Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης



Ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ θὰ διαβαστῆ αὔριο στὴ θεία Λειτουργία, λέγει γιὰ τὸ θαῦμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε ποὺ θεράπευσε τὸ δαιμονιζόμενο παιδί. Αὐτὲς οἱ περικοπές, ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ δαιμονιζόμενους ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους θεραπεύει ὁ Ἰησοῦς Χριστός, δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ ξεχάσουμε καὶ κάθε φορᾶ μᾶς τὸ ὑπενθυμίζουν πὼς ὁ ἐχθρός τῆς σωτηρίας μας εἶναι ὁ διάβολος. Αὐτὸ βέβαια ἀπὸ πολλοὺς μπορεῖ νὰ μὴν ἀκούεται πολὺ εὐχάριστα, γιατί δὲν ταιριάζει τάχα νὰ ὁμιλοῦμε τώρα γιὰ τέτοια πράγματα. Τί θὰ πῆ διάβολος; Καὶ πῶς μποροῦμε νὰ δεχώμαστε πὼς ὑπάρχει ὁ διάβολος, ποὺ πειράζει τοὺς ἀνθρώπους; Μὰ τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια κι ὅλη ἡ θεία Γραφὴ καθαρὰ ὁμιλοῦν γιὰ τὸ διάβολο, γιὰ τὸ πονηρὸ πνεῦμα, ποὺ πλανᾶ τὴν οἰκουμένη καὶ δυναστεύει τὸν ἄνθρωπο. Ἄς ἀκούσωμε ὅμως τὸ αὐριανὸ Εὐαγγέλιο, μεταφρασμένο στὴ γλώσσα μας.
«Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἕνας ἄνθρωπος πλησίασε τὸν Ἰησοῦ, γονάτισε μπροστά του καὶ τοῦ εἶπε· «Διδάσκαλε, σοῦ ἔφερα τὸ παιδί μου, ποὺ ἔχει πνεῦμα ἄλαλο·  ὅταν τὸ πιάση, τὸ ρίχνει κάτω κι ἀφρίζει καὶ τρίζει τὰ δόντια του καὶ ξεραίνεται. Καὶ εἶπα στοὺς μαθητές σου γιὰ νὰ τὸ βγάλουν καὶ δὲν μπόρεσαν». Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀποκρίθηκε καὶ εἶπε· «Ὢ γενεὰ ἄπιστη! Ὥςπότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Ὥς πότε θὰ σᾶς βαστάξω; Φέρτε μου ἐδῶ το παιδί». Καὶ τοῦ τὸ ἔφεραν. Κι ὅταν τὸ παιδὶ εἶδε τὸν Ἰησοῦ, ἀμέσως τὸ πονηρὸ πνεῦμα τὸ τράνταξε κι ἔπεσε στὴ γῆ καὶ κυλιότανε ἀφρίζοντας. Κι ὁ Ἰησοῦς ρώτησε τὸν πατέρα του «Πόσος καιρὸς εἶναι ἀπὸ τότε ποὺ τὸ ἔπαθε;». Κι ὁ πατέρας εἶπε· «Ἀπὸ μικρὸ παιδί. Καὶ πολλὲς φορὲς καὶ στὴ φωτιὰ τὸ ἔρριξε καὶ στὸ νερό, γιὰ νὰ τὸ ξεκάμη. Μά, ἂν μπορεῖς, λυπήσου μας καὶ βοήθησέ μας». Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Ἂν μπορεῖς νὰ πιστέψης, ὅλα εἶναι δυνατὰ σ’ ἐκεῖνον ποὺ πιστεύει». Κι ἀμέσως ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ φώναξε καὶ μὲ δάκρυα εἶπε· «Πιστεύω, Κύριε· βόηθα τὴν ἀπιστία μου!». Κι ὅταν εἶδε ὁ Ἰησοῦς πὼς μαζεύεται κόσμος, μίλησε αὐστηρὰ στὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα καὶ εἶπε· «Πνεῦμα ἄλαλο καὶ κουφό, ἐγὼ σὲ διατάζω· νὰ βγῆς ἀπὸ τὸ παιδὶ καὶ νὰ μὴν τὸ ξαναπειράξης». Καὶ τὸ πνεῦμα ἔβαλε μεγάλη φωνή, τράνταξε δυνατά τὸ παιδὶ καὶ βγῆκε. Καὶ τὸ παιδὶ ἔμεινε σὰν καὶ νὰ ἦταν νεκρό, ἔτσι ποὺ πολλοὶ ἔλεγαν πὼς πέθανε. Τότε ὁ Ἰησοῦς τὸ ’πιασε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸ σήκωσε, κι ἐκεῖνο στάθηκε ὀρθό. Ὅταν ὕστερα ὁ Ἰησοῦς πῆγε στὸ σπίτι, οἱ μαθητὲς του τὸν πῆραν καταμέρος καὶ τὸν ρωτοῦσαν· «Γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ βγάλωμε τὸ πονηρὸ πνεῦμα;». Κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Τὰ πονηρὰ πνεύματα μὲ κανέναν τρόπο δὲν βγαίνουν παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ μὲ νηστεία». Κι ὅταν βγῆκαν ἀπὸ κεῖ, διάβαιναν κρυφὰ μέσ’ ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, κανένας δὲν ἤθελε νὰ τὸ ξέρη. Γιατί δίδασκε τοὺς μαθητές του καὶ τοὺς ἔλεγε ὅτι «Ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίνεται στὰ χέρια τῶν ἀνθρώπων καὶ θὰ τὸν σκοτώσουν· κι ἀφοῦ πεθάνη, τὴν τρίτη μέρα θὰ ἀναστηθῆ».
