Τετάρτη, 17 Απριλίου 2019

Περί Νηστείας....

π. Χρήστου Ζαχαράκη

Τελευταία ἑβδομάδα τῆς Μ. Σαρακοστῆς, κι ὅλους τοὺς καθωσπρέπει χριστιανούς, μᾶς βάζει στὴ θέση μας ὁ προφήτης Ἡσαΐας, μὲ τὸ σημερινό ἀνάγνωσμα τῆς Ἕκτης ὥρας στὸ θέμα τῆς νηστείας. Ἴσως ἡ Ἐκκλησία θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπανεξετάσει τὸ θέμα τῆς νηστείας, ὄχι γιὰ νὰ τὴν ἀλλάξει ἤ νὰ τὴν ἐλαφρύνει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν ἐπαναφέρει στὴ σωστή θέση της, στὴ θέση ποὺ πραγματικά βρίσκεται καὶ τῆς ἀξίζει. Ἡ νηστεία δὲν εἶναι αὐτοσκοπός, δὲν εἶναι ἠθικό κατόρθωμα, ποὺ από μόνο του μᾶς ἐπιτρέπει νὰ μεταλαμβάνουμε. Ἡ νηστεία εἶναι ἄσκηση, εἶναι στέρηση καὶ ἐγκράτεια, εἶναι πόνος καὶ λύπη, καὶ πάνω ἀπ᾽ ὅλα ἀγάπη καὶ ἐλεημοσύνη… Ἄς ἀφήσουμε ὅμως, ἔστω καὶ τώρα, τὸ Θεὸ νὰ μιλήσει μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφήτη: 
« Ο Κύριος λέει: «Φώναξε δυνατά και μη διστάζεις, ύψωσε τη φωνή σου όπως η σάλπιγγα και στον λαό μου εξάγγειλε τα αμαρτήματά τους, στους απογόνους του Ιακώβ τις ανομίες τους.

Εμένα αναζητούνε καθημερινά, κι επιθυμούν το θέλημά μου να γνωρίσουν. Σαν να ’τανε ένας λαός που τη δικαιοσύνη εφάρμοζαν και δεν είχαν ποτέ εγκαταλείψει του Θεού τους τον νόμο, ζητάνε τώρα από μένα δίκαια να τους κρίνω, κι επιθυμούν να πλησιάσουν τον Θεό. Μου λένε: ‘‘Γιατί να νηστέψουμε, αφού εσύ δεν το είδες; Ταπεινωθήκαμε κι εσύ ούτε το πρόσεξες;’’ Κι όμως, τις μέρες που νηστεύετε παλεύετε για τα συμφέροντά σας και καταπονείτε αυτούς που έχετε στη δούλεψή σας.» «Αν τρέχετε στα δικαστήρια και φιλονικείτε την ώρα που νηστεύετε, και τους αδύνατους γρονθοκοπάτε, για ποιον λόγο νηστεύετε για χάρη μου, όπως σήμερα; Μήπως με τις κραυγές σας πρόκειται να γίνει ακουστή η προσευχή σας; Τέτοια νηστεία και τέτοια μέρα για να ταπεινώνεστε δεν τη θέλησα εγώ· ακόμα κι αν λυγίσετε ως κάτω χαμηλά τον τράχηλό σας και πένθιμα ντυθείτε και πάνω σε στρώση στάχτης κάτσετε, ούτε έτσι θα πετύχετε να μου είναι η νηστεία σας αρεστή. Τέτοια νηστεία δεν τη θέλησα εγώ», λέει ο Κύριος, «αλλά να σπάσετε των αδικημένων τα δεσμά, να διαλύσετε τις πολύπλοκες, επαχθείς συμφωνίες, να απελευθερώσετε αυτούς που κρατούνται για χρέη και να σκίσετε κάθε άδικο γραμμάτιο. Μοιράστε στους πεινασμένους το ψωμί σας και βάλτε στο σπίτι σας άστεγους φτωχούς· αν δείτε κάποιον γυμνό, ντύστε τον, και μην φέρεστε υπεροπτικά στους συγγενείς σας. Τότε θα λάμψετε σαν της αυγής το φως, και γρήγορα θα γιατρευτείτε. Εμπροσθοφυλακή σας θα ’χετε τη δικαιοσύνη σας και του Θεού η δόξα θα σας περιβάλλει. Τότε θα απευθύνεστε σ’ εμένα τον Θεό κι εγώ θα σας ακούω· ενώ εσείς ακόμα θα μιλάτε, θα σας απαντώ: ‘‘Εδώ είμαι εγώ’’.
Αν πάψετε να καταπιέζετε τους άλλους, να τους κατηγορείτε άδικα, και να τους κάνετε ν’ αγανακτούν, αν δώσετε με την καρδιά σας στον πεινασμένο το δικό σας ψωμί και δώσετε ανακούφιση στον καταπιεσμένο, τότε το φως σας θα λάμψει στο σκοτάδι, και το σκοτάδι σας θα γίνει σαν του μεσημεριού το φως. Τότε ο Θεός σας θα ’ναι μαζί σας παντοτινά».


ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΡΙΘΕΚΤΗΝ
Τροπάριον τῆς Προφητείας.
Ἦχος πλ. α’
Τὰ ἐλέη σου Κύριε ποίησον μεθ' ἡμῶν, καὶ μὴ παραδῴης ἡμᾶς ταῖς ἀνομίαις ἡμῶν, ἅγιε Δέσποτα παντοκράτορ, σοῦ δεόμεθα.
Δόξα... Καὶ νῦν... Τὸ αὐτὸ.
Προκείμενον  Ἦχος δ’ Ψαλμὸς ριβ’
Αἰνεῖτε, παῖδες, Κύριον, αἰνεῖτε τὸ ὄνομα Κυρίου.
Στίχ. Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον.
Προφητείας Ἡσαΐου τὸ Ἀνάγνωσμα
(Κεφ.  ΝΗ’: 1-11)
Οὕτω λέγει Κύριος· Ἀναβόησον ἐν ἰσχύϊ, καὶ μὴ φείσῃ, ὡς σάλπιγγι ὕψωσον τὴν  φωνήν σου, καὶ ἀνάγγειλον τῷ λαῷ μου τὰ ἁμαρτήματα αὐτῶν, καὶ τῷ οἴκῳ Ἰακώβ, τὰς ἀνομίας αὐτῶν. Ἐμὲ ἡμέραν ἐξ ἡμέρας ζητοῦσι, καὶ γνῶναί μου τὰς ὁδοὺς ἐπιθυμοῦσιν, ὡς λαὸς δικαιοσύνην πεποιηκώς, καὶ κρίσιν Θεοῦ αὐτοῦ μὴ ἐγκαταλελοιπὼς, αἰτοῦσί με νῦν κρίσιν δικαίαν, καὶ ἐγγίζειν Θεῷ ἐπιθυμοῦσι, λέγοντες· τί ὅτι ἐνηστεύσαμεν, καὶ οὐκ εἶδες; ἐταπεινώσαμεν τὰς ψυχὰς ἡμῶν, καὶ οὐκ ἔγνως. Ἐν γὰρ ταῖς ἡμέραις τῶν νηστειῶν ὑμῶν εὑρίσκετε τὰ θελήματα ὑμῶν, καὶ πάντας τοὺς ὑποχειρίους ὑμῶν ὑπονύσσετε, εἰ εἰς κρίσεις καὶ μάχας νηστεύετε, καὶ τύπτετε πυγμαῖς ταπεινόν, ἵνα τί μοι νηστεύετε ὡς σήμερον, ἀκουσθῆναι ἐν κραυγῇ τὴν  φωνὴν ὑμῶν, οὐ ταύτην τὴν  νηστείαν ἐγὼ ἐξελεξάμην; καὶ ἡμέραν ταπεινοῦν ἄνθρωπον τὴν  ψυχὴν αὐτοῦ· ουδ' ἂν κάμψῃς ὡς κρίκον τὸν τράχηλόν σου, καὶ σάκκον καὶ σποδὸν ὑποστρώσῃς, οὐδὲ οὕτω καλέσετε νηστείαν δεκτήν, οὐχὶ τοιαύτην νηστείαν ἐξελεξάμην, λέγει Κύριος· ἀλλὰ λύε πάντα σύνδεσμον ἀδικίας, διάλυε στραγγαλιὰς βιαίων συναλλαγμάτων, ἀπόστειλε τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει, καὶ πᾶσάν σου συγγραφήν ἄδικον διάσπα, διάθρυπτε πεινῶντι τὸν ἄρτον σου, καὶ πτωχοὺς ἀστέγους εἰσάγαγε εἰς τὸν οἶκόν σου, ἐὰν ἴδῃς γυμνὸν περίβαλε, καὶ ἀπὸ τῶν οἰκείων τοῦ σπέρματός σου οὐχ ὑπερόψει. Τότε ῥαγήσεται πρώϊμον τὸ φῶς σου, καὶ τὰ ἰάματά σου, ταχὺ ἀνατελεῖ, καὶ προπορεύσεται ἔμπροσθέν σου ἡ δικαιοσύνη σου, καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ περιστελεῖ σε, τότε βοήσῃ, καὶ ὁ Θεὸς εἰσακούσεταί σου, ἔτι λαλοῦντός σου, ἐρεῖ· Ἰδοὺ πάρειμι, ἐὰν ἀφέλῃς ἀπὸ σοῦ σύνδεσμον, καὶ χειροτονίαν, καὶ ῥῆγμα γογγυσμοῦ, καὶ δῷς πεινῶντι τὸν ἄρτον ἐκ ψυχῆς σου, καὶ ψυχὴν τεταπεινωμένην ἐμπλήσῃς, τότε ἀνατελεῖ ἐν τῷ σκότει τὸ φῶς σου, καὶ τὸ σκότος σου ὡς μεσημβρία, καὶ ἔσται ὁ Θεός σου μετὰ σοῦ διαπαντός.

