Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ


+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

(Ματθαῖος, 9, 27-36)

Στὸ θαῦμα ποὺ διηγεῖται ἡ αὐριανὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἔχομε ὅλα ταὰ περιστατικά, ποὺ τὰ βλέπομε σ’ ὅλες σχεδὸν τὶς θεραπεῖες, ποὺ κάνει ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Δυὸ ἄρρωστοι ποὺ ζητᾶνε ἔλεος κι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ποὺ ζητάει πίστη· δυὸ ἄνθρωποι ποὺ βεβαιώνουν πὼς πιστεύουν κι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ποὺ ἀμείβει τὴν πίστη τους· μιὰ αὐστηρὴ ἐντολὴ νὰ μὴν κοινολογηθῆ τὸ θαῦμα καὶ μιὰ εὐγνώμονα ἀνυπακοὴ ποὺ τὸ διαλαλεῖ παντοῦ. Ὅλ’ αὐτὰ ἐκθέτονται ὁλωσδιόλου φυσικὰ καὶ ἁπλά, κι αὐτὴ ἡ φυσικότητα καὶ ἁπλότητα μαρτυροῦν μόνες τους γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς εὐαγγελικῆς διήγησης. Ὁ εὐαγγελιστὴς δὲν θέλει νὰ μᾶς πείση, ἀλλὰ θέλει νὰ πιστέψουμε. Ἂν ἤθελε νὰ μᾶς πείση, θὰ χρησιμοποιοῦσε ὅλη τὴν τέχνη τοῦ λόγου καὶ θὰ γινόταν δικηγόρος τῆς ἀλήθειας· μὰ ἐπειδὴ γράφει γιὰ νὰ πιστέψουμε, γι’ αὐτὸ ἐκθέτει τὰ περιστατικὰ τοῦ θαύματος, ἁπλὰ καὶ φυσικά, καθὼς ἔγιναν καὶ καθὼς τὰ ἀκοῦμε στὸ Εὐαγγέλιο αὔριο τῆς θείας Λειτουργίας.

 «Ἐκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς διάβαινε ὁ Ἰησοῦς, τὸν ἀκολούθησαν δυὸ τυφλοί, ποὺ φώναζαν κι ἔλεγαν· «Λυπήσου μας, γιὲ τοῦ Δαβίδ». Κι ὅταν πῆγε στὸ σπίτι, ἦλθαν ἀπὸ κοντὰ οἱ τυφλοὶ κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Πιστεύετε πὼς μπορῶ νὰ κάμω αὐτὸ πού ζητᾶτε;». Τοῦ λέγουν οἱ τυφλοὶ· «Ναί, Κύριε». Τότε ἄγγιξε τὰ μάτια τους μὲ τὰ χέρια του καὶ λέγει· «Κατὰ ποὺ τὸ πιστεύετε, ἄς γίνη σὲ σᾶς». Κι ἀνοίχτηκαν τὰ μάτια τους. Καὶ τοὺς φοβέρισε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε· «Κυττᾶτε, νὰ μὴν τὸ μάθη κανείς». Ἀλλὰ ἐκεῖνοι μόλις βγῆκαν τὸ διαλάλησαν σ’ ὅλο τὸν τόπο. Κι ὅταν ἔβγαιναν αὐτοί, νὰ καὶ τοῦ πῆγαν ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ ἦταν ἄλαλος ἐξαιτίας δαιμονικῆς. Κι ὅταν βγάλθηκε ἀπὸ μέσα του τὸ δαιμόνιο, μίλησε ὁ ἄλαλος, καὶ θαύμασε τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ κι ἔλεγαν πὼς «Ποτὲ δὲν φάνηκαν τέτοια πράγματα στὸν Ἰσραήλ». Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως ἔλεγαν πώς· «Μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν δαιμονιίων βγάζει τὰ δαιμόνια». Καὶ περιώδευε ὁ Ἰησοῦς ὅλες τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά, διδάσκοντας στὶς συναγωγές των καὶ κηρύσσοντας τὸ Εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καὶ θεραπεύοντας κάθε ἀρρώστια καὶ κάθε ἀνημπόρια μέσα στὸ λαό».