Θὰ θέλαμε κι ἐμεῖς, ἂν ἦταν τρόπος νὰ μὴν κάνωμε λόγο γιὰ τὸν διάβολο καὶ γιὰ τὰ πονηρὰ πνεύματα. Γιατί ὁ καιρός μας δὲν σηκώνει τέτοιο λόγο. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀνέχονται καὶ δὲν θέλουνε νὰ ἀκοῦν γιὰ δαιμονιζόμενους. Δὲν πιστεύουν πὼς ὑπάρχουν τὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ θαρροῦν πὼς ὅσα λέγονται γι’ αὐτὰ στὴ θεία Γραφὴ εἶναι λαϊκὲς ἀντιλήψεις τοῦ παλιοῦ καιροῦ. Ὅμως οἱ ἴδιοι, ποὺ εἰρωνεύονται κάθε λόγο γιὰ τὸν διάβολο καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα, εἶναι γεμάτοι προλήψεις καὶ δεισιδαιμονίες. Ὅσοι πειράζονται, ὅταν ἀκοῦν τὸ Εὐαγγέλιο νὰ ὁμιλῆ γιὰ δαιμονιζόμενους, ὅμως καὶ πιστεύουν στὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ τὰ φοβοῦνται. Μακάρι νὰ πίστευαν στὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ φοβούντανε τὸ Θεό, γιατί τὸ Εὐαγγέλιο δὲν λέγει ψέματα, κι ὁ Θεὸς εἶναι πιὸ δυνατὸς ἀπὸ τὸν διάβολο κι ὅλες τὶς στρατιὲς τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Ἡ θεία Γραφὴ ὁμιλεῖ πολὺ καθαρὰ καὶ δὲν πρέπει νὰ μᾶς μένη ἀμφιβολία πὼς ὁ διάβολος καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα δὲν εἶναι μιὰ πλανεμένη πίστη τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ προσωπικὲς ὑπάρξεις τοῦ πνευματικοῦ κόσμου. Πρέπει νὰ ξεγράψουμε καὶ νὰ ἀρνηθοῦμε πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὴν πίστη μας, γιὰ νὰ φτάσουμε νὰ ποῦμε πὼς δὲν ὑπάρχει ὁ κόσμος τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Καὶ πρέπει νὰ ξεγράψουμε ὅλα τα θαύματα τῶν Εὐαγγελίων καὶ νὰ ἀρνηθοῦμε κάθε ἀξιοπιστία στοὺς ἱεροὺς Εὐαγγελιστές, γιὰ νὰ ποῦμε πὼς οἱ εὐαγγελικὲς διηγήσεις, ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ θεραπεῖες δαιμονιζόμενων ἀνθρώπων, δὲν εἶναι ἀληθινές.
Μερικοί, ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴ νεώτερη φιλοσοφικὴ σκέψη, εἶπαν πὼς δὲν ὑπάρχει ὁ κόσμος τῶν πονηρῶν πνευμάτων καὶ πὼς αὐτὸ ποὺ ἡ θεία Γραφὴ ὀνομάζει σατανᾶ καὶ διάβολο εἶναι προσωποποίηση τοῦ κακοῦ. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀντίληψη εἶναι μία ἐπικίνδυνη κακοδοξία καὶ πλάνη, ποὺ μᾶς πηγαίνει πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὶς βάσεις τῆς πίστεως, ἀπὸ τὸ λόγο δηλαδὴ τῆς θείας Γραφῆς κι ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ στοὺς πειρασμοὺς τοῦ Κυρίου κι ὅπου τα Εὐαγγέλια ὁμιλοῦν γιὰ θεραπεῖες δαιμονιζόμενων ἀνθρώπων, βλέπομε καθαρὰ πὼς τὸ πονηρὸ πνεῦμα δὲν εἶναι μιὰ ἰδέα, ἀλλὰ ἕνα πρόσωπο, καθὼς ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος πρόσωπο εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Κάθε φορὰ ποὺ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔρχεται σὲ σύγκρουση μὲ τὰ πονηρὰ πνεύματα, τὰ ἀκοῦμε νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ ἐκδηλώνονται μέσα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ στὸ αὐριανὸ Εὐαγγέλιο βλέπομε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ ἀπευθύνεται στὸ πονηρὸ πνεῦμα· «Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγὼ σοι ἐπιτάσσω...». Τί πρέπει ἐδῶ νὰ ὑποθέσουμε; Ἂν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν ἀπευθύνεται σὲ κάποιον ποὺ τὸν ἀκούει, τότε λοιπὸν θὰ πῆ πὼς προσαρμόζεται στὶς ἀντιλήψεις τῶν ἀνθρώπων ἐκείνου τοῦ καιροῦ καὶ προσποιεῖται πὼς τάχα ὁμιλεῖ στὸ πονηρὸ πνεῦμα. Μὰ τὰ Εὐαγγέλια δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ φαντασθοῦμε τέτοιο πράγμα γιὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.