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2019


«ΠΑΤΡΟΠΑΡΑΔΟΤΟΝ ΣΕΒΑΣ»
Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, 
Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης
(Ὁμιλία τὴν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας,
28 Φεβρουαρίου 1988,
στὸ Μητροπολιτικό Ναὸ τῶν Ἀθηνῶν)

Ἱερώτατοι Πατέρες,
Ἐντιμότατοι Ἄρχοντες,
Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί,

α´.Ἦταν πραγματικά ἱερή κι ἀληθινά ὀρθόδοξη ἡ πράξη ἐκείνων, πού σκέφθηκαν καί ὥρισαν τόν κοινό ἑορτασμό ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τήν Πολιτεία σήμερα Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὄχι μέ μιά λεγόμενη Δοξολογία, σάν ἐκεῖνες ὅπου ἀλλόδοξοι καί ἀλλόθρησκοι βρίσκονται μαζί μέσα στό ναό τοῦ Θεοῦ σέ μία ἐθνικοθρησκευτική συγκέντρωση. Ἀλλά μέ θεία Λειτουργία, ὅπου σέ μιά κοινωνία ἀδελφῶν «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι»συνυπάρχομε οἱ οἰκεῖοι τῆς πίστεως. Αὐτό εἶναι ἡ Ἐκκλησία κι αὐτό εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία· ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ λειτουργική καί εὐχαριστιακή σύναξη, ἡ «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ»δοξολογία καί ἀνύμνηση τοῦ Θεοῦ.

β´.Σ᾽  αὐτή τή σύναξη ἔχω τήν ἐντολή καί τήν τιμή νά ὁμιλήσω σήμερα. Ἐπαινῶ «τόν προσθέντα τόν λόγον τόνδε»στή σημερινή ἑορτή, «ὡς καλόν ἀγορεύεσθαι αὐτόν»[1], γιά νά θυμηθῶ, ἔστω καί ἄκαιρα, τόν ἀρχαῖο Ἀθηναῖο πολιτικό. Ἀλλ’ ἀμέσως μοῦ ἔρχονται στό νοῦ τά λόγια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου· «Οὐκ ἴστε τόν ἀγῶνα τόν ἡμέτερον, ἀδελφοί·... Οὐκ ἴστε πηλίκον ἀπό Θεοῦ δῶρον ἡ σιωπή καί τό μή ἔχειν ἀνάγκην λόγου παντός»[2]. Δέν ξέρετε, ἀδελφοί, τόν ἀγώνα μας· δέν ξέρετε πόσο μεγάλο δῶρο ἀπό τό Θεό εἶναι ἡ σιωπή καί τό νά μή βρίσκεται κανείς στήν ἀνάγκη νά ὁμιλήση. Τό λέγει αὐτό ἕνας ἄνθρωπος, πού πολύ ἀγάπησε ἀλλά καί σεβάσθηκε τό λόγο. «Ἱερουργοῦμεν τόν λόγον»[3], ἔλεγε καί, μέ τήν ἴδια συστολή, πού πλησίαζε στήν ἁγία Τράπεζα γιά νά λειτουργήση, ἀνέβαινε καί στόν ἱερό ἄμβωνα γιά νά ὁμιλήση.

γ'.Ἡ πρώτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν εἶναι ἀφιερωμένη στή μάχη τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον ὅλων τῶν αἱρέσεων καί στή νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς «ἐποφειλομένη πρός τόν Θεόν εὐχαριστία, καθ᾽ ἥν ἡμέραν ἀπελάβομεν τήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, σύν ἀποδείξει τῶν τῆς Ἐκκλησίας δογμάτων»[4]. Σήμερα λοιπόν, Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, σέ ἐπίσημη ἐκκλησιαστική τελετή καί ἱερή Λιτανεία ἐπαναλαμβάνομε ὅσα ὥρισε ἡ Σύνοδος, μέ τά ὁποῖα διακηρύττομε καί ἐπιβεβαιώνομε τήν ὀρθόδοξη πίστη μας· «Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν... ὁ Χριστός ὡς ἐβράβευσεν· οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν. Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων...»[5].

δ'.Δέν πρόκειτ᾽ ἐδῶ βέβαια γιά κενή ρητορεία, πού κουράστηκαν νά ἀκοῦν οἱ ἄνθρωποι κι ἔχασαν πιά κάθε ἐμπιστοσύνη στό λόγο. Ἡ Ἐκκλησία, σέ ἱερατικό καί προφητικό τόνο, διατρανώνει τήν πίστη της καί γιά τήν πίστη αὐτή ἐγγυᾶται καί παίρνει τήν εὐθύνη ἀπέναντι στή ζωή καί τήν ἱστορία τοῦ κόσμου. Δέν ὁμιλεῖ ἕνας ἄνθρωπος, ὑψώνοντας τραγικά τὸ ἀνάστημά του μπροστά στό Θεό. Ὁμιλεῖ ἡ Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας ἡ ἀρχή «οὐκ ἐστιν ἐκ τοῦ κόσμον τούτου»[6],μέ θεῖο δικαίωμα, μέ οὐράνιο κῦρος, μέ τήν πνευματική της ἐξουσία καί μέ τή συνείδηση τῆς εὐθύνης της γιά τήν ὀρθή πίστη. Ἡ Ἐκκλησία, πού κρατεῖ μέσα της καί σηκώνει τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ· τίς ὁράσεις τῶν Προφητῶν, τήν παράδοση τῶν Ἀποστόλων, τή διδασκαλία τῶν Πατέρων. Ἡ Ἐκκλησία, πού αὐτή εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, παίρνει ἐπάνω της τήν πίστη καί τή συνείδηση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τήν κατοχυρώνει σέ δογματικούς Ὅρους καί ἱερούς Κανόνες καί τήν παραδίδει ἀπό γενεά σέ γενεά. Ὄχι ὡς ἰδεολογική θεολογία καί ἀντικειμενοποιημένη γνώση, ἀλλά ὡς πνευματική ἐμπειρία καί ζωή· ὡς «μάθος»μέσ’ ἀπό τό «πάθος».Ἄς ἐπαναλάβωμε κι ἐμεῖς σήμερα τά λόγια τοῦ χοροῦ στήν ἀρχαία τραγωδία. Δόξα στό Θεό, «τὸν φρονεῖν βροτούς ὁδώσαντα τῷ πάθει μάθος θέντα κυρίως ἔχειν»[7]. Τό δρόμο μας, πού εἶναι ἡ μετάνοια, δέν τόν βρίσκομε, καί τό σκοπό μας, πού εἶναι ἡ σωτηρία, δέν τόν φτάνομε, ἄν δέν περάσουμε ἀπό τό πάθος, ἄν δέν πονέσουμε μέσα μας κι ἄν δέν σταυρωθοῦμε. Πνεῦμα δέν παίρνομε, ἄν δέν δώσουμε αἷμα καί μέ καμμιά θεολογία δέν φτάνομε νά δοῦμε τό ἄκτιστο φῶς τοῦ Θεοῦ, ἄν δέν πατήσουμε γιερὰ ἐπάνω στήν πράξη· «Πρᾶξις θεωρίας ἐπίβασις»[8]εἶναι τό ἀξίωμα τῶν ὀρθοδόξων Πατέρων.

ε'.Ὅτι δέν πρόκειται κι ἐδῶ γιά ρητορεία, ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι λαοί καί μάλιστα οἱ Ἕλληνες εἴμαστε σέ θέση νά τό ξέρωμε καλά. Ἡ ἐθνική μας ἱστορία καί ἡ ἐπιβίωση τῆς φυλῆς εἶναι δεμένη μέ τήν πίστη τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἔτσι, πού Ἕλλην ἤ Ρωμηός καί Ὀρθόδοξος νά σημαίνουν σχεδόν τό ἴδιο. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μαζί μέ τήν εὐθύνη τῆς ἀποστολικῆς καί πατερικῆς παράδοσης, πῆρε ἐπάνω της καί τό σταυρό τῆς ἐθνικῆς προστασίας τῶν λαῶν της, κι αὐτό εἶναι ἡ καύχησή της, ἀλλά καί τό δρᾶμα της. Κάτω ἀπό τή σκέπη τῆς Ἐκκλησίας, κι ἄς τό ἀρνοῦνται ἄλλοι γιά δικούς των λόγους, προστατεύθηκαν οἱ ὀρθόδοξοι λαοί γιά πολλούς αἰῶνες· τῆς Ἐκκλησίας, πού ἄσχετα μέ τίς ἐθνικές καί φυλετικές διαφορές τῶν λαῶν της, ὀνομάζεται Ἑλληνική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

