντίκρυσμα σέ ὅ,τι δείχνομε ἐξωτερικά. Κανένας δέν μέ ὑποχρεώνει νά βγῶ στό δρόμο καί νά φωνάξω τί μπορεῖ νά ἔχω μέσα μου · χαρά σέ μένα, ἄν εἶμαι ἄδολος καί τίμιος. Μά καί κανένας δέν μοῦ ἐπιτρέπει νά παίζω θέατρο καί νά ἐξαπατῶ τούς ἀνθρώπους.  Ἄς μή φωνάζουμε γιά τά μεγάλα, μόνο ἄς εἴμαστε τίμιοι καί εἰλικρινεῖς στά μικρά.  Ἄς μή θέλωμε νά προστατέψουμε τό Θεό, ὅταν ἀδικοῦμε τόν ἄνθρωπο. Ὁ Εὐαγγελιστής ἐξαρτᾶ τήν ἀγάπη πρός τό Θεό ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο. Ἀγάπα λοιπόν τόν ἄνθρωπο, γιά νά μπορῆς νά πῆς πώς ἀγαπᾶς καί τό Θεό. Ἀλλά ἔμαθες νά λές πῶς δέν πιστεύεις στό Θεό ἀγάπα λοιπόν τόν ἄνθρωπο στό συγκεκριμένο πρόσωπο τοῦ πλησίον, αὐτόν πού εἶναι δίπλα σου, γιά νά μπορῆς νά πῆς καί νά σέ πιστέψω πώς ἐνδιαφέρεσαι γιά τήν κοινωνία καί γιά τήν ἀνθρωπότητα. Ἄν δέν ἀγαπᾶς τόν ἄνθρωπο τοῦ σπιτιοῦ σου, τό συμπολίτη σου, τόν καθέναν πού βρέθηκε μπροστά σου κι ἔχει τήν ἀνάγκη σου, ὅλα τὰ ἄλλα καί γιά τό Θεό καί γιά τή  δικαιοσύνη καί γιά τήν ἀνθρωπότητα καί γιά τήν εἰρήνη, ὅλα εἶναι ψέμα καί ὑποκρισία. Ἀλλά ὁ Θεός ἄς μᾶς φυλάξη ἀπό μιά τέτοια μεγάλη ἁμαρτία καί συμφορά. Ἀμήν.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Η Παναγία ως ναός του Θεού

Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. 
Sisto Badalocchio Rosa
Ο Σολομών χτίζει τον Ναό του Θεού στην Ιερουσαλήμ

Χαρακτικό (12.9 x 17.7 cm) με βάση τις νωπογραφίες του Raphael στην ανοιχτή στοά του Βατικανού (1607)Fine Arts Museums of San Francisco
Γ ́ Βασιλειῶν η ́ 1-11Η καθιέρωση του ναού ως κατοικία του Κυρίου
8 «1Όταν, μετά από είκοσι χρόνια, τελείωσε ο Σολομών την οικοδόμηση του Ναού του Κυρίου και του ανακτόρου του, συγκάλεσε όλους τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ στη Σιών για να μεταφέρουν την Κιβωτό της Διαθήκης του Κυρίου από την Πόλη Δαβίδ (δηλαδή τη Σιών), 2τον μήνα Αθανίν.
3Τότε οι ιερείς σήκωσαν την Κιβωτό 4και τη Σκηνή του Μαρτυρίου, καθώς και τα ιερά σκεύη που υπήρχαν μέσα στη Σκηνή. 5Ο βασιλιάς και όλη η συνάθροιση των Ισραηλιτών βάδιζαν μπροστά από την Κιβωτό και παράλληλα θυσίαζαν αναρίθμητα πρόβατα και βόδια.
