Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ΜΑΤΘΑΙΟΥ

+ Ἐπισκόπου, Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

ΛΣΤ Κυριακὴ Γ Ματθαίου (Ματθαῖος, 17,14-23) 4 Σεπτεμβρίου 1983
   Ἡ ἀρρώστια ξεπερνάει τὴ δύναμη τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ τὴν νικήση. Εἶναι ἡ φθορὰ μέσα του, μὲ τὴν ὁποία γεννιέται καὶ τὴ σηκώνει διὰ βίου. Εἶναι ἡ κακὴ κληρονομιὰ τῆς πτώσεώς του στὸν Παράδεισο ὅταν μὲ τὴν ἁμαρτία μπῆκε στὸν κόσμο ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Μὰ εἶναι ἀλήθεια πὼς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὶς συνέπειές της μόνο ὁ Θεὸς λυτρώνει καὶ σώζει. Τὸν αἴτιο τῆς ἁμαρτίας, τὸν τύραννο τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν ἐχθρό τῆς σωτηρίας του, τὸν ἀνθρωποκτόνο διάβολο μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ τὸν ἐξουδετερώση, ὅταν μὲ ὁποιαδήποτε μορφὴ δυναστεύη καὶ βασανίζη τὸν ἄνθρωπο. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁλοκάθαρη καὶ ἡ θεία Γραφὴ χωρὶς περιστροφὲς λέγει ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, «ἵνα διὰ τοῦ θανάτου κατάργησῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ ’ ἔστι τὸν διάβολον»[1], γιὰ νὰ ἀπαλλάξη τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία, καὶ στὸ «Πάτερ ἡμῶν...»[2] κάθε μέρα καὶ σὲ κάθε προσευχή της καὶ δέηση, ζητάει τὴν ἀπαλλαγὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ δαιμονικοῦ· «ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ...»[3]. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ τὸ δίδαξε αὐτό, δὲν γελάστηκε οὔτε στὴν ἐκτίμηση τῆς πραγματικότητας οὔτε καὶ στὰ λόγια του. Ἀλλὰ ἄς ἔλθωμε τώρα στὸ αὐριανὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὴ θεραπεία ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ἑνὸς δαιμονιζόμενου παιδιοῦ.
Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἕνας ἄνθρωπος πλησίασε τὸν Ἰησοῦ, γονάτισε μπροστά του καὶ τοῦ εἶπε· «Κύριε, κάμε ἔλεος στὸ παιδί μου, ποὺ σεληνιάζεται καὶ ὑποφέρει· πολλὲς φορὲς πέφτει στὴ φωτιὰ καὶ πολλὲς φορὲς στὸ νερό. Τὸ ᾽φερα στοὺς μαθητές σου καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ θεραπεύσουν». Τότε ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· «Ὦ ἄπιστη καὶ κακότροπη γενεά! Ὥς πότε θὰ εἶμαι μαζί σας. Ὥς πότε θὰ σᾶς βαστάξω; Φέρτε μου ἐδῶ το παιδί». Καὶ τοῦ μίλησε αὐστηρὰ καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ παιδὶ τὸ δαιμόνιο κι ἔγινε καλὰ ἀπὸ κείνη τὴν ὥρα. Τότε οἱ μαθητὲς πλησίασαν ἰδιαίτερα τὸν Ἰησοῦ καὶ τοῦ εἶπαν· «Γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ τὸ βγάλωμε;». Κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Γιὰ τὴν ἀπιστία σας. Σᾶς βεβαιώνω πώς, ἂν ἔχετε πίστη μόνο ἴσα μ’ ἕνα σπυρὶ σιναπιοῦ, θὰ πῆτε σὲ τοῦτο τὸ βουνό· ‘Πήγαινε ἀπ’ ἐδῶ ἐκεῖ᾽ καὶ θὰ πάη· καὶ τίποτε δὲν θὰ σταθῆ σὲ σᾶς ἀδύνατο. Ὅσο γιὰ τὸ πονηρὸ πνεῦμα, αὐτὸ δὲν βγαίνει παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία». Κι ὅταν περιώδευαν στὴ Γαλιλαία, τοὺς εἶπε ὁ Ἰησοῦς· «Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ παραδοθῆ σὲ χέρια ἀνθρώπων καὶ θὰ τὸν σκοτώσουν καὶ τὴν τρίτη μέρα θὰ ἀναστηθῆ».