ς'.Αὐτός ὁ τίτλος δέν εἶναι χαριστικός γιά τούς Ἕλληνες καί ἄδικος γιά τούς ἄλλους ὀρθόδοξους λαούς. Ἀποτελεῖ τόν ἀκριβῆ χαρακτηρισμό τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς ὁποίας ἡ γλώσσα, ἡ θεολογία, ἡ λατρεία, ἡ τέχνη, οἱ διοικητικοί θεσμοί, ὅλα εἶναι Ἑλληνικά. Τό μεγάλο δένδρο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ καλλιέλαιος, ἐπάνω στήν ὁποία ἐγκεντρίσθηκαν τά ἔθνη, ἅπλωσε κλαδιά καί σκεπάζει τούς λαούς ἤ, πιό σωστά, αὐτά τά ἴδια τά κλαδιά ἀποτελοῦν τήν παραδοσιακή καί πολύπαθη οἰκογένεια τῶν ὀρθόδοξων λαῶν. Καί εἶναι κρῖμα, πού ἡ πολιτική τῶν λαῶν αὐτῶν ἀγνόησε καί δέν ἐκμεταλλεύτηκε θετικά καί εἰλικρινά τήν κοινή ἐκκλησιαστική πίστη καί παράδοση, ὡς τήν πιό γιερή καί ἀσάλευτη βάση, γιά τήν ἵδρυση, τοὐλάχιστον ἐδῶ στό βαλκανικό χῶρο, μιᾶς ὀρθόδοξης συμπολιτείας. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀπέθανε ὄχι μόνο γιά τό ἔθνος του, «ἀλλ᾽  ἵνα καί τά τέκνα τοῦ Θεοῦ τά διεσκορπισμένα σνναγάγη εἰς ἕν»[9]. Ἄλλη δύναμη μέ τόση ἕλξη κι ἄλλη μάνα μέ τόση ἀγάπη, πού   νά συνάγη καί νά σκεπάζη τούς ἀνθρώπους, σάν τήν Ἐκκλησία, δέν ὑπάρχει. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ κιβωτός μέσα στήν ὁποία σώζονται οἱ ἄνθρωποι στόν ἀέναο κατακλυσμό τοῦ κόσμου.

ζ'.Ἀλλά τή θέση της μέσα στούς λαούς της, ὄχι ὡς ἐξουσία, ἀλλ’ ὡς πνευματική διακονία, ἡ Ἐκκλησία δέν τήν κατέχει χωρίς θλίψη καί χωρίς σταυρό. Αὐτός εἶναι ὁ κλῆρος τῆς Ἐκκλησίας, νά διώκεται καί νά πληρώνη ξένες ἁμαρτίες. Ἔτσι ὅμως ἡ Ἐκκλησία νικᾶ τόν κόσμο, ὄχι γιά νά τόν ἐξουσιάση, ἀλλά γιά νά τόν προσλάβη, νά τόν κάμη δικό της καί νά τόν ὁδηγήση στήν Ἀνάσταση. Τά τελευταῖα λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στούς Ἀποστόλους μετά τό μυστικό δεῖπνο εἶναι αὐτά· «ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἕξετε, ἀλλά θαρσεῖτε· ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον»[10]. Καί τά λέγει αὐτὰ καί ὁμιλεῖ γιά νίκη, ὅταν πορεύεται πρός τό Σταυρό καί τό θάνατο. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία νικᾶ τόν κόσμο καί τόν κάνει δικό της, ὅταν ἡττᾶται καί σταυρώνεται. Εἶναι μεγάλος ἀθλητής ἡ Ἐκκλησία καί, καθώς γράφει ὁ ἀρχαῖος ἀποστολικός Πατέρας, «μεγάλου ἐστίν ἀθλητοῦ τό δέρεσθαι καί νικᾶν»[11].

η'.Ἡ εἰκονομαχία, μέ τήν ὁποία εἰδικώτερα συνδέεται ἡ σημερινή ἑορτή, εἶναι μία καί δέν εἶναι ἡ μόνη ἐπίθεση στή ζωή καί τήν ἱστορία της, πού σήκωσε ἡ Ἐκκλησία. Ὄχι πιὰ ἀπό τήν εἰδωλολατρία, ἀλλά ἀπό τούς δικούς της ἀνθρώπους· ἀπό τούς ἀπειθάρχητους καί ἄτακτους ἀδελφούς, πού γέννησαν σχίσματα καί αἱρέσεις στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ εἰκονομαχία ὑπῆρξε ἡ αἵρεση, πού ταλαιπώρησε τήν Ἐκκλησία γιά ἑκατό καί παραπάνω χρόνια, ἀπό τό 727 ὥς τό 843. Συνοδικά καταδικάστηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία κι ἀπό τό Θεόδωρο τό Στουδίτη χαρακτηρίστηκε ὡς «ἀθεωτάτη μεταστοιχείωσις τῶν ἁπάντων»[12]ὡς γενική δηλαδή καί χωρίς φόβο Θεοῦ ἀνατροπή τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἀρχηγοί τῆς εἰκονομαχίας ἦσαν ἐκ τῶν ἱκανωτέρων ἀνθρώπων τοῦ Βυζαντίου, ἄλλ’ ἡ ἀνάμιξή των στά πράγματα τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε μία ἀτυχής πολιτική πράξη.

θ'.Ἄλλ’ ἐνῶ δέν εἶμαι πιά στήν ἀρχή τῆς ὁμιλίας μου, θά ξαναθυμηθῶ τόν ἀρχαῖο Ἀθηναῖο πολιτικό καί θά ἐπαναλάβω ὅ,τι ἐκεῖνος λέγει στήν ἀρχή τοῦ περίφημου καί γνωστοῦ λόγου τοῦ· «Χαλεπόν τὸ μετρίως εἰπεῖν, ἐν ᾧ μόλις καί ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας βεβαιοῦται»·[13] δύσκολο εἶναι νά πῆ κανείς ὅ,τι πρέπει κι ὅπως πρέπει, ὥστε νά μπορέσουν οἱ ἀκροατές νά σχηματίσουν μιά κάποια γνώμη γιά τήν ἀλήθεια. Μά ὅταν ὁμιλοῦμε μέσα στήν Ἐκκλησία καί γιά τήν Ἐκκλησία, ὅταν ὁμιλοῦμε μέσα στό σπίτι μας γιά τήν οἰκογένειά μας, δέν μᾶς χρειάζεται ἡ διαλεκτική ἐπιχειρηματολογία καί ἡ τέχνη τοῦ λόγου, γιά νά σχηματίσουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, γνώμη γιά τήν ἀλήθεια τή δική μας, γιά τήν πίστη μας καί γιά τή ζωή μας. Ἀκριβῶς γιά τή ζωή μας, γιατί ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἰδεολογική θεωρία, ἀλλά προσωπική πνευματική ἐμπειρία καί ζωή· μιά προσδοκία πού μᾶς συνέχει καί ὄχι μιά ἀγωνία πού μᾶς προβληματίζει· μιά ἐσωτερική θεοπτία κι ὄχι μιά ἀντικειμενοποιημένη γνώση.

ι'.Τί εἶναι λοιπόν ἡ Ὀρθοδοξία, γιά τήν ὁποία σήμερα ὁ λόγος; Ἡ Ὀρθοδοξία ὄχι θεωρητικά καί ἰδεολογικά, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία, πού εἶναι ἱστορική πραγματικότητα ἤ, πιό σωστά, ἡ ἀποκάλυψη καί ἡ εἴσοδος τοῦ Θεοῦ στήν ἱστορία τοῦ κόσμου. Διαβάζομε στή θεία Γραφή ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι «τό μυστήριον τό ἀποκεκρυμμένον ἀπό τῶν αἰώνων καί τῶν γενεῶν, νυνί δέ ἐφανερώθη τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ, οἶς ἠθέλησεν ὁ Θεός, γνωρίσαι τίς ὁ πλοῦτος τῆς δόξης τοῦ μυστηρίου τούτου... ὅς ἐστι Χριστός ἐν ἡμῖν, ἡ ἐλπίς τῆς δόξης»[14].Σ’ αὐτό τό χωρίο ἀπό τήν πρός Κολοσσαεῖς ἐπιστολή ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὁμιλεῖ γιά τήν ἐντολή πού τοῦ δόθηκε, γιά νά κηρύξη τό μυστήριο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας, πού ἦταν κρυμμένο γιά πολλούς αἰῶνες καί γενεές καί τώρα φανερώθηκε στούς ἁγίους τοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτούς ὁ Θεός θέλησε νά κάμη γνωστό πόσο μεγάλος εἶναι ὁ ἔνδοξος πλοῦτος αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου, δηλαδή ὁ Χριστός μαζί μας καί μέσα μας, αὐτός πού εἶναι ἡ ἔνδοξη ἐλπίδα μας. Ἄς θυμηθοῦμε ἐδῶ το λόγο τοῦ ἁγίου Αὐγουστίνου, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστός μαζί μας στούς αἰῶνες.