6Στη συνέχεια, οι ιερείς έφεραν την Κιβωτό στη θέση που είχαν ετοιμάσει γι ̓ αυτήν στο άδυτο του Ναού, στα Άγια των Αγίων, κάτω από τις φτερούγες των χερουβίμ. 7Τα χερουβίμ είχαν απλωμένες τις φτερούγες τους πάνω από το μέρος όπου τοποθετήθηκε η Κιβωτός, ώστε να σκεπάζουν την Κιβωτό και τα ιερά της αντικείμενα. 8Οι δοκοί της κιβωτού εξείχαν και οι άκρες τους φαίνονταν από τα Άγια που βρίσκονταν μπροστά από τα Άγια των Αγίων, αλλά δεν φαίνονταν έξω από τον Ναό. 9Μέσα στην Κιβωτό δεν υπήρχε τίποτε άλλο, παρά μόνον οι δύο λίθινες πλάκες, τις οποίες είχε τοποθετήσει εκεί ο Μωυσής στο Χωρήβ, οι πλάκες της Διαθήκης που είχε συνάψει ο Κύριος με τους Ισραηλίτες μετά την έξοδό τους από τη χώρα της Αιγύπτου.
 10Όταν οι ιερείς βγήκαν από τα Άγια, μια νεφέλη κατέκλυσε τον Ναό. 11Έτσι, οι ιερείς δεν μπορούσαν να παραμείνουν για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, εξαιτίας της νεφέλης, καθώς η δόξα του Κυρίου είχε κατακλύσει τον Ναό».

Το δεύτερο ανάγνωσμα του Εσπερινού της 21ης  Νοεμβρίου, ημέρας που, σύμφωνα με τη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είναι αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου, προέρχεται από το τρίτο βιβλίων των Βασιλειών και αναφέρεται στα εγκαίνια του ναού της Ιερουσαλήμ από τον βασιλιά Σολομώντα το 955 π.Χ. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της Παλαιάς Διαθήκης, ο Σολομών (965 – 926 π.Χ.) χρησιμοποίησε για την κατασκευή του Ναού τα καλύτερα υλικά (ξύλα από κέδρο του Λιβάνου και κυπαρίσσι, χρυσό, ασήμι, χαλκό και τεράστιες πελεκητές πέτρες) και τους καλύτερους τεχνήτες, οι οποίοι διακόσμησαν τους τοίχους του Ναού με περίτεχνα χερουβίμ, φοίνικες και λουλούδια, ενώ κάλυψαν τα πάντα, ακόμα και το πάτωμα, με χρυσό (3Βα κεφ 7).
Όταν πλέον οι εργασίες ολοκληρώθηκαν, ο Σολομών συγκάλεσε μια πάνδημη συνάθροιση και με μια λαμπρή πομπή και θυσίες αναρίθμητων ζώων μετέφεραν το ιερότερο λατρευτικό αντικείμενο του αρχαίου Ισραήλ, την Κιβωτό της Διαθήκης, που περιείχε τις πλάκες του Νόμου και που ως εκείνη την ώρα φυλαγόταν σε μια Σκηνή, στον Ναό. Η Κιβωτός τοποθετήθηκε στο εσώτερο μέρος του Ναού, στα Άγια των Αγίων, κάτω από τα φτερά δύο τεράστιων χερουβίμ που ήταν κατασκευασμένα από ξύλο ελιάς και καλυμμένα με χρυσάφι. Και τότε:
Μια νεφέλη κατέκλυσε τον Ναό κι έτσι, οι ιερείς δεν μπορούσαν να παραμείνουν για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, εξαιτίας της νεφέλης, καθώς η δόξα του Κυρίου είχε κατακλύσει τον Ναό (3Βα η ́ 10-11).
Σε πλήθος χωρίων της Παλαιάς Διαθήκης η παρουσία του Θεού σε κάποιον τόπο δηλώνεται με την εμφάνιση μιας νεφέλης. Νεφέλη οδηγεί τους Ισραηλίτες έξω από την Αίγυπτο και τους προστατεύει από τους διώκτες τους (Εξο ιδ ́ 19-20), νεφέλη καλύπτει την κορυφή του όρους Σινά όταν “κατέρχεται” εκεί ο Θεός για να δώσει στον Μωυσή τις 10 εντολές (Εξο κδ ́ 15-18) και νεφέλη καλύπτει τη Σκηνή του Μαρτυρίου και καθοδηγεί τους Ισραηλίτες καθ ̓ όλη τη διάρκεια των περιπλανήσεών τους στην έρημο (Εξο μ ́ 34-38· πρβλ Αρι θ ́ 15-21). Ακριβώς όπως πριν από 300 περίπου χρόνια στην έρημο του Σινά ο Θεός ήταν συνεχώς παρών ανάμεσα στον λαό του, έτσι και τώρα έρχεται να “εγκατασταθεί” στον Ναό της Ιερουσαλήμ.