Ρητὰ λέγεται στὴ θεία Γ ραφὴ πὼς ὁ Χριστὸς ἦλθε γιὰ νὰ συντρίψη τὸ σατανᾶ, γιὰ νὰ καταργήση «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τουτέστι τὸν διάβολον». Ὁ σατανᾶς εἶναι ὁ Ἑωσφόρος, ὁ ἀρχάγγελος, ποὺ ἔπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους ποὺ τὸν ἀκολούθησαν στὴν ἀνταρσία του ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ τὸ μεγάλο καὶ τραγικὸ γκρέμισμα εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς· «Ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα», εἶδα τὸ σατανᾶ σὰν ἀστραπὴ νὰ πέφτη ἀπὸ τὸν οὐρανό. Αὐτὸς ἀπὸ τότε ἀντιστρατεύεται στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ καὶ σ’ αὐτὸν ὀφείλεται ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξαιτίας ποὺ ἔπεσε ὁ ἄνθρωπος ἦλθε ὁ Χριστός, γιὰ νὰ γλυτώση τὸ πλάσμα ἀπὸ τὴν καταδυναστεία τοῦ διαβόλου. Πῶς μποροῦμε σὲ τοῦτο τὸ σημεῖο νὰ ἀρνηθοῦμε καὶ νὰ παρερμηνεύσουμε τὸ λόγο τῆς θείας Γραφῆς, ποὺ εἶναι πολὺ σαφὴς καὶ κατηγορηματικός; Ὁ διάβολος καὶ τὸ ἔργο του εἶναι μιὰ πραγματικότητα στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου.
Ὁ σατανᾶς εἶναι τὸ πνεῦμα καὶ ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ. Ἂν δὲν ἦταν, θὰ ἔπρεπε νὰ ζητήσουμε τὴν αἰτία αὐτὴ μέσα μας· κι ἂν εἶναι μέσα μας ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ, τότε τὸ κακὸ εἶναι στὴ φύση μας, κάτι δηλαδὴ ποὺ τὸ δημιούργησε ὁ Θεός. Ἀλλὰ τότε μάταιο εἶναι νὰ ἀγωνιζώμαστε καὶ νὰ θέλωμε νὰ γίνωμε καλύτεροι· δὲν ὑπάρχει τρόπος, γιατί ἡ αἰτία κι ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ εἶναι μέσα μας. Εἴμαστε ὅ,τι εἴμαστε· ὅ,τι ὁ καθένας γεννιέται, ὄχι κι ὅ,τι μπορεῖ νὰ γίνη μὲ τὴν ἀνατροφὴ καὶ τὴν παιδεία καὶ τὴ θεία χάρη... Ἂν ἀφήσουμε νὰ περάση ἀπὸ τὸ μυαλό μας γιὰ μιὰ στιγμὴ μιὰ τέτοια σκέψη, τότε μπροστὰ μας γκρεμίζεται ὅλη ἡ ζωὴ καὶ ἡ πίστη μας, κάθε ἔννοια νόμου καὶ δικαιοσύνης καὶ παιδείας καὶ κάθε προσπάθεια γιὰ ἠθική μας βελτίωση. Μὰ ἡ Ἐκκλησία διδάσκει καθαρὰ πὼς ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ στὸν κόσμο εἶναι ὁ σατανᾶς· ἀλλιῶς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ Θεός, παρεκτὸς κι ἂν ποῦμε ὅτι στὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει τὸ κακό. Ὁ σατανᾶς εἶναι ὁ «ἀντικείμενος», ἐκεῖνος δηλαδὴ ποὺ ἐναντιώνεται στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

Στὸ αὐριανὸ Εὐαγγέλιο δὲν θὰ πρέπει νὰ περάσουμε ἀπαρατήρητα τὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ· «Ὦ ἄπιστη γενεά! Ὥς πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Ὥς πότε θὰ σᾶς βαστάξω;». Καὶ θὰ πρέπει τὰ λόγια αὐτὰ νὰ τὰ συνδυάσουμε μὲ ὅσα προφητικὰ γράφει ὁ Ἀπόστολος σχετικὰ μὲ τοὺς ἔσχατους καιρούς. Πρῶτα θὰ ἔλθη ἡ ἀποστασία καὶ θὰ ἀποκαλυφθῆ «ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ὁ ἀντικείμενος καὶ ὑπεραιρόμενος ἐπὶ πάντα λεγόμενον Θεὸν ἤ σέβασμα...». Φοβούμαστε καὶ δὲν θέλομε νὰ ποῦμε μήπως ἐμεῖς εἴμαστε ἡ ἄπιστη γενεά, ποὺ δὲ θὰ μπορέση πιὰ νὰ μᾶς ἀνεχθῆ καὶ νὰ μᾶς βαστάξη ὁ Θεός. Γιατί δὲν εἶναι ψέμα πὼς καὶ ἀποστατήσαμε καὶ πήραμε τὸ δρόμο τῆς καταστροφῆς καὶ ἤρθαμε ἀντιμέτωποι στὸ Θεὸ καὶ σὲ κάθε ἱερὸ καὶ ὅσιο, ποὺ ὡς τώρα σεβάστηκαν οἱ ἄνθρωποι. Μπροστά σε μιὰ τέτοια πραγματικὴ καὶ ἀναντίρρητη κατάσταση τοῦ κόσμου οἱ πιστοὶ δὲν ἔχουν παρὰ νὰ λένε κάθε μέρα «Πάτερ ἠμῶν... ρύσαι ἠμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ». Ἀμήν.

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ΝΗΣΤΕΙΩΝ

ΚΥΡΙΑΚΗ   ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ

+Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Ἡ τρίτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, καθὼς ἀλλιῶς λέγεται, εἶναι ἡ Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα σὲ εἰδικὴ λιτανεία, ἡ Ἐκκλησία βγάζει στὴ μέση τοῦ ναοῦ τὸν τίμιο Σταυρό, γιὰ νὰ προσκυνήσουν οἱ  πιστοί. Ἡ προσκύνηση τοῦ τιμίου Σταυροῦ μᾶς θυμίζει τὸ ἑκούσιο Πάθος τοῦ Κυρίου καὶ ζωντανεύει μέσα μας τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀνάστασης. Ὅπως ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔτσι κι ἐμεῖς, σταυρωμένοι μαζί του, περνώντας ἀπὸ τὴ θλίψη τοῦ Σταυροῦ, φτάνομε στὴ χαρὰ τῆς Ἀνάστασης. Ἄς ἀκούσωμε ὅμως στὴν ἁπλὴ δική μας γλώσσα τὴν εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ θὰ διαβαστῆ αὔριο στὴ θεία Λειτουργία.