ια'. Ἄλλο ἕνα χωρίο τοῦ ἴδιου Ἀποστόλου εἶναι πολύ ἀποκαλυπτικό γιά τήν Ἐκκλησία, διά τῆς ὁποίας καί οἱ Ἄγγελοι ἔμαθαν τήν οἰκονομία τῆς πολυποίκιλης σοφίας τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου. Ὁ Χριστός δέν ἵδρυσε κάποια θρησκεία πού λέγεται χριστιανισμός, ἀλλά φανέρωσε στόν κόσμο τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Στό δεύτερο θεόπνευστο χωρίο τώρα ὁ μεγάλος Ἀπόστολος ὁμιλεῖ πάλι γιά τή χάρη πού τοῦ δόθηκε «εὐαγγελίσασθαι τόν ἀνεξιχνίαστον πλοῦτον τοῦ Χριστοῦ καί φωτίσαι πάντας τίς ἡ οἰκονομία τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀποκεκρυμμένου ἀπό τῶν αἰώνων ἐν τῷ Θεῷ, τῷ τά πάντα κτίσαντι διά Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα γνωσθῇ νῦν ταῖς ἀρχαῖς καί ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διά τῆς Ἐκκλησίας τίς ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ Θεοῦ κατά πρόθεσιν τῶν αἰώνων, ἥν ἐποίησεν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν»[15].Σ᾽ ἐμένα, γράφει ὁ Ἀπόστολος, δόθηκε ἡ χάρη νά κηρύξω ποιός εἶναι ὁ ἀνεξιχνίαστος πλοῦτος τοῦ Χριστοῦ καί νά φωτίσω ὅλους ποιό εἶναι τό μυστικό σχέδιο, πού ἦταν κρυμμένο ἀπό αἰῶνες μέσα στή βουλή τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δημιούργησε τά πάντα διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά νά γνωρισθῆ τώρα στίς ἐπουράνιες ἀρχές καί ἐξουσίες διά τῆς Ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλη σοφία τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τόν αἰώνιο σκοπό, πού πραγματοποίησε διά τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

ιβ'.Ἄν βαθύνωμε στά νοήματα τῶν δύο αὐτῶν ἀποστολικῶν χωρίων κι ἄν μέσα στά θεόπνευστα λόγια ξεχωρίσουμε τή φράση «διά τῆς Ἐκκλησίας»,τότε θά καταλάβωμε τί πραγματικά εἶναι ἡ Ἐκκλησία κι ἄν μποροῦμε νά ἀντικαταστήσουμε τή θεϊκή αὐτή πραγματικότητα ἤ καί τό ὄνομά της ἀκόμα νά ἀλλάξουμε. Στό Σύμβολο τῆς πίστεως ὁ καθένας γιά τόν ἑαυτό του κι ὅλοι μαζί ὁμολογοῦμε· «Πιστεύω εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Ἡ ἴδια πίστη δηλαδή πού ἀνήκει στό Θεό ἀνήκει καί στήν Ἐκκλησία, γιατί ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι χειροποίητο εἴδωλο, ἀλλά θεία πραγματικότητα, «Ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος»[16]. Συμβαίνει ὅμως νά μήν πιστεύωμε στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, γι᾽ αὐτό καί δέν ἀναφέρομε τό ὄνομά της, ἄλλ’ ἀντί γιά Ἐκκλησία λέμε διαρκῶς γιά χριστιανισμό καί γιά χριστιανική θρησκεία. Αὐτό μέ τήν μάταιη σκέψη ὅτι ἔτσι κάνομε ἐπιστήμη καί ἀντικειμενοποιοῦμε τήν ἀλήθεια, ἐπειδή συγχέομε κάθε γνώση μέ τήν ἀλήθεια καί πιστεύομε πὼς ἡ ἀλήθεια εἶναι ἔξω ἀπό τόν ἄνθρωπο.

ιγ'.Σ᾽  αὐτὸ ἐδῶ τὸ σημεῖο γίνεται ἡ μεγάλη καταστροφή· ἀντί νά πιστεύωμε στήν Ἐκκλησία, πού εἶναι τό μεγάλο μυστήριο τῆς πολυποίκιλης σοφίας τοῦ Θεοῦ, ὁμιλοῦμε γιά χριστιανισμό, γιά ἕνα δηλαδή θρησκευτικοφιλοσοφικό σύστημα κάποιων ἰδεολογικῶν ἀρχῶν πίστεως καί κανόνων βίου. Ἔτσι μποροῦμε νά συγκρίνωμε τό λεγόμενο χριστιανισμό μέ ὅλους τοὺς θρησκευτικούς καί πολιτικοκοινωνικούς ἰσμούς καί νά μετατρέπωμε τό κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου σὲ θρησκειολογία, σέ κοινωνιολογία, σέ λαογραφία καί σέ πολιτιστική κουλτούρα. Ὄχι λοιπόν χριστιανισμός οὔτε χριστιανική θρησκεία, ἀλλά Ἐκκλησία.

ιδ'.Θά προχωρήσω ἕνα βῆμα ἀκόμα καί θά πῶ. Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Γιατί ἀπό ἐδῶ ἀρχίζει μιά δεύτερη καταστροφή, πού ὡδήγησε στό σκάνδαλο τῶν αἰώνων, στό χωρισμό δηλαδή τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσης. Τά πιό πέρα, ὅσα συνέβησαν στήν Εὐρώπη, μετά τόν λεγόμενο Μεσαίωνα, τήν Ἀναγέννηση καί τό δεύτερο σχίσμα στή δυτική Ἐκκλησία, δέν ἔχουν θέση νά λέγωνται τώρα. Παρανοήσεις καί πλάνες ὡδήγησαν μέχρι πού νά ποῦν κάποιοι ὅτι «ὁ Θεός ἀπέθανε»καί κάποιοι ἄλλοι ὅτι «ἡ θρησκεία εἶναι τό ὄπιο τοῦ λαοῦ». Ἀλλά εἶχαν δίκιο οἱ ἄνθρωποι· δέν εἶπαν γιά τήν Ἐκκλησία, γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πού δέν τήν ἤξεραν καί δέν τήν εἶδαν, ἀλλά γιά κάποιο χριστιανισμό καί γιά κάποια θρησκεία καί γιά κάποια θεολογία, πού δέν εἶναι πίστη καί ζωή, ἀλλά μάταιη προσπάθεια νά ἀποδειχθῆ λογικά ἡ ἀλήθεια, σάν καί ἡ ἀλήθεια νά εἶναι ἀντικειμενική γνώση. Ἀλλά ἔξω ἀπό τό Θεό καί τόν ἄνθρωπο στόν ὁποῖο ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται, δέν ὑπάρχει ἀλήθεια, γιατί ἡ ἀλήθεια δέν εἶναι πράγμα καί ἀντικείμενο, ἀλλά πρόσωπο· «Ἐγώ εἰμι... ἡ ἀλήθεια»[17], εἶπε ὁ Χριστός.
*
ιε᾽.Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, κι αὐτό θεολογικά σημαίνει ὅτι ἐκκλησιολογία εἶναι ἡ χριστολογία. Θεάνθρωπος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, θεανθρώπινος ὀργανισμός καί ἡ Ἐκκλησία. Ὡς θεῖο μυστήριο, πιστεύομε στήν Ἐκκλησία, καί ὡς ἀνθρώπινη ὀργάνωση τήν ὑπηρετοῦμε. Ἄς πιστεύωμε στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας· εἶναι τό μυστήριο τῆς σωτηρίας, πού ἐνεργεῖται στόν κόσμο. Ἔτσι θά μάθουμε, καί κλῆρος καί λαός, «πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀναστρέφεσθαι»[18], πῶς νά φερώμαστε στήν Ἐκκλησία καί πῶς νά τήν ὑπηρετοῦμε. Ὅ,τι μᾶς λείπει εἶναι ἡ πίστη στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, κι ὅ,τι μᾶς πειράζει εἶναι τά σφάλματα ἐκείνων, πού ὑπηρετοῦν τήν Ἐκκλησία. Ἄς μάθωμε λοιπόν νά πιστεύομε στήν Ἐκκλησία, γιά νά ξέρωμε καί πῶς νά τήν ὑπηρετοῦμε.

ις'.Οἱ ἀρχαῖοι Πατέρες, πού ἤξεραν καλά τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἐπειδή πίστευαν καί ζοῦσαν μέσα τους τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, τό εἶχαν ἀξίωμα ὅτι ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει σωτηρία. Αὐτή εἶναι κι ἡ δική μας πίστη, γι᾽  αὐτὸ καί μένομε στήν Ἐκκλησία, «σωτῆρα ἀπεκδεχόμενοι Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν»[19]. Δέν λέμε γιά τούς ἄπιστους καί γιά τούς ἄθεους, γιατί δέν ξέρομε ἄν στ’ ἀλήθεια ὑπάρχουν ἄπιστοι καί ἄθεοι στόν κόσμο. Λέμε γιά ὅλους, πού δεχθήκαμε τό θεῖο Βάπτισμα κι ἔχομε ἐπάνω μας τή σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ὅσο πιό πολύ ὁ καθένας γονατίζομε κάτω ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας μας, τόσο περισσότερο θέλομε νά συγκροτοῦμε τήν Ἐκκλησία καί νά εἴμαστε ἡ Ἐκκλησία καί νά βρισκώμαστε μέσα στήν Ἐκκλησία, γιατί μόνο μέσα στήν Ἐκκλησία καί ὡς Ἐκκλησία θά σωθοῦμε. Κανένας δέν σώζεται μόνος του καί χωριστά ἀπό τούς ἄλλους. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶπε πὼς «οὗ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν»[20]. Ἡ Ἐκκλησία λοιπόν, μέσα στήν ὁποία σωζόμαστε, εἶναι ἡ σύναξη στό ὄνομα καί μέ τήν παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ σύναξη αὐτή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι λειτουργική. Ὅλη ἡ Ἐκκλησία, ὁ Θεός, οἱ Ἄγγελοι καί ἄνθρωποι, οἱ ζῶντες καί οἱ κεκοιμημένοι, παρόντες στή θεία Λειτουργία. Σ᾽  ἕναν ὕμνο τῶν ἀποστολικῶν χρόνων, ἐνσωματωμένο στήν Α´  πρός Τιμόθεον ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό μέγα μυστήριο τῆς εὐσέβειας·«Μέγα ἐστὶ τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον...»[21]. Πάει νά πῆ ὅτι ἡ ὀρθόδοξη πίστη καί εὐσέβεια εἶναι ἐκκλησιαστική καί λειτουργική. Τό μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριο εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ὅταν τελῆ τή θεία Λειτουργία. Ἔξω ἀπό τή σύναξη τῆς Ἐκκλησίας καί τή θεία Λειτουργία κανένας δέν μπορεῖ νά λέγη πὼς εἶναι εὐσεβής, ὅτι πιστεύει στήν Ἐκκλησία καί ὑπηρετεῖ τήν Ἐκκλησία.