Γιὰ τὰ θαύματα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὰ θεία εὐαγγέλια, εἴπαμε πὼς εἶναι τὰ σημεῖα τῆς παρουσίας τοῦ Μεσσία. Καὶ εἴπαμε ἀκόμα πὼς ὁ Μεσσίας δὲν ἦλθε γιὰ νὰ κάμη θαύματα, μὰ ἔκαμε θαύματα γιὰ νὰ φανῆ πὼς ἦλθε. Τὰ θαύματα ποὺ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν ἦταν ὁ σκοπὸς τοῦ ἐρχομοῦ του. Ὁ σκοπὸς του ἦταν ἕνας· ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο θαῦμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέσα στὸ ὁποῖο ἔχουν τὴ θέση τους ὅλα τὰ θαύματα ποὺ ἔκαμε. Ἀλλιῶς τὰ θαύματα τῶν Εὐαγγελίων θὰ ἦσαν θεαματικὲς πράξεις, γιὰ νὰ ἐντυπωσιασθοὺν οἱ ἄνθρωποι. Ὁ σκοπός, γιὰ τὸν ὁποῖο ἦλθε ὁ Χριστός, εἶναι ἔργο θείας φιλανθρωπίας, γι’ αὐτὸ κι ὅλα τα θαύματα ποὺ ἔκαμε εἶναι πράξεις ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ὅλα τα θαύματα τοῦ Χριστοῦ εἶναι πράξεις, θεουργικές, στὶς ὁποῖες φαίνεται ἡ θεία δύναμη ἐπάνω στὴν ὑλικὴ κτίση καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐπάνω στὸν ἄνθρωπο. Μποροῦσε νὰ κάμη καὶ θαύματα καταστροφικά, καὶ θὰ ἦσαν κι αὐτὰ σημεῖα τῆς δύναμής του, μὰ ὅλα τὰ θαύματα τῶν Εὐαγγελίων εἶναι πράξεις εὐεργετικές. Χαρακτηριστικὰ σὲ μιὰ εὐχὴ τῆς Ἐκκλησίας ὁ Θεὸς ὀνομάζεται ὄχι θαυματοποιός, ἀλλὰ θαυμαστοποιός· «Ἀγαθῶν θησαυρέ, πηγὴ ἀέναος, Πάτερ ἅγιε, θαυμαστοποιέ, παντοδύναμε καὶ παντοκράτορ…»[1].