Εἶπε ὁ Κύριος· «Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθῆ, ἄς ἀρνηθῆ τελείως τὸν ἑαυτό του, ἄς σηκώση τὸ σταυρό του κι ἄς μὲ ἀκολουθῆ. Γιατί ὅποιος θέλει νὰ σώση τὴν ψυχή του, αὐτὸς πρέπει νὰ βάλη τὴ ζωή του· κι ὅποιος θὰ βάλη τὴ ζωή του γιὰ μένα καὶ γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο, αὐτὸς θὰ σώση τὴν ψυχή του. Γιατί τί θὰ ὠφελήση τὸν ἄνθρωπο, ἂν κερδίση ὅλο τὸν κόσμο καὶ ζημιωθῆ στὴν ψυχή του; Ἢ τί ἀντάλλαγμα θὰ δώση ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὴν ψυχή του; Ὅποιος τυχὸν θὰ ντραπῆ γιὰ μένα καὶ γιὰ τὰ λόγια μου σὲ τοῦτο τὸν ἄπιστο καὶ ἁμαρτωλὸ κόσμο, κι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ ντραπῆ γι’ αὐτόν, ὅταν θὰ 'ρθῆ μέσα στὴ θεϊκή του δόξα μαζὶ μὲ  τοὺς ἁγίους ἀγγέλους». Καὶ ἔλεγε ὁ Ἰησοῦς στὸ λαὸ καὶ στοὺς μαθητές του · «Σᾶς βεβαιώνω πὼς εἶναι κάποιοι ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ στέκουν τώρα ἐδῶ, ποὺ δὲν θὰ πεθάνουν, ὥσπου νὰ δοῦν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ νὰ ἔχη ἁπλωθῆ σ’ ὅλη τὴ γῆ».
Ὁ Σταυρός, γιὰ τὸν ὁποῖο λέγει ὁ Ἰησοῦς Χριστός, εἶναι ὅ,τι μὲ ἄλλη λέξη ὀνομάζομε καθῆκον ἤ χρέος. Καλύτερα ὅμως νὰ λέμε χρέος καὶ ὄχι καθῆκον. Καθῆκον εἶναι ὅ,τι μᾶς ἐπιβάλλει κάποιος νόμος, ἕνας δηλαδὴ ἐξωτερικὸς καταναγκασμός· ἐνῶ χρέος εἶναι ὅ,τι αἰσθανόμαστε νὰ πηγάζη ἀπὸ μέσα μας, κάτι ποὺ ἐμεῖς ἐλεύθερα καὶ μόνοι μας τὸ θέλομε. Ὅμως ἐδῶ δὲν συμφωνοῦν οἱ  ἄνθρωποι, κι ὁ καθένας κάθε φορά μὲ ἄλλο μέτρο καὶ μὲ δικό του τρόπο βλέπει τὸ χρέος του. Μάλιστα τώρα τελευταῖα οἱ  ἄνθρωποι δὲν σκέφτονται καθόλου τὸ χρέος μήτε καὶ τὸ καθῆκον, καὶ ὁμιλοῦν μόνο γιὰ δικαιώματα. Χρέος εἶναι νὰ δώσης καὶ δικαίωμα νὰ πάρης, καὶ εἶναι πολλοί, ποὺ θαρροῦν πὼς ἦρθαν στὴ ζωὴ μόνο γιὰ νὰ πάρουν κι ὄχι καὶ γιὰ νὰ δώσουν. Τὸ χρέος σου δὲν μπορεῖς νὰ τὸ ἀρνηθῆς, μὰ τὸ δικαίωμά σου μπορεῖς νὰ τὸ ἀφήσης· μὰ τώρα οἱ  ἄνθρωποι τὰ χρέη τους τὰ ξεχνᾶνε, ἀλλὰ τὰ δικαιώματά τους δὲν τὰ παρατᾶνε. Γι’ αὐτὸ ὁ κόσμος εἶναι ἄνω κάτω καὶ κοντεύει νὰ λείψη ἀπὸ τὴ ζωή μας καὶ σεβασμὸς καὶ ὑπακοὴ καὶ πειθαρχία καὶ τάξη. Τὰ παιδιὰ δὲν ὑπακοῦνε στοὺς γονεῖς, οἱ  μαθητὲς δὲν σέβονται  τοὺς δασκάλους, οἱ  γυναῖκες δὲν ὑποτάσσονται στοὺς ἄνδρες τους, οἱ  ἄνδρες δὲν ἀγαποῦν τὶς γυναῖκες τους.