ιζ'.Ἀλλά ἡ Ὀρθοδοξία, ὅπως ἀμυδρά καί ἄτεχνα προσπαθῶ νά τήν περιγράψω, ἐν γνώσει ὅτι δέν περιγράφεται, γιατί ἡ Ὀρθοδοξία ἤ ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἰδεολογία καί σύστημα, ἡ Ὀρθοδοξία λοιπόν τί τάχα ἔχει νά πῆ καί νά προσφέρη στό σύγχρονο ἄνθρωπο, τόν προσωπικά ἀλλοτριωμένο μέσα στίς συνθῆκες τοῦ κοινοτικοῦ βίου; Τό ἐρώτημα τίθεται χωρίς καί νά εἶναι καιρός καί νά ὑπάρχη ἡ δυνατότητα γιά νά δοθῆ τώρα ἡ ἀπάντηση. Θά περιορίσω λοιπόν τό λόγο σ’ ἕνα σημεῖο, πού ἀφορᾶ στή σύγχρονη Ἑλληνική πραγματικότητα, καί θά κλείσω τήν ὁμιλία μου πού ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι ξεπέρασε τά ἐπιτρεπόμενα χρονικά ὅρια.

ιη'.Κινδυνεύομε, ὅταν ὁμιλοῦμε γιά ζητήματα τόσο σπουδαῖα, ὅπως εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία, νά κριθοῦμε ὅτι βρισκόμαστε ἔξω ἀπό τά πράγματα καί τή ζωή, ὅτι ἐμμένομε σέ κάποιες ἄγονες τάχα ἀντιλήψεις καί διαμάχες τῶν περασμένων αἰώνων. Ἀλλ’ ὅμως γιά ὅλους τοὺς ὀρθόδοξους λαούς, καί περισσότερο γιά μᾶς τούς Ἕλληνες, ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι μιά ἀνάμνηση τοῦ περασμένου καιροῦ, ἀλλά ἡ ζωή μας σήμερα καί ἡ ἐπαγγελία τοῦ αὔριο. Τίποτε στήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἁπλή ἀνάμνηση, ἀλλ’ ὅ,τι μιά φορά ἀποκαλύφθηκε διαιωνίζει «ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»[22]· ὅσο  περισσότερό τὸ αἰσθανόμαστε νά ζῆ μέσα μας, τόσο λιγώτερο μποροῦμε λογικά νά τό ἐξηγήσουμε. Ὁ μεγάλος Ἀπόστολος, γιά κάτι πού κάποτε σ᾽  αὐτόν συνέβη κι ἐξακολουθοῦσε νά τόν συγκλονίζη, ἔγραφε πρός Κορινθίους· «εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτός τοῦ σώματος, οὐκ οἶδα»[23]. Πάει νά πῆ πὼς ὁ νοῦς καί οἱ αἰσθήσεις, πού εἶναι ὁπωσδήποτε λειτουργίες τοῦ σώματος δέν φθάνουν γιά νά καλύψουν τό πλάτος τῆς ζωῆς καί νά ἐξηγήσουν πνευματικές καταστάσεις. Ἄλλο διάνοια κι ἄλλο πνεῦμα, κι εἶναι κι αὐτό ἕνα γνώρισμα τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅτι δέν συγχέει τήν πνευματικότητα μέ τή διανοητικότητα καί δέν χάνεται γιά νά πιάση λογικά τόν Θεό καί τήν ἀλήθεια. Ἀλλά τέλος πάντων, τό θέμα τώρα εἶναι ἄλλο, καί τό διατυπώνω ὅσο μπορῶ πιό ἐπιγραμματικά. Οἱ ὀρθόδοξοι λαοί τῆς ἀνατολικῆς Εὐρώπης δέν πρέπει νά ἀγνοοῦμε καί νά τό ξεχνᾶμε ὅτι πληρώνομε τά δεινά τῆς Δύσης· τόσο ἀκριβώτερα, ὅσο πιό πλούσιος μᾶς ἔρχεται ἀπό ἐκεῖ ὁ τεχνικός πολιτισμός, πού δέν μποροῦμε νά τόν ἀγνοήσουμε καί νά τόν ἀρνηθοῦμε.

ιθ'. Καλά κάνουν οἱ πολιτικοί μας καί κουράζονται ἔτσι ἤ ἀλλιῶς γιά τήν ἔνταξη τῆς χώρας μας στήν Εὐρωπαϊκή Κοινότητα. Ὁ κόσμος σήμερα, ὅλος ὁ πλανήτης τῆς γῆς, δέν θά σωθῆ ἀπό μιά τελειωτική καταστροφή, ἄν δέν εἰρηνεύσουν καί δέν ἑνωθοῦν οἱ λαοί. Ὁ μακαρισμός τοῦ Χριστοῦ ἀνήκει σέ ὅλους, πού ἀναπτύσσουν εἰλικρινῆ δραστηριότητα γιά τήν εἰρήνη. «Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί...»[24]. Μέσα σ᾽ αὐτούς πρώτη εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, στήν ὁποία κάθε ἱερέας στό πιό ἀπόμακρο χωριό κάθε ἡμέρα δέν βάζει πετραχήλι καί νά μή δεηθῆ. «Ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου...»[25]. Καί δέν χωρεῖ ἀμφιβολία πὼς εἶναι πιό ἀποτελεσματικός αὐτός ὁ τρόπος καί πιό δραστικός ὁ λόγος τῆς ἐκκλησιαστικῆς δέησης παρά ὅλες οἱ πορεῖες καί οἱ φωνές στό δρόμο, ὄχι μόνο γιά τήν εἰρήνη τοῦ «σύμπαντος κόσμου», ἀλλά καί γιά ὁποιοδήποτε ζήτημα, γιά τό ὁποῖο τυχαίνει νά διαφωνοῦν καί νά ἐρίζουν μεταξύ τους οἱ ἄνθρωποι. Εἶναι φυσικό, γιατί γιά νά εἰρηνεύσουμε μεταξύ μας, πρέπει πρῶτα νά εἰρηνεύσουμε μέσα μας, εἰσπνέοντας τό πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, «ὅς ἐστιν ἡ εἰρήνη ἠμῶν»[26].

κ'.Ἡ ἔνταξή μας στήν Εὐρωπαϊκή Κοινότητα μᾶς θυμίζει μιά ἐποχή πρίν ἀπό πεντακόσια πενήντα χρόνια. Τό ἴδιο κάπως γινότανε τότε, ὅπου οἱ ἀνατολικοί πήγαιναν κι ἔρχονταν στήν Ἰταλία κι ἔκαναν ἐκκλησιαστικές Συνόδους, μέ τήν ἐλπίδα πὼς ἡ Δύση θά βοηθοῦσε γιά νά ἀποτραπῆ ὁ κίνδυνος πού ἀπειλοῦσε τήν Ἀνατολή. Ἡ Βυζαντινή Αὐτοκρατορία, ὕστερ᾽  ἀπό χίλια ἑκατό χρόνια, ἦταν φυσικό νά διαλυθῆ, μά ἡ Ὀρθοδοξία ἔπρεπε καί εἶχε τή δύναμη νά ζήση, γιά νά στηρίξη τούς λαούς της στήν πικρή αἰχμαλωσία τους. Γι᾽  αὐτό οἱ ὁμολογητές τότε, μέ ἐπικεφαλῆς τόν ἐπίσκοπο τῆς Μητροπόλεως Ἐφέσου Μάρκο τόν Εὐγενικό, γυρίζοντας στήν Πόλη, ὅσοι γύρισαν, ταλαιπωρημένοι ἀπό τή Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας, ἔδιναν τήν ὑπόσχεση καί, σάν καί νά ὡρκίζονταν, ἔλεγαν· «Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία· οὐ ψευσόμεθά σε, πατροπαράδοτον σέβας»[27]. Φαίνεται κι ἐδῶ ὅτι οὔτε κοσμική ἐξουσία οὔτε κρατική ὑπηρεσία εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλά σέβασμα στίς συνειδήσεις τῶν πιστῶν.