Καθαρὰ φαίνεται στὴν αὐριανὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ πὼς ἡ ἀρρώστια τοῦ παιδιοῦ δὲν ἦταν σωματική, ἀλλὰ πνευματική, ποὺ εἶχε συνέπειες στὴ σωματική του ὑγεία. Ὄχι ἐπιληψία, ἀλλὰ δαιμονοπληξία. Ὁ πατέρας λέγει πὼς τὸ παιδὶ «σεληνιάζεται»[4], ἀλλὰ ὁ Εὐαγγελιστὴς γράφει ὅτι «ἐξῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ το δαιμόνιον»[5]. Πάει νὰ πῆ πὼς ἡ ἀρρώστια δὲν ἦταν ὅ,τι συνηθίζουν οἱ ἄνθρωποι νὰ λένε σεληνιασμό, δηλαδὴ ἐπιληψία, ἀλλὰ χτύπημα τοῦ πονηροῦ πνεύματος. Αὐτὸ βεβαιώνεται κι ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶπε ὅτι «τοῦτο τὸ γένος, δηλαδὴ τὰ πονηρὰ πνεύματα, δὲν βγαίνουν μὲσ ’ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο παρὰ μόνο μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία»[6]. Ὁ πατέρας πιστεύει πὼς τὸ παιδὶ του εἶναι ἄρρωστο σωματικά, ἀλλὰ τὸ Εὐαγγέλιο βεβαιώνει πὼς ἡ ἀρρώστια εἶναι περισσότερο ἀπὸ σωματική. Ἴσως αὐτὴ τὴν πλανεμένη γνώμη τοῦ πατέρα νὰ θέλη νὰ ἐλέγξη ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν λέγη αὐτὰ τὰ λόγια· «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!...»[7]. Ὁ Θεὸς πραγματικὰ λυπᾶται, ὅταν θελημένα πλανιοῦνται οἱ ἄνθρωποι, ὅταν δὲν θέλουνε νὰ ξέρουν ὅ,τι πραγματικά τους συμβαίνει. Σὲ κάποια ἄλλη περίπτωση τὸ Εὐαγγέλιο λέγει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς λυπότανε γιὰ τοὺς Φαρισαίους «ἐπὶ τῇ πωρώσει τῆς καρδίας αὐτῶν»[8]· γιατί ἡ καρδιὰ τους ἦταν στεγνὴ κι ἀναίσθητη σὰν πέτρα. Αὐτὸ εἶναι καὶ ἀπιστία καὶ διαστροφή, γιὰ τὰ ὁποῖα πραγματικὰ λυπᾶται ὁ Θεός· «Ὢ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!...».
Φοβούμαστε ὅμως μήπως τέτοια εἶναι ἡ γενεά μας. Μήπως δὲν θέλομε νὰ ξερωμε πόσο μεγάλα εἶναι τὰ κακὰ ποὺ μᾶς δέρνουν καὶ θελημένα πλανιούμαστε. Παρ’ ὅλο, ποὺ γιὰ νὰ μὴν πιστεύωμε σὲ Θεό, εἴμαστε ὅλοι δεισιδαίμονες καὶ προληπτικοί, ὅμως καὶ τὴν ὕπαρξη τοῦ πονηροῦ πνεύματος ἀρνιούμαστε κι ὅσα μᾶς συμβαίνουν τὰ ἀποδίδομε μόνο σὲ φυσικὲς αἰτίες. Τὸ θεωροῦμε ἀνάξιο νὰ σκεφτοῦμε μήπως εἴμαστε αἰχμάλωτοι τοῦ πονηροῦ, μήπως εἴμαστε περισσότερο ἄρρωστοι ἀπ’ ὅ,τι νομίζομε, μήπως ἡ θεραπεία μας ἐξαρτᾶται ὄχι ἀπὸ ἄνθρωπο, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν ἴδιο το Θεό. Εἶναι τόσο κρίσιμος ὁ καιρός μας κι εἶναι τόσο τραγικὲς οἱ στιγμὲς ποὺ ζῆ ὁ κόσμος, ὥστε μόνο ἂν βάλη ὁ Θεὸς τὸ χέρι του θὰ σωθοῦμε. Αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ λέμε τώρα πολλοὶ ποὺ τὰ ἀκοῦνε θὰ ποῦν πὼς εἶναι ὑπερβολικά, πὼς εἶναι ἀνεδαφικὰ καὶ μωρά, πὼς ὁ κόσμος δὲν κινδυνεύει καὶ πὼς ὅλα θὰ πᾶνε καλά, φτάνει μόνο νὰ πιστέψουμε στὸν ἑαυτό μας. Μὰ αὐτὸ θὰ πῆ πὼς μήτε τὴ φύση τῆς ἀρρώστιας μας ξέρομε μήτε τὸ γιατρὸ ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς κάμη καλὰ γνωρίζομε. Εἴμαστε περισσότερο ἄρρωστοι ἀπ’ ὅ,τι θαρροῦμε, κι ἡ ἀρρώστια μας δὲν εἶναι σωματική, ἀλλὰ πνευματική. Ὁ κόσμος, καθὼς βεβαιώνει ἡ θεία Γραφή, «κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ»[9], κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης.