Ὅλα αὐτὰ γίνονται, γιατί οἱ  ἄνθρωποι δὲν σκέφτονται πιὰ τὸ χρέος, γιατί κανένας δὲν εἶναι πρόθυμος νὰ σηκώση τὸ σταυρό του, νὰ συμμορφωθῆ σ’ ἐκεῖνο ποὺ θέλει καὶ ὁρίζει ὁ Θεός.  Γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς οἱ  ἄνθρωποι σηκώνουν πολλοὺς σταυρούς, ἐπειδὴ δὲν σηκώνουν τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου. Ὅποιοι δὲν θέλουν νὰ σηκώσουν τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, σηκώνουν ἄλλους βαρύτερους σταυρούς, κι ἃς μὴν τὸ ὁμολογοῦν. Ὅποιοι δὲν θέλουν νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τὸ χρέος, ποὺ ὁρίζει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὑποδουλώνονται σὲ ἄλλα θελήματα καὶ δουλεύουν σὲ ἄλλα ἀφεντικά, ποὺ ταπεινώνουν καὶ ἐξουθενώνουν τὸν ἄνθρωπο, σὰν ἐλεύθερο πρόσωπο καὶ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Σταυρὸς ἔγινε ὁ βασιλικὸς θρόνος τοῦ Χριστοῦ κι εἶναι ἡ σκάλα, μὲ τὴν ὁποία οἱ πιστοὶ ἀνεβαίνουν στὸν οὐρανό. Μὰ οἱ  σταυροί, ποὺ ὁ κόσμος φορτώνει στοὺς ἀνθρώπους εἶναι δεσμὰ ποὺ σκλαβώνουν κι ἐξανδραποδίζουν. Ὁ Χριστὸς εἶπε γιὰ τὸ Σταυρό του πὼς εἶναι ζυγὸς χρηστός, ποὺ δὲν ντροπιάζει δηλαδὴ ἀλλὰ τιμᾶ  τοὺς ἀνθρώπους. Μὰ δὲν ὑπάρχει, ἀλήθεια, πιὸ βαρὺς σταυρὸς ἀπὸ τὸ σταυρὸ τῆς ἁμαρτίας, ποὺ πολλοὶ ἄνθρωποι τὸν σηκώνουν καὶ στενάζουν κάτω ἀπὸ τὸ ἀσήκωτο βάρος της.
Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν καλή  τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ σηκώσουν τὸ Σταυρό του, λέγει· «Ὅστις θέλει...». Δὲν βιάζει δηλαδὴ καὶ δὲν ἐξαναγκάζει κανέναν. Κι ὅταν καλῆ  τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ  τοὺς λυτρώση ἀπὸ τὸ βάρος τῶν σταυρῶν τοῦ κόσμου, λέγει· «Δεῦτε πρὸς μὲ πάντες.,.» καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις λέγει γιὰ τὸ ἴδιο πρᾶγμα, γιὰ τὸ Σταυρὸ του δηλαδή, ποὺ εἶναι στ’ ἀλήθεια σταυρὸς καὶ χρέος, μὰ εἶν’ ἐλαφρύτερος ἀπ’ ὅλους  τοὺς σταυροὺς τοῦ κόσμου κι εἶναι σταυρὸς ποὺ σώζει. Γιατί ὁ κόσμος ξεγελάει καὶ κάνει  τοὺς ἀνθρώπους νὰ πιστέψουν πὼς ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου εἶναι βαρὺς κι ἀσήκωτος, πὼς οἱ  ἐντολὲς καὶ τὰ χρέη ποὺ ὁρίζει ὁ Χριστός, δεσμεύουν τὴν ἐλευθερία μας, πὼς μᾶς στεροῦν τὴ χαρὰ καὶ πὼς μᾶς ἀρνιοῦνται κάθε ἀπόλαυση τῆς ζωῆς. Καὶ ξεγελιοῦνται οἱ  ἄνθρωποι καὶ πετᾶνε τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν φορτώνονται βαρύτερους σταυρούς. Ὄχι πὼς ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι βαρύς, ὄχι πὼς τὸ χρέος καὶ ἡ ἀρετὴ δὲν ἔχουν κόπο, μὰ ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου εἶναι σταυρὸς τίμιος καὶ τὸ χρέος καὶ ἡ ἀρετή, ἐνῶ στὴν ἀρχὴ κουράζουν, ὕστερα φέρνουν ἀνάπαυση στὴν ψυχὴ καὶ χαρά.
Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου φέρνει στὴν ἀνάσταση καὶ στὴ ζωή, ἐνῶ οἱ  σταυροὶ τοῦ κόσμου ὁδηγοῦν στὸ θάνατο καὶ στὴν ἀπώλεια. Ἔπειτα κι ἂν εἶναι βαρὺς ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου, κι ἂν εἶναι αὐταπάρνηση καὶ θυσία, ὅμως ὁ χριστιανὸς δὲν τὸν σηκώνει μόνος του, ἀλλὰ τὸν βοηθάει καὶ τὸν ἐνισχύει ἡ θεία χάρη. Γι’ αὐτὸ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης γράφει πὼς οἱ  ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ «βαρεῖαι οὐκ εἰσὶν». Ὄχι πὼς δὲν ἔχουν βάρος, ὄχι πὼς ἡ ἀρετὴ κι ἡ ἁγιωσύνη εἶν’ εὐκολοκατόρθωτες, μὰ εἶναι ἡ θεία χάρη, ποὺ βοηθάει κάθε πιστό, ποὺ ἀγωνίζεται γιὰ τὴ σωτηρία του, γιὰ νὰ σηκώση τὸ σταυρό του καὶ γιὰ νὰ ἐπιτελέση ἁγιωσύνη. Ἐκεῖνοι ποὺ γελιοῦνται καὶ σηκώνουν  τοὺς σταυροὺς τοῦ κόσμου δὲν ἔχουν βοηθό, παλεύουν μόνοι κι ἔρημοι, καὶ βλέπουν ἐπάνω τὸν οὐρανὸ στεγανὸ καὶ κλειστὸ καὶ κάτω τὴ γῆ διψασμένη κι ἔρημη.