κα'.Πηγαίνοντας τώρα στήν Εὐρώπη, δέν πηγαίνομε σάν φτωχοί συγγενεῖς, μόνο γιά νά πάρωμε, ἀλλά καί γιά νά δώσουμε· καί πιστεύομε πώς ἔχομε νά δώσουμε. Ἀλλά πῶς θά πᾶμε καί μέ ποιά ταυτότητα, πού νά δείχνη καί νά βεβαιώνη ποιοί εἴμαστε καί τί φέρνομε μαζί μας; Ὄχι βέβαια μόνο ὡς Ἕλληνες, ἄλλα καί ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί! Αὐτή εἶναι ἡ ταυτότητά μας, κι ὅποιοι δέν τό καταλαβαίνουν ἤ δέν τούς ἀρέσει θά πρέπει νά εἶναι, καθώς ἔλεγε ὁ Μακρυγιάννης, μολεμένοι ἀπό τό πνεῦμα τῆς Δύσης. Ἀλλά θά πρέπει ἐδῶ νά πῶ κάτι τολμηρό, πού ὅμως εἶναι ἀλήθεια· ἡ Ὀρθοδοξία, πού δέν ἡττήθηκε στή Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας, πληρώνει τά δεινά τῆς Δύσης, ἀπό τότε πού κάποιος μεγάλος στήν Ἱστορία ἄνοιξε τίς πύλες, γιά νά μπῆ ἐλεύθερα στήν Ἀνατολή τό πνεῦμα τῆς Εὐρώπης. Τώρα ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική μας οἰκογένεια, ἄν δέν διαλύθηκε, περνάει δύσκολες ἡμέρες· σηκώνει τό σταυρό της καί πορεύεται πρός τήν Ἀνάσταση. Ἐμεῖς οἱ ἄλλοι, σὰν καί νά εἴμαστε μόνοι, βρισκόμαστε στήν ἀνάγκη νά περιμένωμε πάλι ἀπό τή Δύση. Ἀλλά ἡ ἔνταξή μας στήν Εὐρωπαϊκή Κοινότητα δέν εἶναι θέμα μόνο πολιτικό καί οἰκονομικό· εἶναι, καί μάλιστα πρῶτα, θέμα πνευματικό. Πῶς λοιπόν θά πᾶμε στήν Εὐρώπη; Μέ ποιά πνευματική ἐξάρτυση καί μέ ποιά παιδεία; Εἴμαστε λιγοστοί καί ἀνάδελφοι, καθώς ἐλέχθη· ἄν βρεθοῦμε καί ἄοπλοι ἐσωτερικά, κινδυνεύομε νά χαθοῦμε.

κβ'.Ὅταν οἱ Ἰσραηλίτες ἔφευγαν ἀπό τήν Αἴγυπτο γιά τήν Παλαιστίνη, ζήτησαν καί πῆραν ἀπό τούς Αἰγυπτίους ἀργυρὰ καί χρυσά σκεύη καί ἱματισμό, πράγματα πού θά τούς χρειάζονταν γιά τήν πορεία τους στήν ἔρημο καί γιά τήν ἐγκατάστασή τους ἐκεῖ πού θά πήγαιναν. Ἔτσι εἶπε ὁ Θεός στό Μωϋσῆ· «Λάλησον κρυφῇ εἰς τά ὦτα τοῦ λαοῦ καί αἰτησάτω ἕκαστος παρά τοῦ πλησίον σκεύη ἀργυρᾶ καί χρυσᾶ καί ἱματισμόν»[28]. Ἐμεῖς, βγαίνοντας γιά τήν Εὐρώπη, δέν θά πάρωμε κρυφά καί δέν θά κλέψουμε ξένα ἐφόδια. Θά πάρωμε τήν κληρονομιά τῶν πατέρων μας καί τή δική μας περιουσία. Θά πάρωμε μαζί μας τήν Ὀρθοδοξία μας. Ἀμήν.


[1]Θουκιδίδου, ΙΙ, 35.
[2]Γρηγορίου Θεολόγου, Περὶ τῆς ἐν διαλέξεσιν εὐταξίας, ΙΔ´.
[3]Γρηγορίου Θεολόγου, Κατὰ Ἰουλιανοῦ Α´, 5.
[4]Συνοδικόν Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τριώδιον, Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας.
[5]ἔ. ἀ. 
[6]Ἰω. ιη´ 36
[7]Αἰσχύλου, Ἀγαμέμνων, 176-178.
[8]Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Κατὰ Ἰουλιανοῦ Α´, 113.
[9]Ἰω. ια´, 52.
[10]Ἰω. ιστ´, 33.
[11]Φιλαδελφεῦσιν Ἰγνάτιος Ι, 1.
[12]Θεοδ. Στιυδίτου, Ἐπιστ. ΙΙ, 15.
[13]Θουκιδίδου, ΙΙ, 35.
[14]Κολασ. α´, 24-27.
[15]Ἐφεσ. γ´, 8-11.
[16]Α´ Τιμ. γ´15.
[17] Ἰω. Ιδ´6.
[18]Α´ Τιμ. γ´15.
[19]Φιλιπ. γ´20.
[20]Ματθ. ιη´20.
[21]Α´ Τιμ. γ´16.
[22]Ματθ. κη´20.
[23] Β´ Κορ. ιβ´3.
[24]Ματθ. ε´9.
[25]Θεία Λειτουργία, Εἰρηνικά.
[26]Πρβλ. Ἐφες. β´14.
[27]Στίχοι Ἰωσήφ Βρυεννίου.
[28]Ἔξοδ. ΙΑ´2.

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019

Ἦταν τὸ 1982, ποὺ ὁ Μητροπολίτης Σερβίων καὶ Κοζάνης κυρός Διονύσιος, στὸ ἑβδομαδιαῖο γραπτό κήρυγμα Λόγος Οἰκοδομῆς,   ἑρμήνευε τὴ Θεία Λειτουργία. Εἶχαν προηγηθεῖ τὸ 1980, ἡ ἑρμηνεία τῶν Εὐαγγελικῶν περικοπῶν καὶ τὸ 1981 τῶν Ἀποστολικῶν. Τὸ κήρυγμα μοιραζόταν τυπωμένο στοὺς Ναούς σὲ μικρά ὀκτασέλιδα (16,5 Χ 12), ποὺ  στὸ τέλος τοῦ ἔτους δένονταν σὲ βιβλίο. Τὰ τρία αὐτὰ βιβλία ἦταν καὶ τὰ τελευταῖα τῆς σειρᾶς Λόγος Οἰκοδομῆς, ποὺ ἐκδόθηκαν ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη, κλείνοντας μιὰ ἱστορία 35 χρόνων (Οἰκοδομή καὶ Παράκληση, Λόγος Παρακλήσεως, Λόγος Οἰκοδομῆς). Τὰ κηρύγματα αὐτὰ τὰ ἐκφωνοῦσε ὁ ἴδιος στὸν τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό τῆς ΕΡΤ Κοζάνης, κάθε Σάββατο τὸ μεσημέρι, (τὰ τελευταῖα χρόνια, λόγω γήρατος, τὴν ἐκφώνηση τὴν ἀνέθεσε στὸν π. Δημήτριο Χαρισίου). Ἀπ᾽ αὐτή τή σειρά κι ἀπ᾽ τήν ἑρμηνεία τῆς Θ. Λειτουργίας θὰ ἀνεβάζουμε, κατά τό δυνατό, κάθε ἑβδομάδα κι ἕνα κήρυγμα, γιά νὰ «οἰκοδομοῦνται οἱ χριστιανοί… νὰ χτίζεται μέσα τους καὶ νὰ μεγαλώνη ἡ πίστη κι ἡ ἐλπίδα τους στὸ Θεό καὶ ἡ ἀγάπη μεταξύ τους».

1. Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Εὐχαριστοῦμέν σοι καί ὑπέρ τῆς Λειτουργίας ταύτης,
ἥν ἐκ τῶν χειρῶν  ἡμῶν δέξασθαι κατηξίωσας.
Σ’ εὐχαριστοῦμε καί γι’ αὐτήν ἐδῶ τή Λειτουργία,
ποὺ μᾶς ἔκρινες ἄξιους νά δεχθῆς ἀπό τά χέρια μας.

Ἐπάνω στή γῆ κάθε μέρα γίνεται ἕνα ἔργο· εἶναι τό πιό μεγάλο, τό πιό σπουδαῖο καί τό πιό ἱερό ἔργο, πού μποροῦν νά κάμουν οἱ ἄνθρωποι. Εἶναι ἡ θεία Λειτουργία, ἡ συνέχιση τοῦ μυστικοῦ δείπνου πού ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς Χριστός μέ τούς μαθητές του. Οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νά κάμουν πολλά καί μεγάλα ἔργα, μά τίποτε περισσότερο καί πιό σπουδαῖο ἀπό τή θεία Λειτουργία. Αὐτό εἶναι ἕνα μοναδικό προνόμιο, πού ἔδωκε ὁ Θεός στούς ἀνθρώπους, γιατί οὔτε οἱ Ἄγγελοι μποροῦν νά τελέσουν τή θεία Λειτουργία. Στή θεία Λειτουργία οἱ Ἄγγελοι συνεργάζονται μέ τούς ἀνθρώπους, καθώς τό ἀκοῦμε στό τροπάριο τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνα· «καί ἐν τῷ μέλπειν τάς ἁγίας σου εὐχάς, ἀγγέλους ἔσχες συλλειτουργοῦντάς σοι», κι ὅταν ἔκανες τή θεία Λειτουργία, οἱ ἄγγελοι συλλειτουργοῦσαν μαζί σου. Πραγματικά σ’ αὐτό πού μέ τά χέρια τοῦ ἱερέα γίνεται ἐπάνω στήν ἁγία Τράπεζα, καθώς γράφει ὁ ἀπόστολος Πέτρος, «ἐπιθυμοῦσιν ἄγγελοι παρακύψαι», οἱ ἄγγελοι ἐπιθυμοῦν νά σκύψουν καί νά δοῦν.