Τὸ νὰ ὁμιλῆ σήμερα κανεὶς γιὰ δαιμονικὴ ἐπίδραση στὴ σκέψη καὶ τὴν καρδιὰ τῶν ἀνθρώπων εἶναι πολὺ τολμηρὸ καὶ ἐπικίνδυνο. Οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι πρόθυμοι νὰ ἀκούσουν στὰ σοβαρὰ τέτοιο λόγο, ὅταν καὶ γιὰ τὸ Θεὸ κάθε λόγο δύσπιστα τὸν ἀκοῦνε. Τὴ σκέψη καὶ τὴν καρδιὰ τῶν ἀνθρώπων τὴν ξέρανε ἡ ἀπιστία. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἔβγαλε ἀπὸ τὴ ζωὴ του τὸ Θεὸ καὶ στὴ θέση τοῦ Θεοῦ ἔβαλε γιὰ Θεὸ τὸν ἑαυτό του. Καὶ δὲν εἶναι καθόλου ὑπερβολικὸ καὶ παράτολμο νὰ ποῦμε μήπως ὁ καιρὸς μας εἶναι ὁ καιρὸς τῆς ἀποστασίας, γιὰ τὸν ὁποῖο γράφει ὁ Ἀπόστολος στὴ δεύτερη πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολή. Τότε θὰ ἀποκαλυφθῆ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, «ὁ ἀντικείμενος καὶ ὑπεραιρόμενος ἐπὶ πάντα λεγόμενον Θεὸν ἤ σέβασμα, ὥστε αὐτὸν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ ὡς Θεὸν καθίσαι, ἀποδεικνύντα ἑαυτὸν ὅτι ἐστὶ Θεὸς»[10]. Μήπως λοιπὸν αὐτὸς ὁ καιρὸς εἶναι ὁ καιρός μας; Γιατί πραγματικὰ ὁ ἄνθρωπος ἐπαναστάτησε καὶ σήκωσε κεφάλι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ πάει νὰ γκρεμίση ὅ,τι μέχρι τώρα ἦταν ἱερὸ καὶ ὅσιο· κάθισε τὸν ἑαυτό του στὴ θέση τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν ἀξίωση πὼς αὐτὸς εἶναι Θεός. Μέσα σ’ ἕνα τέτοιο κλίμα, ὅταν κάθε λόγος γιὰ τὸ Θεὸ εἶναι δύσκολος, πολὺ δυσκολώτερα μπορεῖ κανεὶς νὰ ὁμιλήση γιὰ τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης, γιὰ δαιμονικὴ ἐπίδραση στὴ σκέψη καὶ τὴν καρδιὰ τῶν ἀνθρώπων.
   Ἀλλὰ εἶναι κι αὐτὸ τέχνασμα τοῦ πονηροῦ πνεύματος· νὰ βάζη στοὺς ἀνθρώπους τὴν ἰδέα πὼς δὲν ὑπάρχει, καὶ κάθε λόγος ποὺ γίνεται γι’ αὐτὸ νὰ τὸν θεωροῦν ξεπερασμένο καὶ νὰ τὸν εἰρωνεύωνται. Μὰ εἶναι ἀλήθεια πὼς ὅλη ἡ θεία Γραφὴ ὁμιλεῖ γιὰ τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης, ποὺ πλανᾶ «τὴν οἰκουμένην ὅλην»[11]. Ἂν αὐτὰ ποὺ λέμε τώρα ἦσαν λόγος δικός μας, δὲν θὰ εἴχαμε τὴν ἀξίωση νὰ τὰ ἀκούση κανείς, μὰ εἶναι λόγος τοῦ Θεοῦ στὴ θεία Γραφή. Ὅλη ἡ θεία Γραφή, καθὼς ὁμιλεῖ γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, ἔτσι ὁμιλεῖ καὶ γιὰ τὸ διάβολο. Ὄχι σὰν ἕνα δεύτερο θεό, θεὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ τὸν ἀρχάγγελο, ποὺ κρημνίσθηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ «ἄχρι καιροῦ»[12] ἀντιστρατεύεται στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Χωρὶς τὸν διάβολο, ὄχι σὰν προσωποποίηση τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ προσωπικὴ πνευματικὴ ὕπαρξη, καὶ ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ θείου Λόγου καὶ ὅλο το μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, μένουν ἀνεξήγητα.