Ὁ λόγος γιὰ τὸ Σταυρό, καθὼς γράφει ὁ Ἀπόστολος, εἶναι «πολὺς καὶ δυσερμήνευτος». Εἶναι λόγος μεγάλος καὶ βαρὺς, ποὺ δὲν τὸν ἀντέχουν ὅλοι, γιατί δὲν εἶναι πρόθυμοι νὰ σηκώσουν τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Μὰ οἱ  χριστιανοὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ λόγο γιὰ τὸ Σταυρὸ δέχονται καὶ τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ σηκώνουν. Προσκυνοῦν τὸν τίμιο Σταυρὸ καὶ στὸν πνευματικό τους ἀγώνα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ζητοῦν τὴν ἐνίσχυση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ σήκωσε τὸ Σταυρὸ καὶ πέθανε στὸ Σταυρό, γιὰ νὰ ὁδηγήση  τοὺς ἀνθρώπους στὴν Ἀνάσταση. Στὴν Ἀνάσταση ἕνας δρόμος ὁδηγεῖ, ὁ δρόμος τοῦ Σταυροῦ. Μακάρι κι ἐμεῖς, σταυρωμένοι μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἀπὸ τὸν ἴδιο δρόμο νὰ φτάσουμε στὸ ἴδιο ἔνδοξο τέρμα, ὅπως σ’ ἕναν ὕμνο τὸ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία· «Ὁ Σταυρός σου, Κύριε, ζωὴ καὶ Ἀνάστασις ὑπάρχει τῷ λαῷ σου». Ἀμήν.

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Β´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Τὸ Τριώδιο, καὶ μάλιστα ἡ περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, εἶναι καιρὸς πνευματικοῦ ἀγώνα καὶ ἠθικῆς προετοιμασίας τῶν χριστιανῶν. Τὸ λέμε αὐτὸ πάντα καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνομε, γιὰ νὰ μὴν τὸ ξεχνᾶμε. Ἕνα-ἕνα μᾶς ἀνεβάζει ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ Κυριακὴ σὲ Κυριακή τὰ σκαλοπάτια στὴν κλίμακα τῆς πνευματικῆς καὶ ἠθικῆς μας προετοιμασίας γιὰ τὶς μεγάλες καὶ ἅγιες ἡμέρες τῶν Παθῶν καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Αὔριο λοιπὸν στὴ θεία Λειτουργία διαβάζεται τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὸ θαῦμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν Καπερναούμ, τότε ποὺ θεράπευσε τὸν παραλυτικό. Ὁ λόγος, ποὺ διαβάζεται αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιο, εἶναι γιατί ἡ Ἐκκλησία θέλει νὰ μᾶς ξαναθυμίση τὴ θλιβερὴ πραγματικότητα τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ μᾶς διδάξη τὴν ἀλήθεια πὼς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μᾶς λυτρώνει καὶ μᾶς σώζει ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἀλλ’ ἄς ἀκούσωμε πρῶτα τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ποὺ ὁμιλοῦμε σήμερα.
«Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ μπῆκε ὁ Ἰησοῦς στὴν Καπερναούμ· Καὶ διαδόθηκε πὼς ἦταν σὲ κάποιο σπίτι. Ἀμέσως λοιπὸν μαζεύτηκαν πολλοί, τόσοι ποὺ δὲν χωροῦσαν μηδὲ στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ· καὶ τοὺς ἐκήρυττε τὸ λόγο. Ἔρχονται τότε καὶ τοῦ φέρνουν ἕναν παραλυτικό, ποὺ τὸν σήκωναν τέσσερις ἄνθρωποι. Κι ἐπειδὴ δὲν μπορούσανε νὰ τὸν πλησιάσουν, ἐξαιτίας ποὺ ἦταν πολὺς ὁ κόσμος, ἔβγαλαν τὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ στὸ μέρος ποὺ ἦταν ὁ Ἰησοῦς, ἔκαναν τόπο καὶ κατέβασαν τὸ κρεββάτι, ὅπου ἐπάνω ἦταν κατάκοιτος ὁ παραλυτικός. Ὅταν εἶδε τὴν πίστη τους, λέγει ὁ Ἰησοῦς στὸν παραλυτικὸ· «Παιδί μου, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου». Καὶ κάθονταν ἐκεῖ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς, ποὺ διαλογίζονταν μέσα τους· «Τί βλασφημίες λέγει αὐτός; Ποιὸς μπορεῖ νὰ συγχωρῆ ἁμαρτίες παρὰ μόνο ἕνας, ὁ Θεός;». Κι ἀμέσως κατάλαβε ὁ Ἰησοῦς μὲ τὸ πνεῦμα του πὼς τέτοια διαλογίζονται μέσα τους καὶ τοὺς λέγει· «Τί βάζετε αὐτὰ στὸ μυαλό σας; Τί εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ πῶ στὸν παραλυτικό· ‘Σου συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες;’ ἢ νὰ πῶ· ‘Σήκω ἐπάνω, πάρε τὸ κρεββάτι σου καὶ περπάτα;’. Ἀλλὰ γιὰ νὰ μάθετε ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρῆ ἁμαρτίες ἐδῶ στὴ γῆ, λέγει στὸν παραλυτικό· Σοῦ λέγω, σήκω ἐπάνω, πάρε τὸ κρεββάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου». Κι ὁ παραλυτικὸς σηκώθηκε ἀμέσως, πῆρε τὸ κρεββάτι του καὶ βγῆκε μπροστὰ στὰ μάτια ὅλου τοῦ κόσμου, ἔτσι ποὺ ὅλοι νὰ τὰ ’χουν σὰν χαμένα, νὰ δοξάζουν τὸ Θεὸ καὶ νὰ λένε· «Ποτὲ δὲν εἴδαμε τέτοια πράγματα! »
Ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ πάντα. Τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτῆ ἀπὸ τὰ μάτια του. Ὅπου καὶ νὰ πᾶμε, ὅπου κι ἂν κρυφτοῦμε, ὁ Θεὸς μᾶς βλέπει. Βλέπει τὶς ἐπιθυμίες μας καὶ τοὺς διαλογισμούς μας, βλέπει τὶς πράξεις μας κι ἀκούει τὰ λόγια μας. Ὅταν ὁ καθένας μας αὐτὸ σὰν ἁμαρτωλός τὸ σκεφτῆ καλά, ἔρχονται τότε στὸ στόμα του τὰ λόγια τοῦ ψαλμοῦ· «Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω;»1. Ποῦ νὰ πᾶμε καὶ ποῦ νὰ κρυφτοῦμε ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ; Οἱ γραμματεῖς ἐκείνη τὴν ἡμέρα στὴν Καπερναοὺμ ταράχτηκαν μέσα τους καὶ σκανδαλίστηκαν, ὅταν ἄκουσαν καὶ εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς· «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου»2. Πραγματικὰ μόνο ὁ Θεὸς ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴ δύναμη νὰ συγχωρῆ ἁμαρτίες. Μὰ ἦσαν δειλοὶ καὶ δὲν τὸ εἶπαν φανερά, μόνο τὸ διαλογίστηκαν καὶ τὸ εἶπαν μέσα τους. Ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶδε τὸν κρυφό τους διαλογισμὸ κι ὅπως τοὺς μίλησε τοὺς ἀπόδειξε πὼς ἦταν Θεός, ποὺ ἔχει τὴ δύναμη νὰ βλέπη καὶ νὰ ἐρευνᾶ τὰ βάθη τῶν ἀνθρώπων. Μόνο το Ἅγιο Πνεῦμα τὸ μπορεῖ αὐτό, ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς «ὁ πανταχοῦ παρών». Αὐτὸ ἐννοεῖ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅταν γράφη «ἐπιγνοὺς ὁ Ἰησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ»3. Δὲν κατάλαβε μὲ τὴ σκέψη του, ἀλλὰ εἶδε καλὰ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ καθὼς γράφει ὁ Ἀπόστολος «τὰ πάντα ἐρευνᾶ»4 καὶ μόνο αὐτὸ ξέρει ὄχι μόνο τα βάθη τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ «καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ». Τὸ Θεὸ μόνο ὁ Θεὸς τὸν ξέρει.
Ἐμεῖς, ἀκούοντας τὸ Εὐαγγέλιο νὰ μᾶς ὁμιλῆ γιὰ τὴ σωτηρία μας, αὐτὰ πρέπει νὰ σκεφτοῦμε κι αὐτὰ νὰ ποῦμε στὸν ἑαυτὸ μᾶς· «Οἱ ἁμαρτίες μας εἶναι πολλές». Κι ἂν δὲν τὶς ξέρουν οἱ ἄνθρωποι, ὅμως τὶς ξέρει ὁ Θεός, γιατί ὅλες ἔγιναν μπροστὰ στὰ μάτια του. Οὔτε νὰ τὶς ἀρνηθοῦμε οὔτε νὰ τὶς κρύψουμε μποροῦμε, δὲν μένει λοιπὸν παρὰ νὰ τὶς ὁμολογήσουμε καὶ νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεός του. Κάμποσοι ἁμαρτάνουν κι ὕστερα μὲ διάφορες προφάσεις πᾶνε νὰ τὸ ἀρνηθοῦν. Κρύβονται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ θαρροῦν πὼς κρύβονται κι ἀπὸ τὸ Θεό. Καὶ δὲν πᾶνε νὰ ἐξομολογηθοῦν καὶ μένουν ἀσυγχώρητοι μὲ βαρειὰ καὶ κριματισμένη τὴν ψυχή τους. Μὰ ἡ ἁμαρτία εἶναι ἀσήκωτο βάρος, ἀκοίμητο σαράκι μέσα μας, κι ὅταν δὲν ἐξομολογηθοῦμε μᾶς βαραίνει καὶ μᾶς τρώγει τοῦ πεθαμοῦ. Ὅσο πᾶμε νὰ τὴν ξεχάσουμε, ἐκείνη πάντα εἶναι μπροστὰ στὰ μάτια μας, ὅπως ἀκριβῶς ἀκοῦμε στὸν ψαλμό· «ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστὶ διὰ παντὸς»6. Πρέπει νὰ πωρωθῆ καὶ νὰ γίνη πέτρα ἡ συνείδησή μας, γιὰ νὰ μὴν αἰσθανώμαστε τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας. Ἀλλὰ νὰ μᾶς φυλάξη ὁ Θεὸς ἀπὸ τέτοιο κακό.