Λειτουργία θά πῆ δημόσιο ἔργο, ἔργο δηλαδή γιά τό λαό, τό λαό τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία προσεύχεται γιά ὅλο τόν κόσμο, ἀλλά τελεῖ τή θεία Λειτουργία μόνο γιά τούς πιστούς, «Ὑπέρ τῶν εὐσεβῶν καί ὀρθοδόξων χριστιανῶν». Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, καί ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σάν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιά τό λαό τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δέν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικά οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά κάθε φορὰ ὁ λαός τοῦ Θεοῦ μέ τούς ἱερεῖς του τελοῦν τή θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαός τοῦ Θεοῦ, δέν ἐννοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκούς ἀπό τούς κληρικούς, ἀλλά καί τούς λαϊκούς καί τούς κληρικούς· ὅλοι μαζί καί λαϊκοί καί κληρικοί εἴμαστε ὁ λαός τοῦ Θεοῦ.
Δέν εἶναι εὔκολο νά ποῦμε τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τό καταλαβαίνομε ὅμως καί τό ζοῦμε αὐτό τό πρᾶγμα, ὅταν τελοῦμε τή θεία Λειτουργία. Ὅταν εἴμαστε μέσα στό ναό καί γίνεται ἡ θεία Λειτουργία, ἐμεῖς δέν παρακολουθοῦμε ἁπλῶς σάν θεατές ὅ,τι γίνεται, ἀλλά εἴμαστε ἐμεῖς ὅλοι πού λειτουργοῦμε. Ἐμεῖς εἴμαστε ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, κι ἐμεῖς τελοῦμε τή θεία Λειτουργία, μέ τούς λειτουργούς τῆς Ἐκκλησίας, πού μέ τή χειροτονία ἔχουν τή χάρη τῆς ἱερωσύνης. Γι᾽ αὐτό ὅλες οἱ εὐχές κι ὅλοι οἱ ὕμνοι τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι γραμμένοι ἔτσι, πού νά φαίνεται πώς δέν λειτουργεῖ μόνος ὁ ἱερέας, ἀλλά ὅλοι οἱ χριστιανοί πού εἶναι μέσα στό ναό. «Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν» λέει ὁ διάκονος καί «Πρόσχωμεν»,καί τό λέει γιά ὅλο τὸ λαό, γιατί ὅλοι εἴμαστε ἡ Ἐκκλησία κι ὅλοι μαζί τελοῦμε θεία Λειτουργία.
Κάθε φορὰ πού μαζευόμαστε στό ναό λέμε πώς ἔχομε σύναξη, καί σύναξη θά πῆ, ὄχι ὅτι πᾶμε στήν Ἐκκλησία, ἀλλά ὅτι συναζόμαστε γιά νά γίνωμε ἡ Ἐκκλησία· ἡ σύναξή μας αὐτή δείχνει πώς εἴμαστε ἡ Ἐκκλησία. Μά ἀκόμα πολύ περισσότερο εἴμαστε ἡ Ἐκκλησία, ὄχι μόνο ὅταν συναζώμαστε, ἀλλά ὅταν μαζί μέ τόν ἱερέα τελοῦμε τή θεία Λειτουργία. Στή θεία Λειτουργία φαίνεται τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἡ λειτουργική σύναξη εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἡ θεία Λειτουργία εἶναι τό κέντρο ὅλων των ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, πού γίνονται ἀπό τήν Ἐκκλησία μέσα στό ναό. Πάντα μέ τήν παρουσία μεταξύ μας τοῦ ἱερέα, γιατί χωρίς ἱερέα καί χωρίς θεία Λειτουργία δέν εἴμαστε Ἐκκλησία, ἀλλά μιά ἁπλή συγκέντρωση, σάν ἐκεῖνες πού κάνουν τά σωματεῖα καί οἱ σύλλογοι. Ἐκκλησία θά πῆ ὁ λαός, ὁ ἱερέας καί ἡ ἁγία Τράπεζα, δηλαδή ἡ θεία Λειτουργία. Ἡ θεία Λειτουργία δέν εἶναι βέβαια κάτι πού τό σκέφτηκαν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά εἶναι τό μεγάλο καί θειότατο Μυστήριο, πού τό ἵδρυσε καί τό σύστησε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Γιά  νά τό ποῦμε καλύτερα, ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἵδρυσε τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας καί ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τή θεία Λειτουργία, συνεχίζοντας τό μεγάλο καί θειότατο Μυστήριο. Γι’ αὐτό ἡ θεία Λειτουργία λέγεται καί θεία Εὐχαριστία κι εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα, ἡ ἱερή δηλαδή καί ἁγία τελετή τῆς Ἐκκλησίας, στήν ὁποία συνεχίζεται ἀναίμακτα ἡ θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἡ θεία Λειτουργία ἤ ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι ἡ ἴδια θυσία πού ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, προσφέροντας ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό του γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. Τό βράδυ στό μυστικό δεῖπνο, ἔκοψε τό ψωμί, ἔδωκε στούς μαθητές του καί τούς εἶπε· «Λάβετε φάγετε · τοῦτό ἐστι τό σῶμα μου...». Εὐλόγησε ὕστερα τὸ ποτήριο, ἔδωκε στούς μαθητές του καί τούς εἶπε· «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτό ἐστι, τό αἷμά μου...».Καί τίς δυό φορές εἶπε καθαρά καί ἐννοοῦσε κυριολεκτικά αὐτό πού ἔλεγε· «αὐτό εἶναι τό σῶμα μου» καί «αὐτό εἶναι τό αἷμα μου». Ἀλλά δέν τούς ἐβεβαίωσε μόνο γι’ αὐτό, ἀλλά καί τούς ἔδωκε ἐντολή καί τούς εἶπε· «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησι»,αὐτό νά κάνετε, γιά νά μέ ἐνθυμῆσθε. Ἔτσι λοιπόν ἡ Ἐκκλησία τώρα, μέ τήν ἐντολή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τελεῖ τή θεία Λειτουργία καί συνεχίζει τήν ἴδια θυσία καί τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας.
Μέσα στά λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πρός τούς μαθητές του εἶναι καί ἡ συνέχιση τῆς θυσίας καί ἡ κοινωνία ἀπό τό σῶμα καί τό αἷμα του. Ἡ Λειτουργία δηλαδή καί ἡ θεία Εὐχαριστία δέν εἶναι μόνο θυσία καί ἀνάμνηση τοῦ μυστικοῦ δείπνου, ἀλλά καί ἡ κοινωνία τῶν πιστῶν. Ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τή θεία Λειτουργία καί συνεχίζει τή θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά νά κοινωνήσουμε τό σῶμα καί τό αἷμα του. Ὅταν λέμε θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐννοοῦμε τό σταυρικό του θάνατο, ἀλλά καί τήν ὕστερ’ ἀπό τρεῖς ἡμέρες ἀνάστασή του. Κι ὅταν τελοῦμε τή θεία Λειτουργία, καθώς τό λέει σέ μιά εὐχή ὁ λειτουργός ἱερέας, «τόν θάνατον αὐτοῦ καταγγέλλομεν, τήν ἀνάστασιν αὐτοῦ ὁμολογοῦμεν».Ὅταν ὁ Ἰησοῦς Χριστός στό μυστικό δεῖπνο σύστησε τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, μιλοῦσε γιά τό θάνατο καί τήν ἀνάστασή του. Γιά τό ἅγιο σῶμα του, πού θά πέθαινε στό σταυρό καί γιά τό τίμιο αἷμα του, πού θά ἔρρεε ἀπό τήν πλευρά του. Γιά τό σῶμα του, πού ἔλαβε κατά τήν ἐνανθρώπησή του καί πού σέ τρεῖς μέρες θά ἀνασταινότανε ἄφθαρτο καί ἀθάνατο, αὐτό πού στό θεῖο μυστήριο μεταδίδεται τώρα «εἰς βρῶσιν τοῖς πιστοῖς, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον».
Ἀλλά γιά ὅλ’ αὐτά δέν μποροῦμε νά ποῦμε τώρα σέ μιά ὁμιλία· εἶναι καί πολλά καί μεγάλα τὰ θέματα τῆς θείας Λειτουργίας, γιά τά ὁποῖα πρέπει νά μιλήσουμε. Γι’ αὐτό, ὕστερ᾽ ἀπό τήν εἰσαγωγική αὐτή ὁμιλία, θά συνεχίσουμε γιά ὅλο το χρόνο, ἄν ὁ Θεός μᾶς δώση ζωή, νά ἐξηγοῦμε τή θεία Λειτουργία. Θά πάρωμε ἀπό τήν ἀρχή τήν ἱερή τελετή, ὅπως τήν βλέπομε καί τήν ἀκοῦμε νά γίνεται στό ναό, καί θά ἐξηγήσουμε μέ τή σειρά ὅσα λέγονται σ’ αὐτήν καί γίνονται. Τότε θά μπορέσουμε ὅσα σήμερα εἴπαμε πολύ γενικά νά τά δοῦμε σέ κάθε τους λεπτομέρεια καί νά τά καταλάβωμε ὅσο  μᾶς εἶναι δυνατόν. Γιατί ὅλα ὅσα γίνονται στή θεία Λειτουργία δέν τά χωράει τό μυαλό μας, γι’ αὐτό πρέπει νά ἔχωμε πίστη γιά νά τά ζοῦμε μέσα μας. Εἶναι πάντα πολύ περισσότερο ἕνα πράγμα νά τό ζοῦμε μέσα μας παρά μόνο νά τό καταλαβαίνωμε στεγνά μέ τό μυαλό μας. Καί ἡ θεία Λειτουργία δέν εἶναι μιά νεκρή, ἀλλά ζωντανή πράξη τῆς Ἐκκλησίας, πού τόσο καλύτερα τήν καταλαβαίνομε, ὅσο πιό ζωντανά μετέχομε σ’ αὐτήν. Ὄχι ὅταν παρακολουθοῦμε σάν θεατές ὅσα γίνονται μέσα στό ναό, ἀλλά ὅταν εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι πού ζωντανά τελοῦμε τή θεία Λειτουργία. Θά τό ἐπαναλάβωμε καί θά τό ξαναποῦμε, αὐτό πού εἶναι βασική ἀλήθεια καί θεία πραγματικότητα· δέν εἶναι δηλαδή ἡ Ἐκκλησία κάτι ξένο κι ἔξω ἀπό μᾶς, πού λειτουργεῖ κι ἐμεῖς πηγαίνομε στή θεία Λειτουργία, μά ἐμεῖς συναγμένοι εἴμαστε ἡ Ἐκκλησία, πού κάθε φορᾶ τελοῦμε τή θεία Λειτουργία.