Ἀπαισιόδοξο φαίνεται τὸ σημερινὸ κήρυγμα. Ἀλλ’ ὅμως εἶναι ὁ λόγος ποὺ πρέπει νὰ κηρύξη μὲ συνείδηση εὐθύνης ἡ Ἐκκλησία. Στοὺς μαθητές, ποὺ δὲν μπόρεσαν νὰ βγάλουν τὸ πονηρὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸ ἄρρωστο παιδί, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε πὼς «τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ»[13]. Ποιὸς θὰ τὸ πῆ καὶ ποιὸς θὰ τὸ κηρύξη αὐτὸ στὸ σύγχρονο κόσμο; στὸν κόσμο, ποὺ δὲν πεινᾶ καὶ δὲν διψᾶ τὴ δικαιοσύνη, στὸν κόσμο ποὺ μέσα στὴν πλησμονὴ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν τοῦ «λιμῷ ἀπολλυται»; Μπροστὰ στοὺς μεγάλους κινδύνους ποὺ μᾶς ἀπειλοῦν καὶ μέσα στὴν ἀδυναμία ὅλων τῶν ἀνθρώπινων μέσων γιὰ νὰ δοῦμε καλύτερες ἡμέρες καὶ νὰ σωθοῦμε, δὲν μένει παρὰ νὰ ἀκούσωμε τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ πάντα μᾶς καλεῖ σὲ μετάνοια. Δὲν θὰ μᾶς σώση οὔτε ἡ σοφία μας οὔτε ἡ δύναμή μας, γιατί ἡ ἀρρώστια μας δὲν εἶναι σωματική, ἀλλὰ πνευματική. Ἄς προσευχηθοῦμε λοιπὸν κι ἄς νηστέψουμε, καὶ μὲ μιὰ λέξη, ἄς μετανοήσουμε. Ἀμήν.


[1] .     βρ. 2, 14-15.
2.           Ματθ. 6, 9-13.
3.           Ματθ. 17, 15.
4.           Ματθ. 17, 18.
5.           Ματθ. 17,21.
6.           Ματθ. 17, 17.
7.           Μάρκ. 3, 5.
8.           Α' Ίω. 5, 19.
9.                Β' Θεσσαλ. 2, 4.
10.           Άποκ. 12, 9.
11.           Λουκ. 4, 13.
12.           Ματθ. 17,21.
[13] . Λουκ. 15, 18.

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Η´ ΛΟΥΚΑ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Κυριακὴ Η´  Ματθαίου (Ματθαῖος, 14,14-23)

Ὁ Θεὸς εἶναι δημιουργός. Ἀπὸ τὸ μηδὲν δημιούργησε τὸν κόσμο μὲ τὸ Λόγο. Εἶπε «Γενηθήτω φῶς. Καὶ ἐγένετο φῶς»[1]. Εἶπε «Βλαστησάτω ἡ γῆ...»[2]. Κι ἀμέσως τὰ βουνὰ κι οἱ κάμποι ντύθηκαν μὲ φυτὰ καὶ δένδρα. Ὁ Λόγος καὶ τώρα τοῦ Θεοῦ, «δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο»[3], παίρνει στὰ χέρια του πέντε ψωμιὰ καὶ δυὸ ψάρια, τὰ εὐλογεῖ κι ἐκεῖνα πολλαπλασιάζονται καὶ φτάνουν γιὰ νὰ χορτάσουν πέντε χιλιάδες ἄνθρωποι. Ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ διαβάζεται αὔριο στὴ θεία Λειτουργία, μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὸ θαῦμα τοῦτο τῆς φιλάνθρωπης καὶ δημιουργικῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ δύναμη κι ἡ καλωσύνη εἶναι δυὸ ἀπὸ τὰ προσόντα τοῦ Θεοῦ, καὶ τὰ δυὸ σὲ τέλειο βαθμό, ὥστε νὰ λέμε πὼς ὁ Θεὸς εἶναι παντοδύναμος καὶ πανάγαθος. Ἡ δύναμή του εἶναι πανάγαθη κι ἡ καλωσύνη του εἶναι παντοδύναμη. Αὐτὸ θὰ πῆ πὼς ὁ Θεός, ἂν καὶ θὰ μποροῦσε, ὅμως ποτὲ δὲν κάνει τὸ κακό. Στὸ Θεὸ δὲν κινδυνεύει ποτὲ ἡ καλωσύνη του ἀπὸ τὴ δύναμή του, καθὼς αὐτὸ συμβαίνει σὲ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἡ ἐξουσία κι ἡ δύναμη εἶναι κίνδυνος στὰ χέρια μας. Ἀλλ᾽  ἄς μὴ χανώμαστε σὲ δικούς μας λογισμοὺς γιὰ τὸ Θεό, κι ἄς ἔλθωμε νὰ ἀκούσωμε τὴν αὐριανὴ εὐαγγελικὴ περικοπή. Μέσα ἀπὸ τὸ λόγο τῆς θείας Γραφῆς, ποὺ εἶναι λόγος Θεοῦ, συμπεραίνομε καὶ μποροῦμε νὰ λέμε γιὰ τὸ Θεό.
« Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ εἶδε ὁ Ἰησοῦς πλῆθος λαοῦ καὶ τοὺς λυπήθηκε καὶ γιάτρεψε τοὺς ἀρρώστους των. Κι ὅταν βράδυασε, τὸν πλησίασαν οἱ μαθητές του καὶ τοῦ εἶπαν· «Ὁ τόπος εἶναι ἔρημος καὶ πέρασε πιὰ ἡ ὥρα· ἀπόλυσε τὸ λαό, γιὰ νὰ πᾶνε στὰ χωριὰ νὰ ἀγοράσουν γιὰ λόγου τους τρόφιμα». Κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Δὲν ἔχουν ἀνάγκη νὰ πᾶνε στὰ χωριὰ δῶστε τους ἐσεῖς νὰ φᾶνε». Κι ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν· «Δὲν ἒχομ᾽ ἐδῶ παρὰ μόνο πέντε ψωμιὰ καὶ δυὸ ψάρια». Κι ὁ Ἰησοῦς εἶπε· «Φέρτε τά μου ἐδῶ». Κι ἀφοῦ διέταξε τὰ πλήθη νὰ καθήσουν πάνω στὰ χόρτα, πῆρε τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δυὸ ψάρια, σήκωσε τὰ μάτια του στὸν οὐρανὸ κι εὐλόγησε, κομμάτιασε τὰ ψωμιὰ καὶ τὰ ’δωκε στοὺς μαθητές του, κι οἱ μαθητές του στὸ λαό. Κι ἔφαγαν ὅλοι καὶ χόρτασαν, κι ἀπὸ τὰ κομμάτια ποὺ περίσσεψαν γέμισαν δώδεκα κοφίνια. Κι ἐκεῖνοι ποὺ ἔφαγαν ἦσαν πάνω κάτω πέντε χιλιάδες ἄνδρες ἐξὸν ἀπὸ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά. Κι ἀμέσως ἀνάγκασε ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητές του νὰ μποῦνε στό πλοῖο καὶ νὰ πηγαίνουν μπροστὰ ἀπ᾽ αὐτὸν ἀντίπερα, ὥσπου νὰ ἀπολύση τὸ λαό.»