Ο ναός που έχτισε ο βασιλιάς Σολομώντας καταστράφηκε το 586 π.Χ. μαζί με ολόκληρη την πόλη από τους Βαβυλώνιους. Μεταξύ 520 και 515 π.Χ., όταν η Ιουδαία ήταν πλέον μια μικρή επαρχία της Περσικής Αυτοκρατορίας, ξαναχτίστηκε ένας δεύτερος ναός αλλά πολύ μικρότερων διαστάσεων από τον διοικητή Ζοροβάβελ. Τέλος, κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, από την εποχή του Ηρώδη του Μεγάλου (37 – 4 π.Χ.) και εξής άρχισε να χτίζεται ένας πολύ μεγλοπρεπέστερος ναός που όμως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, καθώς το 70 μ.Χ. καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Ρωμαίους όταν κατέστηλαν την εναντίον τους ιουδαϊκή επανάσταση. Παρά τις αλλεπάλληλες καταστροφές όμως, η σημασία του λόφου της Σιών, πάνω στον οποίο ήταν χτισμένος ο Ναός, ως τόπου παρουσίας του Θεού δεν έσβησε ποτέ.
Κοινό χαρακτηριστικό όλων σχεδόν των αρχαίων πολιτισμών ήταν η αντίληψη ότι οι θεοί κατοικούσαν ταυτόχρονα στον ουρανό και στους ναούς που ήταν αφιερωμένοι σ’ αυτούς. Έτσι, ο ναός αποτελούσε τον χώρο όπου η διαφορά μεταξύ ουρανού και γης αίρεται, οπότε όποιος εισερχόταν στον ναό, βρισκόταν ταυτόχρονα μπροστά στον ουράνιο θρόνο του θεού. Στον χώρο του ναού συντελείτο μια υπέρβαση των κατηγοριών του γήινου και του ουράνιου, καθώς τα όρια μεταξύ επίγειου και ουράνιου κόσμου σχετικοποιούνταν. Έτσι, ο ναός αποτελούσε, κατά τις αντιλήψεις των αρχαίων, ένα κομμάτι γης που έφτανε μέχρι τον ουρανό ή, αντίθετα, ένα κομμάτι ουρανού που άγγιζε τη γη.
Ακριβώς επειδή ο χώρος του ναού ήταν συνδεδεμένος με τέτοιες παραστάσεις, απαγορευόταν στους πιστούς να εισέρχονται σ’ αυτόν. Στο εσώτερο μέρος του ναού του Σολομώντα εισερχόταν μόνον ο αρχιερέας μια φορά τον χρόνο για να ραντίζει τον χώρο με το αίμα της θυσίας που προσφερόταν στην αυλή (Εβρ θ ́ 7). Αυτή την αυστηρή οριοθέτηση του χώρου όπου κατοικεί η θεότητα από τον χώρο όπου κατοικούν οι άνθρωποι κατάργησε ο Ιησούς Χριστός με την ενανθρώπισή του. Καθώς ο Θεός έγινε άνθρωπος και ήρθε να κατοικήσει μεταξύ των ανθρώπων, κατάργησε κάθε διαχωριστικό μεταξύ θείου και ανθρώπινου.
Με την ενανθρώπιση του Θεού ολόκληρος ο κόσμος έγινε πλέον ένας ναός όπου όλοι οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα της άμεσης επικοινωνίας με τον Θεό. Έτσι, ο χριστιανικός ναός συμβολίζει με την αρχιτεκτονική του το σύμπαν και κάθε μέρος του ένα τμήμα του κόσμου. Το δάπεδο συμβολίζει τη γη πάνω στην οποία κατοικούν οι άνθρωποι. Η οροφή συμβολίζει τον ουρανό και γι’ αυτό στο κέντρο της εικονογραφείται πάντοτε ο Παντοκράτορας, η εικόνα δηλαδή του Χριστού, ο οποίος παριστάνεται συνήθως σε μια μέση ηλικία -ούτε νέος ούτε γέρος- για να δείξει την ένωση του Υιού με τον Πατέρα. Το αρχιτεκτονικό τμήμα του ναού που συνδέει το δάπεδο με την οροφή, που συνδέει, δηλαδή, τη γη με τον ουρανό, είναι η κόγχη του ιερού. Αυτός είναι ο λόγος που στο σημείο αυτό εικονογραφείται σχεδόν πάντα η Παναγία. Για να καταδειχτεί ότι χάρη στη συμβολή αυτού του φτωχού κοριτσιού από την Παλαιστίνη έγινε δυνατή η ένωση του ουρανού με τη γη.