Στὸ σημεῖο αὐτὸ οὔτε κι οἱ μαθητὲς μπόρεσαν εὔκολα νὰ καταλάβουν τὸ θεῖο Διδάσκαλο, καθὼς μαρτυρεῖ τὸ Εὐαγγέλιο. Ὅταν κάποτε δὲν τοὺς δέχθηκαν σ’ ἕνα χωριὸ τῆς Σαμάρειας, ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης πειράχτηκαν καὶ τοῦ εἶπαν «Κύριε, θέλεις νὰ ποῦμε νὰ πέση φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ τοὺς κάψη, καθὼς ἔκαμε κι ὁ Ἠλίας;»[2]. Τότε ὁ Διδάσκαλος γύρισε κι ἐπιτιμητικά τους εἶπε· «Δὲν ξέρετε τίνος πνεύματος εἴσαστε σεῖς· ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦλθε νὰ καταστρέψη τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ νὰ τοὺς σώση»[3]. Κι ὅταν λοιπὸν πολλαπλασιάζη τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ τρέφη τὸ λαό, κι ὅταν καταπαύη τὴν τρικυμία καὶ γαληνεύη ἡ θάλασσα, κι ὅταν θεραπεύη ἄρρωστους καὶ δίνη τὴν ὑγεία, ὁ Ἰησοῦς εὐεργετεῖ καὶ σώζει τὸν ἄνθρωπο. Καὶ δὲν τὸ κάνει γιὰ νὰ λύση κάποια προβλήματα, ποὺ πάντα θὰ ὑπάρχουν στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξη ἀκριβῶς ποιὸς εἶναι καὶ ποιὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ ἐρχομοῦ του. Εἶναι βέβαια στὰ Εὐαγγέλια δυὸ θαύματα, ποὺ δὲν φαίνονται νὰ εἶν’ εὐεργετικά· ὅταν ἄφησε καὶ μπῆκαν τὰ δαιμόνια στοὺς χοίρους κι ἔπεσαν οἱ χοῖροι στὴ λίμνη καὶ πνίγηκαν, κι ὅταν εἶπε καὶ ξεράθηκε ἡ ἄκαρπη συκιά. Ἔπρεπε, ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, νὰ δώση μιὰ ἀπόδειξη καὶ τῆς τιμωρητικῆς του δύναμης, μὰ δὲν ἤθελε αὐτὸ νὰ γίνη ἐπάνω στοὺς ἀνθρώπους· «Ἔδει δὲ καὶ τῆς τιμωρητικῆς αὐτοῦ δυνάμεως ἀπόδειξιν παρασχεῖν... οὐκ ἐβούλετο δὲ τοῦτο εἰς ἀνθρώπους ἐνδείξασθαι»[4].
Ἐκεῖνο, ποὺ πάντα μας δίνεται ἀφορμὴ νὰ προσέξουμε στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ λαὸς ὑποδέχεται τὰ θαύματα τοῦ Ἰησοῦ. Στὴν αὐριανὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, μετὰ τὰ δυὸ θαύματα ποὺ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς «ἐθαύμασαν οἱ ὄχλοι λέγοντες ὅτι οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραὴλ»[5], ἐθαύμασε ὁ λαὸς κι ἔλεγαν ὅτι ποτὲ δὲν φάνηκαν τέτοια πράγματα στὸν Ἰσραήλ. Ἄλλη μιὰ φορά, ὅταν οἱ Φαρισαῖοι ἔστειλαν ὑπηρέτες γιὰ νὰ συλλάβουν τὸν Ἰησοῦ Χριστό, οἱ ὑπηρέτες γύρισαν ἄπρακτοι καὶ εἶπαν· «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος!»[6], ποτὲ δὲν μίλησε ἄνθρωπος σὰν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος. Πάει νὰ πῆ πὼς ὁ λαός, ὅταν μένη ἀνεπηρέαστος, κρίνει ὀρθὰ καὶ δίκαια.
Εἶναι λεπτὸ καὶ σωστό τὸ αἰσθητήριο τοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ καταλαβαίνη κάθε φορὰ τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ κρίνη δίκαια. Γι’ αὐτὸ ἀλλοίμονο σ’ ἐκείνους, ποὺ διαφθείρουν τὸ λαὸ μὲ παραπλανητικὰ συνθήματα, γιὰ νὰ τὸν ἔχουν ὄργανο στὶς ἐπιδιώξεις των. Ἔχουνε νὰ δώσουν λόγο στὸ Θεὸ ὅσοι, ἀντὶ νὰ διδάσκουν τὸ λαὸ καὶ νὰ τὸν ὁδηγοῦν στὸ καλό, τὸν παρασύρουν στὴν καταστροφή του. Ἡ ἱστορία καὶ στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ στὴν ὑπόθεση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, διδάσκει ποῦ ὡδήγησε ἡ καταδημαγώγηση τοῦ λαοῦ. Ὅταν ὁ λαὸς γίνη ὄργανο τῆς δημαγωγίας, ὕστερα δὲν κρατιέται πουθενὰ μὲ κανέναν τρόπο.