Τί γίνεται στὸ βάθος τῶν πραγμάτων, ὅταν ὁ Θεὸς τελῆ ἕνα θαῦμα δὲν τὸ ξέρομε· τὸ βλέπομε μόνο καὶ τὸ προσκυνοῦμε. Γιατί τὸ θαῦμα εἶν᾽  ἔργο τοῦ Θεοῦ κι ὅλα τα θεῖα ἔργα εἶναι πολὺ πιὸ πάνω ἀπ᾽ ὅ,τι μπορεῖ νὰ καταλάβη ὁ νοῦς μας. Γι’ αὐτό, ὅταν βλέπωμε τὰ ἔργα καὶ τὰ θαυμάσια τοῦ Θεοῦ, τὰ προσκυνοῦμε· κάνομε τὸ σταυρό μας καὶ λέμε· «Μέγας εἶ, Κύριε, καὶ θαυμαστά τὰ ἔργα σου!»[4]. Ἡ μεταβολὴ ποὺ γίνεται στὸ βάθος εἶναι ἀόρατη, ὅπως ὅταν στὴ θεία εὐχαριστία μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος μεταβάλλονται στὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Μὰ γιὰ τὸν φρόνιμο ἄνθρωπο μυστήρια καὶ θαύματα τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μόνο ὅσα γίνονται στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μὰ καὶ ὅσα συμβαίνουν στὴν ὕλικη κτίση· τὸ πῶς στέκεται καὶ κινεῖται ὁ κόσμος, τὸ πῶς συνέχεται καὶ κρατιέται τὸ σύμπαν, τὸ πῶς διαιωνίζει ἡ ζωὴ ἐπάνω στὴ γῆ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι μυστήρια · τὰ ἐρευνᾶ καὶ προσπαθεῖ νὰ τὰ ἐξήγηση ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, μὰ πάλι μένουν ἀπόρρητα καὶ ἀνεξήγητα θαύματα. Κάποιοι θαρροῦν πὼς ἡ Ἐπιστήμη τὰ ἐξήγησε ὅλα, πὼς δὲν ὑπάρχουν πιὰ μυστικὰ στὴ δημιουργία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλ᾽ αὐτοὶ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθινοὶ ἐπιστήμονες. Ὅταν ἡ Ἐπιστήμη θὰ πῆ πὼς τὰ ξέρει ὅλα, τότε θὰ σταματήση κάθε ἐπιστημονικὴ πρόοδος. Γι’ αὐτὸ οἱ ἀληθινοὶ ἐπιστήμονες ἕνα λέγουν καὶ ἐπαναλαμβάνουν «Ἀγνοοῦμεν καὶ θὰ ἀγνοῶμεν». Ἡ Ἐπιστήμη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καὶ δόξα τοῦ ἀνθρώπου, καθὼς ἡ ἴδια ἡ θεία Γραφὴ μαρτυρεῖ γι’ αὐτό· «ὁ Θεὸς ἔδωκεν ἀνθρώποις ἐπιστήμην, ἐνδοξάζεσθαι ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ»[5]. Μὲ τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν ἔρευνα τῆς ὑλικῆς κτίσεως καὶ ὁ Θεὸς δοξάζεται μέσα στὰ ἔργα του καὶ ὁ ἄνθρωπος μέσα στὴν ἐπιστήμη του.
Ἐντοπίζομε τὸ λόγο στὴν αὐριανὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ καὶ εἰδικώτερα στὸν ὁρατὸ τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τελεῖ τὸ θαῦμα. Παίρνει στὰ χέρια του τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δυὸ ψάρια, σηκώνει τὰ μάτια του στὸν οὐρανὸ κι ὕστερα τὰ εὐλογεῖ. Αὐτὸς εἶν᾽ ἕνας ὁρατὸς τρόπος ἐπικοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεό. Ὄχι πὼς ὁ Θεὸς εἶναι κάπου στὸν οὐρανό, ὄχι πὼς δὲν εἶναι «πανταχοῦ παρών», ὄχι πὼς δὲν ζοῦμε καὶ δὲν κινούμεθα καὶ δὲν εἴμαστε μέσα στὸ Πνεῦμα του, μὰ ἔτσι τὸν βλέπει πάντα ὁ εὐσεβής· ἐπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι του. Καὶ μακάρι κάθε φορά, ποὺ πιάνομε στὰ χέρια μας τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ, κάθε τί ποὺ συντηρεῖ καὶ προάγει τὴ ζωή μας, νὰ σηκώνουμε τὰ μάτια μας στὸν οὐρανό. Κι ἄς μὴ λέγη τίποτε τὸ στόμα, γιατί αὐτὸ εἶναι ἀρκετὸ καὶ σὰν δοξολογία καὶ σὰν εὐχαριστία καὶ σὰν παράκληση. Ὕστερα ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀρχίζει νὰ κομματιάζη τὰ ψωμιὰ καὶ τὰ ψάρια, νὰ δίνη στοὺς μαθητὲς κι οἱ μαθητὲς νὰ μοιράζουν στὸ λαό. Ὄχι πολλὰ πράγματα, ἀλλὰ μιὰ φέτα ψωμὶ κι ἐπάνω ἕνα κομμάτι ψάρι. Γιατί πόσο θέλει κανεὶς νὰ φάγη γιὰ νὰ ζήση; Κι ὄχι μόνο νὰ ζήση, ἀλλὰ καὶ νὰ εἶναι γερός· κι ἐκεῖνο τὸ κομμάτιασμα καὶ τὸ μοίρασμα δὲν ἔχουν τελειωμό. Πέντε χιλιάδες κόσμος καὶ μὴ λογαριάζεις τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά. Πέντε χιλιάδες μερίδες, καὶ δώδεκα κοφίνια γεμάτα περισσεύματα. Μὴ ρωτᾶς νὰ μάθης πὼς τὸ θαῦμα γίνεται, μόνο βλέπε καὶ μὴν ἀρνεῖσαι τὸ θαῦμα ποὺ γίνεται. Οἱ πηγὲς τῆς ζωῆς μέσα στὴ θεία δημιουργία εἶναι ἀστείρευτες, μὰ χρειάζεται πάντα ἕνας Μωϋσῆς, ποὺ νὰ χτυπάη τὴν πέτρα καὶ νὰ βγαίνη νερό· καὶ χρειάζεται ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ νὰ εὐλογῆ καὶ νὰ πληθαίνη τὸ ψωμί.