Ἄλλος τρόπος γιὰ νὰ γλυτώσουμε ἀπὸ τὸ βάρος καὶ τὸ σαράκι τῆς ἁμαρτίας δὲν ὑπάρχει παρὰ νὰ ἐξομολογηθοῦμε. Κι αὐτὸ ποὺ λέμε ἐξομολόγηση δὲν εἶναι, ὅπως θὰ νόμιζε κάποιος μιὰ ψυχολογικὴ ἐντύπωση κι ἕνα ξεγέλασμα τοῦ ἐαυτοῦ μας, ἀλλὰ μιὰ θεουργικὴ πράξη, μιὰ πραγματικὴ ἄφεση καὶ χάρη, ποὺ μᾶς δίνεται ἀπὸ τὸ Θεό. Πρέπει νὰ προσέξουμε σ’ αὐτὲς τὶς λέξεις · «ἄφεση» καὶ «χάρη» λέμε, κι αὐτὸ θὰ πῆ πὼς μᾶς χαρίζεται ὁ Θεός· ὄχι πὼς ξεγράφονται τὰ ἁμαρτήματά μας, γιατί ὅ,τι γίνεται δὲν ξεγίνεται, ἀλλὰ τὰ σκεπάζει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ ἔλεός του. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ Ἀπόστολος ὅταν γράφη ὅτι ἡ ἀγάπη «πάντα στέγει»7, καὶ γι’ αὐτὸ ὁ ψαλμὸς μακαρίζει ἐκείνους, τῶν ὁποίων ὁ Θεὸς σκέπασε τὶς ἁμαρτίες' «μακάριοι... ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι»8. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ξεχνᾶμε πὼς ὁ Θεὸς δικαιώνει καὶ συγχωρεῖ, ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ ὁμολογοῦν τὶς ἁμαρτίες τους καὶ ζητοῦν τὸ ἔλεός του. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ ψαλμός, ὅταν λέγη· «τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ ἐγνώρισα καὶ τὴν ἁμαρτίαν μου οὐκ ἐκάλυψα»9. Ὁ εὐσεβὴς ἁμαρτωλός, γιατί ἄλλο εὐσεβὴς κι ἄλλο ἁμαρτωλὸς καὶ κάθε ἁμαρτωλὸς δὲν εἶναι καὶ ἀσεβής, ὁ εὐσεβὴς λοιπὸν ἁμαρτωλὸς κι αὐτὸς ὁ ἴδιος ξέρει τὰ ἁμαρτήματά του κι ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν τὰ κρύβει, ἀλλὰ τὰ ὁμολογεῖ καὶ ζητεῖ τὴν ἐπικάλυψή τους κάτω ἀπὸ τὸ θεῖο ἔλεος.
Ὅμως πολλοὶ θέλουν, μὰ δὲν ξέρουν νὰ ἐξομολογηθοῦν. Δυὸ πράγματα πρέπει νὰ ξέρωμε, ὅταν πᾶμε νὰ ἐξομολογηθοῦμε· πρῶτα ὅτι ἡ ἐξομολόγηση δὲν εἶναι κλείσιμο, ἀλλὰ ἄνοιγμα τοῦ ἐαυτοῦ μας, κι ὕστερα ὅτι ἡ ἐξομολόγηση δὲν εἶναι ἀνάκριση ἀπὸ τὸν πνευματικό. Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου ὁ πιστὸς ἐνώπιον τοῦ ἱερέα μὲ λύπη καὶ μὲ συντριβή, μετανοώντας εἰλικρινά, λέγει τὰ ἁμαρτήματά του καὶ ζητεῖ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὁ πνευματικὸς οὔτε ἀνακριτὴς εἶναι οὔτε δικαστής, ἀλλὰ ἱερέας καὶ πατέρας, ποὺ ἀκούει, βαλμένος ἐκεῖ ἀπὸ τὸ Θεό, τὴν ἐξομολόγηση τοῦ πιστοῦ καὶ θάβει μέσα του ὅσα κάθε φορὰ ἀκούει. Ἡ ἐξομολόγηση δὲν εἶναι συζήτηση τοῦ πιστοῦ καὶ τοῦ ἱερέα, ἀλλὰ ἱερουργία ὅπως ἡ θεία Λειτουργία. Ἐκείνη τὴν ὥρα ὁ πνευματικὸς φοράει τὸ ἐπιτραχήλιό του καὶ ἱερουργεῖ καὶ ὅ,τι ἔχει νὰ πῆ εἶναι λόγος ἱερὸς καὶ εὐχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὰ πρέπει νὰ ξέρη κάθε πιστός, ὅταν πηγαίνη νὰ ἐξομολογηθῆ καὶ νὰ μὴν κλείνεται στὸν ἑαυτό του καὶ περιμένη νὰ τὸν ἀνακρίνη ὁ πνευματικός.
Στὴ θεία Γραφὴ εἶναι γραμμένο καὶ τοῦτο· «Λέγε σὺ πρῶτος τὰς ἁμαρτίας σου, ἵνα δικαιωθῆς»10. Εἶναι λόγος τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἁμαρτωλό, ποὺ θέλει νὰ πῆ· «Μὴν περιμένεις νὰ σὲ ρωτήσω ἐγὼ· τὶς ξέρω τὶς ἁμαρτίες σου καὶ δὲν χρειάζεται νὰ σὲ ρωτήσω. Πὲς τις ἐσὺ πρῶτος καὶ ὁμολόγησέ τις. Ἄνοιξε τὸν ἑαυτό σου ὄχι στὸν κόσμο, ἀλλὰ σὲ μένα ἐνώπιον τοῦ λειτουργοῦ, γιὰ νὰ μπῆ ὁ καθαρὸς ἀέρας καὶ τὸ φῶς, ποὺ θὰ σὲ ἐξυγιάνη καὶ θὰ σὲ ἀναγεννήση». Τὸ «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου», ποὺ εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸν παραλυτικό της Καπερναούμ, εἶναι ὁ δημιουργικὸς λόγος τοῦ Θεοῦ, «δὶ ’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο»" καὶ γίνονται. Καὶ εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος λόγος, ποὺ ἐπαναλαμβάνεται σὲ κάθε ἐξομολόγηση ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ. Ὁ λειτουργὸς ἱερέας ἀκούει καὶ εὔχεται· ὁ Θεὸς ἀποκρίνεται καὶ συγχωρεῖ. Ἀμήν.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.        Ψάλμ. 138,7.
2.        Ματθ. 9, 2.
3.        Μάρκ. 2, 8.
4.        Α' Κορ. 2, 10.
5.        Αὐτόθι.
6.  Ψαλμ. 50, 5.
7.  Α' Κορ. 13,7.
8.  Ρωμ. 4, 7.
9.  Ψαλμ. 31,5.
10.  Ἡσ. 43,26.

11.  Σύμβολον τῆς πίστεως, ἄρθρον 2.