Τὸ ἀντίθετο ἀπ’ ὅ,τι κάνει ὁ λαὸς βλέπομε στὴ στάση τῶν Φαρισαίων ἀπέναντι στὸν Ἰησοῦ Χριστό· «Οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἔλεγον ὅτι ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμόνιων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια»[7], οἱ Φαρισαῖοι ἔλεγαν πὼς μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν δαιμονίων βγάζει τὰ δαιμόνια. Ὁ λαὸς θαυμάζει κι οἱ Φαρισαῖοι συκοφαντοῦν. Οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι βλέπουν τὰ θαύματα κι ὁμολογοῦν τὴ χάρη, ἐνῶ ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν λόγο νὰ μὴ βλέπουν μὲ καλὸ μάτι τὸν Ἰησοῦ Χριστό, κρύβουν τὴν εὐεργεσία καὶ συκοφαντοῦν τὸν εὐεργέτη. Αὐτὴ ἡ ἀντίθεση διαιωνίζει ἀνάμεσα στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ στὸν κόσμο. Κι ὅταν εἶναι ὁλοφάνερη ἡ ἀλήθεια, οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως καὶ τῆς Ἐκκλησίας βρίσκουν τρόπο νὰ τὴν ἀρνηθοῦν, κι ὄχι μόνο νὰ τὴν ἀρνηθοῦν, ἀλλὰ καὶ νὰ συκοφαντήσουν τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας. Σὰν ἀπάντηση στὴ στάση τῶν Φαρισαίων, ὁ εὐαγγελιστὴς ἐπαναλαμβάνει κι ἐδῶ ἐκεῖνο ποὺ κι ἄλλοτε εἶπε γιὰ τὴν εὐεργετικὴ δράση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀφήνοντας πίσω τὶς μικρότητες τῶν ἐχθρῶν του, «περιώδευε ὁ Ἰησοῦς ὅλες τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά, διδάσκοντας τὸ Εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ θεραπεύοντας κάθε ἀρρώστια καὶ κάθε ἀνημπόρια ἀνάμεσα στὸ λαὸ»[8].
Στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁμιλεῖ γιὰ τὴ βλασφημία «κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»· «πᾶσα ἁμαρτία», λέγει «καὶ βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις, ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος βλασφημία οὐκ ἀφεθήσεται... οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰώνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι»[9], κάθε ἁμαρτία καὶ βλασφημία θὰ συγχωρηθῆ στοὺς ἀνθρώπους, ἡ βλασφημία ὅμως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν θὰ συγχωρηθῆ... οὔτε σὲ τοῦτο οὔτε στὸν ἄλλον κόσμο. Αὐτὸν τὸ λόγο τὸν εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν τὸν κατηγοροῦσαν οἱ Φαρισαῖοι κι ἔλεγαν ὅτι «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμόνιων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια»[10]. Καί, καθὼς ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ ἀμετανοησία, ἡ διαστροφὴ καὶ ἡ «ἐν συνειδήσει» καὶ σκόπιμα ἄρνηση τῆς ἀλήθειας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σὲ τρεῖς μόνο λέξεις ἐκφράζει τὴ σημασία τοῦ πράγματος· «Βλασφημίας χεῖρον οὐδὲν»[11]. Ἀμήν.