Πέντε ψωμιὰ καὶ δυὸ ψάρια κι ἔφτασαν γιὰ νὰ χορτάση τόσος κόσμος. Γιατί στὰ χέρια τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ ὁ ἐπιούσιος ἄρτος εἶναι σὰν τὸν ἄρτο τῆς θείας εὐχαριστίας. Στὴ θεία εὐχαριστία ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὅλος σὲ ὅλα τὰ μέρη. Σὲ κάθε μαργαρίτη, ποὺ παίρνει ὁ κάθε πιστός, ὁ Χριστὸς εἶναι ὁλόκληρος, καὶ δὲν σώνεται ὅσοι κι ἂν εἶναι οἱ πιστοί, εἶναι «ὁ μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος, ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος»[6]. Μακάρι νὰ μὴν ξεχνούσαμε ποτέ, ὅταν καθώμαστε νὰ φᾶμε ψωμί, τὸ θαῦμα τῆς ἐρήμου, ὅτι μὲ πέντε ψωμιὰ καὶ μὲ δυὸ ψάρια χόρτασαν τόσοι ἄνθρωποι. Τὸ πῶς ἔγινε τὸ θαῦμα δὲν τὸ καταλαβαίνομε, μὰ ὅτι ἔγινε δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀρνηθοῦμε καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχνᾶμε. Τὴ διατροφὴ τοῦ λαοῦ ἡ ἐποχὴ μας τὴν βλέπει μόνο σὰν θέμα οἰκονομικὸ καὶ ὑλικό, μὰ τίποτε στὸ βίο τῶν πιστῶν, τίποτε στὴν Ἐκκλησία, εἴτε οἰκονομικὸ εἴτε πολιτικὸ εἴτε κοινωνικό, δὲν εἶναι, δὲν μπορεῖ καὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Στὴν Ἐκκλησία ὁ ὑλικὸς κόσμος, ὁ ἐγκόσμιος βίος τῶν πιστῶν ἐξαγιάζεται μέσα στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸ ψωμὶ λοιπὸν ποὺ τρῶμε, γιὰ νὰ στηρίξουμε τὴν ὑλική μας ὕπαρξη, ἔχει νὰ κάμη πῶς τὸ βλέπομε καὶ πῶς τὸ πιάνομε στὰ χέρια μας· μὲ ποιὸ αἴσθημα εὐλάβειας καὶ μὲ ποιὰ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸ Θεό, ποὺ μᾶς παρέχει «πάντα πλουσίως εἰς ἀπόλαυσιν»[7]. Ἀντίδωρο εἶναι στὰ χέρια τῶν πιστῶν ὁ ἐπιούσιος ἄρτος.