Αυτό είναι και το βαθύτερο νόημα της γιαρτής των Εισοδίων της Θεοτόκου στον Ναό. Το ιστορικό υπόβαθρο της γιορτής αυτής βρίσκεται στη βυζαντινή περίοδο. Στα Ιεροσόλυμα, στη θέση όπου παλιότερα βρισκόταν ο περίφημος ναός του Σολομώντα, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έχτισε μια μεγάλη βασιλική προς τιμήν της Παναγίας που ονομάστηκε «Αγία Μαρία η Νέα» ή «Νέα Εκκλησία». Τα εγκαίνια της εκκλησίας αυτής έγιναν στις 20 Νοεμβρίου του 543 μ.Χ. και η ανάμνησή τους γιορτάζονταν κάθε χρόνο στις 21 Νοεμβρίου με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Τον ζ ́ αιώνα, η πανήγυρη αυτή συνδέθηκε με μια αρχαία χριστιανική παράδοση, σύμφωνα με την οποία η Παναγία σε ηλικία 3 ετών αφιερώθηκε από τους γονείς της στον ναό του Θεού, τα Άγια των Αγίων του οποίου, βρίσκονταν στο ίδιο ακριβώς σημείο, όπου είχε χτιστεί η νέα εκκλησία. Μια σειρά από συμβολισμούς και εικόνες, που όμως, όταν ερμηνευτούν σωστά, συνοψίζουν όλη τη θεολογία της Εκκλησίας.
Η εικόνα της Μαρίας που εισέρχεται στον ναό περιγράφει με τον πιο παραστατικό τρόπο τον ρόλο της στην ιστορία της σωτηρίας του ανθρώπινου γένους. Αν ο ναός της Ιερουσαλήμ συμβόλιζε τον τόπο κατοικίας του Θεού, στα σπλάχνα της Μαρίας κατοίκησε πραγματικά ο Θεός. Αν ο ναός της Ιερουσαλήμ συμβόλιζε τον ουράνιο θρόνο του Θεού, η Μαρία καθίσταται πραγματικός θρόνος του και δίκαια ο υμνογράφος της γιορτής των Εισοδίων την ταυτίζει με τον ουρανό:
Χαίρει ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆτὸν οὐρανὸν τὸν νοητὸν πορευόμενον ὁρῶντες εἰς θεῖον οἶκον ἀνατραφῆναι σεπτῶς.
Και αν, τέλος, ο ναός της Ιερουσαλήμ ως τόπος κατοικίας του Θεού ήταν για τους Ιουδαίους άγιος, δίκαια η Μαρία αποκαλείται από τους χριστιανούς “Παναγία”. Με την εικόνα της εισόδου της Μαρίας στον ναό του Θεού δηλώνεται σαφέστατα η κατάργηση των διαχωριστικών ορίων μεταξύ ουράνιου και επίγειου κόσμου που επιτεύχθηκε με τη σταυρική θυσία και την ανάσταση του Χριστού. Τώρα πια όλοι έχουν τη δυνατότητα να γίνουν πολίτες του ουρανού. Όμως αυτή η δυνατότητα, αυτή η χάρη που έκανε ο Θεός στους ανθρώπους, δεν είναι απαλλαγμένη από υποχρεώσεις. Εφόσον όλος ο κόσμος, όπως αναφέρθηκε, έγινε ένας ναός του Θεού, δεν είναι δυνατόν να συμπεριφέρεται κανείς διαφορετικά στην καθημερινή του ζωή και διαφορετικά τις Κυριακές μέσα στην εκκλησία. Αν στην εκκλησία έρχεται κανείς για να δοξάσει τον Θεό, το ίδιο οφείλει να κάνει και με όλες τις πράξεις του στην καθημερινή του ζωή.