[1] Ε' εὐχὴ τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου.
[2] Λουκ. 9, 54.
[3] Λουκ. 9, 56.
[4] Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημα εἰς τὸν ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστήν, MPG 58, 633,49.
[5] Ματθ. 9, 33-34.
[6] Ἰω. 7,46.
[7] Ματθ. 9, 34.
[8] Ματθ. 4, 23. 9, 35.
[9] Ματθ. 12,31-33.
[10] Ματθ. 9, 34.
[11] Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας ὁμιλίαι καὶ ἐν Ἀντιοχείᾳ λεχθεῖσαι, MPG 49, 31, 7.

Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ




+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης


Κυριακή των Ἁγίων Πατέρων (Ματθαῖος, 5, 14-19) 17-7-1983

 Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία λέγεται καὶ εἶναι Ἐκκλησία Πατέρων. Αὐτὸ θὰ πῆ πὼς ἀκολουθεῖ πιστὰ στὴ διδασκαλία καὶ τὸ παράδειγμα τῶν ἁγίων Πατέρων. Πατέρες στὴν Ἐκκλησία εἶναι οἱ  κληρικοὶ καὶ οἱ  μοναχοί, ποὺ ξεχωρίζουν γιὰ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία τους καὶ γιὰ τὴν ἁγιωσύνη τοῦ βίου. Ἡ ὀρθοδοξία ὡς πρὸς τὴν πίστη καὶ ἡ ἁγιωσύνη ὡς πρὸς τὸν βίο εἶναι τὸ διπλὸ γνώρισμα τῶν ἁγίων Πατέρων. Ἡ ὀρθόδοξη διδαχὴ στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι θεωρία· εἶναι ἁγιωσύνη βίου, εἶναι πράξη καὶ πείρα, ποὺ μεταβιβάζεται ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά, κι εἶναι αὐτὸ ποὺ λέμε παράδοση. Ἀξίωμα τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι τὸ «Πρᾶξις θεωρίας ἐπίβασις»[1], ποὺ θὰ πῆ πὼς ἐπάνω στὴν πράξη, ἐπάνω στὴν πεῖρα τῆς ἁγιωσύνης πατάει καὶ θεμελιώνεται ἡ ἐκκλησιαστικὴ διδαχὴ κι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία. Αὔριο, ποὺ ἡ Ἐκκλησία πάλι «μνήμην Πατέρων ἐπιτελεῖ», διαβάζεται στὴ θεία Λειτουργία εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀπὸ τὴν «ἐπὶ τοῦ ὄρους» ὁμιλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Εἶπε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές του· «Ἐσεῖς εἴσαστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτῆ μιὰ πόλη, ποὺ εἶναι χτισμένη ἐπάνω στὸ βουνό· οὔτε ἀνάβουν τὸ λυχνάρι καὶ τὸ βάζουν κάτω ἀπὸ τὸ καυκί, ἀλλὰ τὸ βάζουν στὸ λυχνοστάτη καὶ φωτίζει ὅλο τὸ σπίτι. Ἔτσι νὰ λάμψη καὶ τὸ φῶς τὸ δικό σας μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ δοῦν τὰ καλά σας ἔργα καὶ νὰ δοξάσουν τὸν πατέρα σας ποὺ εἶναι στοὺς οὐρανούς. Νὰ μὴ σᾶς περάση ἀπὸ τὸ νοῦ πὼς ἦλθα γιὰ νὰ καταργήσω τὸ νόμο ἢ τοὺς προφῆτες· δὲν ἦλθα γιὰ νὰ καταργήσω, ἀλλὰ νὰ τηρήσω τὸ νόμο καὶ νὰ τὸν συμπληρώσω. Σᾶς βεβαιώνω πὼς ὅσο στέκει ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ οὒτ’ ἕνα γιώτα