Ὅταν παίρνης στὰ χέρια σου ὅσα σοῦ δίνει ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ζήσης, μὴν ξεχνᾶς ἐκεῖνον ποὺ τὰ δίνει. Μὴν κάθεσαι ποτὲ στὸ τραπέζι καὶ μὴ σηκώνεσαι χωρὶς νὰ κάμης προσευχή. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι προσεύχωνται καὶ τρῶνε, ὅταν τρῶνε κι εὐχαριστοῦν, τότε ὁ Θεὸς εὐλογεῖ καὶ τὸ ψωμὶ πληθαίνει, τότε τρῶνε ὅλοι καὶ χορταίνουν. Ὅπου οἱ ἄνθρωποι προσεύχονται στ’ ἀλήθεια μὲ φόβο Θεοῦ, πεινασμένοι δὲν ὑπάρχουν ὄχι μόνο γιατί ὁ Θεὸς εὐλογεῖ, μὰ καὶ γιατί οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀδικοῦν. Μόνο γιὰ τὴν ἀδικία τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχει φτώχεια καὶ πείνα στὴ γῆ. Στὸν τόπο ποὺ οἱ ἄνθρωποι δὲν πεινᾶνε τὴ δικαιοσύνη, ἐκεῖ πολλοὶ πεινᾶνε τὸ ψωμί. Ὅταν τὰ ἀγαθά τῆς γῆς μοιράζωνται μὲ δικαιοσύνη, ὄχι μόνο φτάνουν γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, μὰ καὶ περισσεύουν· καὶ τὰ περισσεύματα δὲν τὰ πετᾶνε, ἀλλὰ τὰ μαζεύουν καὶ τὰ οἰκονομοῦν. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, γράφοντας γιὰ τὸ ἴδιο θαῦμα, προσθέτει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν ἔφαγαν ὅλοι καὶ χόρτασαν, εἶπε στοὺς μαθητὲς του· «Συναγάγετε τὰ περισσεύσαντα κλάσματα, ἵνα μὴ τι ἀπόληται»[8], μαζέψτε ὅλα τὰ κομμάτια ποὺ περίσσεψαν, γιὰ νὰ μὴ χαθῆ τίποτε. Αὐτὸ εἶν᾽ ἕνα μεγάλο μάθημα οἰκονομίας, κι ὄχι μόνο οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὰ ἀγαθά, ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ ζήσουν. Ἅγια πράγματα εἶναι τὸ ψωμὶ καὶ τὸ φαγὶ καὶ δὲν τὰ πετᾶνε, ὅταν περισσεύουν. Ὁ Θεὸς δὲν ἀφήνει ἀτιμώρητη τὴν ἁμαρτία τῆς χορτασιᾶς, ποὺ τρώγει παραπάνω ἀπ’ ὅσα μπορεῖ καὶ πετάει ὅσα πιὰ δὲν μπορεῖ νὰ φάγη.
Γιὰ τὴν ἐπιστήμη τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο ὡμιλήσαμε σήμερα, τὸ λιγώτερο εἶναι πολὺ ἁπλοϊκὸς κι ἴσως ἀκόμα καὶ ἀφελής. Κι ὅμως πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες δὲν μπόρεσε νὰ δοθῆ σαφὴς καὶ ἱκανοποιητικὴ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα· «Γιατί τόσες χιλιάδες τόνοι ὀπωρικὰ στὸν τόπο μας νὰ θάβωνται στὸ χῶμα;». Ἡ γῆ λιπαίνεται μὲ τοὺς καρπούς της κι οἱ ἄνθρωποι στεροῦνται μέσα στὴν ἀφθονία τῆς παραγωγῆς. Ἡ Ἐκκλησία πιστεύει σὲ μιὰ δική της οἰκονομικὴ θεωρία, ποὺ δὲν εἶναι κἄν θεωρία, ἀλλὰ μιὰ θεία πραγματικότητα. Ὅταν ὁ Χριστὸς πείνασε στὴν ἔρημο, ὁ «πειράζων»[9], τὸν προκαλοῦσε· «Εἰπὲ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι ἄρτοι γένωνται»[10]. Τότε ὁ Χριστὸς ἔδωκε μιὰ ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση· «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος...»[11]. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντηση καὶ τῆς Ἐκκλησίας στὸ σύγχρονο κόσμο, ποὺ κινδυνεύει μέσα στὴν πλησμονὴ καὶ τὴν ἀφθονία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Ἀμὴν.

ὁ Σ.Κ.Δ.



[1] Γεν. 1,3.
[2] Γεν. 1, 11.
[3] Σύμβολον τῆς πίστεως, ἄρθρον 2.
[4] Ἀποκ. 15, 3.
[5] Σοφία Σειρὰχ 38, 6.
[6] Θεία Λειτουργία, ὑπὸ τοῦ ἱερέως, κατὰ τὸ Κοινωνικόν.
[7] Α´ Τιμ. 6, 17.
[8] Ἰω. 6, 12.
[9] Ματθ. 4, 3.
[10] Ματθ. 4,3-4.
[11] Δευτ. 8, 3. Ματθ. 4,4.