ἤ μιὰ γραμμὴ θὰ καταργηθῆ ἀπὸ τὸ νόμο, ὥσπου νὰ γίνουν ὅλα[2]. Ὅποιος λοιπὸν θὰ καταργήση μία ἀπ᾽  αὐτὲς τὶς πολὺ μικρὲς ἐντολές μου καὶ θὰ γίνη ἔτσι κακὸς δάσκαλος στοὺς ἀνθρώπους, αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ πιὸ μικρὸς κι ὁ τελευταῖος ἀπ᾽  ὅλους στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Κι ὅποιος θὰ τὶς τηρήση καὶ θὰ τὶς διδάξη, αὐτὸς θὰ πάρη μεγάλο ὄνομα στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».
«Ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ...»[3], ὅποιος θὰ τηρήση τὶς ἐντολὲς κι ἔτσι μὲ τὸ παράδειγμά του θὰ διδάξη τοὺς ἀνθρώπους. Πάει νὰ πῆ πὼς τὸ Εὐαγγέλιο δὲν κηρύσσεται γιὰ νὰ μείνη λόγος ἤ, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε καλύτερα, τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου δὲν εἶναι λόγος· εἶναι πρῶτα πράξη κι ὕστερα λόγος, εἶναι λόγος ποὺ βγαίνει μέσ’ ἀπὸ τὴν πράξη, εἶναι θεολογία ποὺ στηρίζεται στὴν ἁγιωσύνη. Αὐτὰ τὰ δύο πηγαίνουν μαζί, κι ἂν εἶναι νὰ λείψη ἕν’ ἀπὸ τὰ δυό, συμφέρει νὰ λείψη ἡ θεολογία· γιατί ἡ θεολογία χωρὶς τὴν ἁγιωσύνη εἶναι τεχνολογία, εἶναι θρησκευτικὴ φιλοσοφία καὶ τίποτε περισσότερο. Τί νὰ τὴν κάμης τὴ σοφία χωρὶς τὴν ἁγιότητα; Τί ἀξία ἔχει ἡ ἐπιστήμη χωρὶς τὴν ἀρετή; Τί ὠφελεῖ ἡ θεολογία χωρὶς τὴν ἁγιωσύνη; Ὁ Μέγας Βασίλειος ἔγραφε γιὰ πολλούς τῆς ἐποχῆς του ὅτι «τεχνολογοῦμεν καὶ οὐ θεολογοῦμεν»[4]· κι ὁ ἀρχαῖος Πλάτωνας ὅτι «πᾶσα ἐπιστήμη χωριζομένη ἀρετῆς»[5] εἶναι μᾶλλον πανουργία καὶ ὄχι φιλοσοφία. Γι’ αὐτὸ κι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε· «ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ...»· αὐτὸ θέλει νὰ πῆ ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι λόγος ἔμπρακτος, κι ὅπως διαρκῶς τὸ λέμε καὶ τὸ τονίζομε, ὅτι τίποτε στὸ Εὐαγγέλιο δὲν ὑπάρχει θεωρητικό, ἀπρόσωπο κι ἔξω ἀπὸ τὰ πράγματα.
Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ζωή, κι αὐτὸ ποὺ λέμε κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι πρὶν ἀπ᾽ ὅλα ἐνάρετος βίος καὶ παράδειγμα ζωῆς. Στὴν Ἐκκλησία ὅλα εἶναι ζωντανά, ὅλα εἶναι προσωπικά, ὅλα εἶναι παράδειγμα. Ὁ οὐράνιος Πατέρας εἶναι πρόσωπο, ὁ Σωτήρας Χριστὸς εἶναι πρόσωπο, τὸ πανάγιο Πνεῦμα εἶναι πρόσωπο, ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία εἶναι κοινωνία προσώπων. Ἡ ὀρθόδοξη πίστη δὲν εἶναι «σεσοφισμένος μύθος» καὶ θεωρητικὸ μάθημα· εἶναι ἀποκάλυψη τοῦ ζῶντος Θεοῦ, εἶναι λόγος ζωῆς, ζωντανὸς ὁ ἴδιος καὶ ζωντανεμένος στὸ βίο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων. Μέσα στὸν κόσμο ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ πόλη ἡ χτισμένη ψηλὰ στὸ βουνό· ἡ θέση της εἶναι περίοπτη, καὶ νὰ θέλη δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτῆ. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὸ «οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη»[6], παιδεύει τοὺς χριστιανοὺς «ἐναγωνίους εἶναι»[7]. Μέσα στὸν κόσμο ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀκόμα τὸ λυχνάρι, ποὺ τὸ ἀνάβουν καὶ τὸ βάζουν ψηλά, γιὰ νὰ φέγγη σ’ ὅλο το σπίτι. Ἡ πόλη ἐπάνω στὸ βουνὸ εἶναι ὁ βίος, καὶ τὸ λυχνάρι τοποθετημένο ψηλὰ εἶναι ὁ λόγος· ὁ βίος νὰ φαίνεται, ὁ λόγος νὰ φαίνη.
Ἀλλὰ ποιὰ εἶναι ἡ Ἐκκλησία; Εἶναι τάχα μόνο οἱ  κληρικοί; Γι’ αὐτοὺς λοιπὸν λέγει ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὴν αὐριανὴ εὐαγγελικὴ περικοπή; Μεγάλη τιμὴ θὰ ἦταν γιὰ τοὺς κληρικοὺς νὰ εἶναι αὐτοὶ μόνο ἡ Ἐκκλησία· μεγάλη τιμή, ἀλλὰ καὶ μεγάλο καὶ ἀσήκωτο βάρος. Ὅμως καὶ μεγάλη ἀδικία γιὰ τοὺς λαϊκούς, γιὰ ὅλους τους ἄλλους ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ. Ἂλλ’ ὄχι, Ἐκκλησία εἴμαστε ὅλοι μας. Οἱ  κληρικοί, γιὰ νὰ πηγαίνουν μπροστὰ καὶ οἱ  λαϊκοί, γιὰ νὰ ἀκολουθοῦν. «Ὁ ποιμὴν ὁ καλός», λέγει ὁ Ἰησοῦς Χριστός, «ἔμπροσθεν πορεύεται καὶ τὰ πρόβατα αὐτῶ ἀκολουθεῖ»[8]. Οἱ  ἄνθρωποι βέβαια στὸν καιρὸ μας ὑπερτονίζουν τὸ πρῶτο καὶ ξεχνᾶνε τελείως τὸ δεύτερο· ἐννοοῦμε οἱ  δικοί μας ἄνθρωποι, οἱ  ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία βέβαια δὲν εἶναι ἱεροκρατία, ἀλλ’ ὅμως οὔτε καὶ λαοκρατία. Ὁ ἱερέας «θείω δικαίω» εἶναι ὁ ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας· εἶναι φορτωμένος μὲ πολλὲς εὐθῦνες καὶ σηκώνει πολλὰ βάρη. Φροντίζει νὰ εἶναι καλὸς ποιμένας καὶ δὲν ζητάει παρὰ οἱ  λαϊκοὶ νὰ τὸν ἀκοῦν καὶ νὰ ἀκολουθοῦν. Στὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχουν ἀνεύθυνοι ἄνθρωποι· ὅταν ἔχομε, καὶ πολὺ σωστά, τὴν ἀξίωση οἱ  ἱερεῖς μας νὰ εἶναι καλοὶ ποιμένες, δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε τὸ λόγο τοῦ Ἀποστόλου, ὅταν γράφη· «Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε...»[9]. Ἐδῶ βέβαια ὑπάρχει πολλὴ ἀντιλογία, γιατ’ εἴμαστε ὅλοι ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὸ σύγχρονο πνεῦμα κι ἔχομε τὴν ἀξίωση νὰ εἰσαγάγωμε στὸ πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας σύγχρονες ἀντιλήψεις καὶ νὰ τὴν μεταβάλωμε σ’ ἕναν καθαρὰ ἀνθρώπινο καὶ πολιτικὸ ὀργανισμό.
Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ πνεῦμα καὶ ἡ παράδοση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ βέβαια, ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς τοποθετοῦμε σὲ μιὰ περασμένη καὶ πολὺ μακρινὴ ἐποχή, καὶ σχηματίζομε τὴ γνώμη ὅτι μιὰ φορὰ ἦσαν οἱ  Πατέρες καὶ πὼς τώρα πιὰ στὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχουν ἱερεῖς καὶ καλοὶ ποιμένες, ὅπως ἐκεῖνοι. Γι’ αὐτὸ καὶ δικαιολογοῦμε τὴν ὁποιαδήποτε στάση μας ἀπέναντι στοὺς ἱερεῖς μας καὶ στὴν Ἐκκλησία, μιὰ καὶ δὲν ὑπάρχουν οἱ  ἀρχαῖοι ἐκεῖνοι μεγάλοι καὶ ἱεροὶ ἄνδρες, γιὰ νὰ τοὺς ἀκούσωμε καὶ νὰ τοὺς ἀκολουθήσουμε. Ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία εἶναι πάντα ἡ Ἐκκλησία, ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος «οἶκος Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας»[10]· Ἐκκλησία Πατέρων, καθὼς καὶ Ἐκκλησία Μαρτύρων. Ὅποιες κι ἂν εἶναι οἱ  ἀντιλήψεις καὶ οἱ  προκαταλήψεις τῶν ἀνθρώπων, δὲν μποροῦν νὰ ἀλλάξουν τὴν τάξη τῶν θείων πραγμάτων, κι ὅπως πάλι γράφει ὁ Ἀπόστολος· «Τί γὰρ εἰ ἠπίστησάν τινες, μὴ ἡ ἀπιστία αὐτῶν τὴν πίστιν τοῦ Θεοῦ καταργήσει;»[11]. Τί σημασία ἔχει ἂν μερικοὶ ἔγιναν ἄπιστοι; Μήπως ἡ ἀπιστία τους μπορεῖ νὰ καταργήση τὴν ἀξιοπιστία τοῦ Θεοῦ; Γιατί ὁ Θεὸς μαρτυρεῖ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ὅτι μένει «εἰς τὸν αἰῶνα»[12]· ἄλλο βέβαια ποιὸ εἶναι πάντα το χρέος καὶ ἡ εὐθύνη τῶν χριστιανῶν κι ἐκείνων ποὺ ποιμαίνουν τὴν Ἐκκλησία.
Ὃ δογματικὸς Ὅρος, δηλαδὴ ἡ Πράξη, ποὺ ὑπόγραψαν οἱ  Ἅγιοι Πατέρες στὴν τέταρτη οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἀρχίζει    ἔτσι· «Ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι...», δηλαδὴ ἀκολουθώντας τοὺς θείους Πατέρες. Αὐτὴ εἶναι ἡ γραμμὴ τῆς Ὀρθοδοξίας· οἱ  Ἀπόστολοι ἀκολουθοῦνε στὸ Χριστό, οἱ  Πατέρες ἀκολουθοῦνε στοὺς Ἀποστόλους, ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε στοὺς Πατέρες. Μιὰ ἀδιάσπαστη ἁλυσίδα εἶναι ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὸ Χριστὸ ἕως ἐμᾶς. Αὐτὴ τὴ γραμμὴ ἄς κρατήσουμε κι ἐμεῖς. Ἄς μένωμε πιστοὶ κι ἀφωσιωμένοι στὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ εἴμαστε μὲ τοὺς Πατέρες, γιὰ νὰ εἴμαστε μὲ τοὺς Ἀποστόλους, γιὰ νὰ εἴμαστε μὲ τὸ Χριστό. Ἀμήν.
                                                                                         







[1] Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Κατὰ Ἰουλιανοῦ Α' 113, MPG 35, 649, 652.
[2] Λουκ. 16, 17.

[3] Ματθ. 5, 19.
[4] Μεγ. Βασιλείου, Ἐπιστολὴ 90.
[5] Πλάτωνος Μενέξενος, 246e 7-9.
[6] Ματθ. 5, 14.
[7] Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημα εἰς τὸν ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστήν, MPG 57.232.82.

[8] Ἰω. 10,4.
[9] Ἑβρ. 13,7.

[10] Α' Τιμ. 3, 15.
[11] Ρωμ. 3, 3.
[12] Ἡσ. 40, 8. Β' Ἰω. 3