Αὐτές λοιπόν οἱ ὁμιλίες αὐτῆς τῆς σειρᾶς αὐτόν τό σκοπό ἔχουν· νά μᾶς ἐξηγήσουν ὅ,τι γίνεται στή θεία Λειτουργία, γιά νά δοῦμε ποιά εἶναι ἡ θέση μας καί τί πρέπει κι ἐμεῖς νά κάνωμε, ὅταν λειτουργῆ ἡ Ἐκκλησία. Θά προσπαθήσουμε καί τά λόγια τῆς θείας Λειτουργίας νά ἐξηγήσουμε καί τή σημασία ὅσων γίνονται νά ἑρμηνεύσουμε. Τά θέματα βέβαια τῆς θείας Λειτουργίας ἔχουν ὅλα ἕνα πολύ βαθύ νόημα, πού δέν μποροῦμε εὔκολα νά τό συλλάβωμε καί νά τό ἐκφράσουμε· δέν μποροῦμε πάντα νά ἐκφράσουμε ὅσα θά σκεφθοῦμε, γιατί ὅσα μπορεῖ νά σκεφθῆ ὁ νοῦς δέν μπορεῖ νά τά ἐκφράση τό στόμα. Μά κι ὅσα μπορεῖ νά πῆ τό στόμα δέν μποροῦμε εὔκολα νά τά γράψουμε, μ’ ἕναν τέτοιο τρόπο ὄχι μόνο ἁπλό, μά καί ὄμορφο, ἔτσι πού νά μᾶς διαβάζουν ὅλοι μέ εὐχαρίστηση καί νά μᾶς καταλαβαίνουν. Καί πρίν ἀπ’ ὅλα νά οἰκοδομοῦνται, γιατί σκοπός μας πάντα εἶναι ὄχι ἁπλῶς νά μαθαίνουν, ἀλλά νά οἰκοδομοῦνται οἱ χριστιανοί, πού θά πῆ νά χτίζεται μέσα τους καί νά μεγαλώνη ἡ πίστη κι ἡ ἐλπίδα τους στό Θεό καί ἡ ἀγάπη μεταξύ τους. Μά ἄς εὐχηθοῦμε, καί εὐχηθῆτε καί σεῖς πού ἀκοῦτε καί διαβάζετε τοῦτο τό κήρυγμα, νά μᾶς δίνη ὁ Θεός ζωή καί δύναμη, γιατί αὐτός εἶναι ὁ ζωοδότης καί μόνος δυνατός πάντα καί στούς ἀτελεύτητους αἰῶνες. Ἀμήν.





















Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

Ἀναχωρησάντων τῶν Μάγων...
π. Χρήστου Ζαχαράκη
Ἡ ἁμαρτία ὅλων ὅσων ἐπαγγέλουμε τὸ Εὐαγγέλιο συνίσταται στὸ ὅτι μεγιστοποιοῦμε τὸ ἔλασσον ἀντὶ νὰ ἐπιλέγουμε τὸ μεῖζον. Ὅταν ἕνας λαὸς δέχεται τὴν ἐξουθένωση, τὸ ἔργο μας δὲν ὁλοκληρώνεται στὸ αὐτονόητο, ποὺ εἶναι τὸ ψωμί, ἀλλὰ στήν ἀνάσταση, ποὺ μέσα στὶς κοινωνικές της προεκτάσεις προϋποθέτει καὶ τὴ σύγκρουση μὲ τὸ κάθε τι ποὺ ἐξουσιάζει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο καὶ δεσμεύει τὴν ἐλευθερία του. 
Ὅταν κάποτε ἡ Μαρία, ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, ἄλειψε τὰ πόδια τοῦ Κυρίου μὲ ἀκριβὸ μῦρο, καὶ ὁ Ἰούδας ὑποκριτικὰ δυσφόρησε, γιατὶ θὰ μποροῦσε τὸ μῦρο νὰ πουληθεῖ καὶ νὰ δοθοῦν τὰ χρήματα στοὺς πτωχούς, ὁ Χριστὸς τοῦ εἶπε: «ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό·  τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ' ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε». Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἰησοῦ σαφῶς καὶ δὲν δείχνουν ἀδιαφορία γιὰ τοὺς φτωχούς,  θέλουν ὅμως νὰ τονίσουν τὸ οὐσιαστικό καὶ μεῖζον, ποὺ εἶναι ἡ ζωντανὴ παρουσία του. Αὐτὸ ἀκριβῶς λείπει σήμερα, ὁ Χριστός! Μιλοῦμε γιὰ τὸ Χριστό χωρὶς τὸ Χριστό καὶ, γιά νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς, μὲ τὴν  «ἀσφάλεια» τῆς  ἀπουσίας του. 
Οἱ μάγοι ἔφυγαν… Ἄν θέλουμε νὰ δοῦμε τὶς ἐλπίδες μας νὰ μεγαλώνουν χωρὶς τὴν ἀπειλὴ τοῦ Ἠρώδη, κι ἄν θέλουμε νὰ κάνουμε τὴν ἐξουσία νὰ ἀνησυχεῖ, ἄς πάρουμε ἐμεῖς τὴ θέση τῶν μάγων κι ἄς ἀναζητοῦμε  φανερὰ «ποῦ ὁ Χριστός γεννᾶται». Ὅσο πιὸ πολὺ ἁπλώνεται τὸ σκοτάδι γύρω μας, τόσο περισσότερο λάμπει τὸ ἀστέρι τῆς Βηθλεέμ!

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

Περὶ νηστείας
π. Χρήστου Ζαχαράκη
Τὸ μόνο  πνευματικό ἀγώνισμα, τὸ ὁποῖο ἀναδεχόμαστε, κατὰ τὸ μᾶλλον ἤ ἦττον, στὴν εὐλογημένη αὐτή περίοδο εἶναι ἡ νηστεία. Τὸ μόνο πνευματικό ἀγώνισμα, τὸ ὁποῖο τόσο πολὺ ἀπογυμνώνουμε πνευματικὰ εἶναι ἡ νηστεία. Τὸ  «ἕν οὗ ἐστὶ χρεία» χάνεται μέσα στὴ μέριμνα γιὰ τὰ νηστήσιμα. Ἡ φροντίδα ἁπλῶς νὰ ὑποκαταστήσουμε τὰ ἀρτύσιμα,  ἀκυρώνει τὸν ἴδιο τὸ χαρακτήρα της, τὸν λιτό καὶ ἀσκητικό.  Ὅμως καθὼς ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέγει, «τιμὴ γὰρ νηστείας οὐχὶ σιτίων ἀποχή, ἀλλ᾽ ἁμαρτημάτων ἀναχώρησις· ὡς ὅ γε τῇ τῶν βρωμάτων ἀποχῇ μόνον ὁρίζων τὴν νηστείαν, οὗτός ἐστιν ὁ μάλιστα ἀτιμάζων αὐτήν». 

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Η´ΜΑΤΘΑΙΟΥ

+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

ΚΥΡΙΑΚΗ Η´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Ἡ ἀποστολική περικοπή στήν αὐριανή θεία Λειτουργία μᾶς δίνει ἀφορμή, ἐξηγώντας τά θεόπνευστα λόγια, νά ὁμιλήσουμε πάλι γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἑνότητα, καθώς ὁμολογοῦμε στό ἱερό Σύμβολο τῆς πίστεως, εἶναι ἡ πρώτη ἰδιότητα τῆς Ἐκκλησίας·«Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν»[1]. Ἡ Ἐκκλησία πρῶτα εἶναι μία κι ὕστερα ἁγία, καθολική καί ἀποστολική. Ἄν δέν εἶναι μία, καμμία ἐγγύηση καί βεβαιότητα ὑπάρχει πώς εἶναι ὅλα τὰ ἄλλα. Ἀρχίζοντας τήν πρώτη ἐπιστολή του πρός Κορινθίους, ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν γράφει γιά τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα θεωρητικά. Ἔχει πραγματικά καί συγκεκριμένα γεγονότα, στά ὁποῖα ἀναφέρεται καί γιά τά ὁποῖα γράφει. Ἄς ἀκούσωμε τό ἱερό κείμενο σέ νεοελληνική γλωσσική ἀπόδοση.
+«Ἀδελφοί, σᾶς παρακαλῶ στό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, νά λέτε ὅλοι το ἴδιο καί νά μήν ὑπάρχουν μεταξύ σας σχίσματα, ἀλλά νά ταιριάζετε καί νά συμφωνῆτε στήν ἴδια σκέψη καί στήν ἴδια γνώμη. Γιατί μοῦ εἶπαν γιά σᾶς, ἀδελφοί μου, ἄνθρωποι τῆς Χλόης πώς ὑπάρχουν μεταξύ σας ἔριδες. Καί ἐννοῶ τοῦτο, ὅτι ἄλλος ἀπό σᾶς λέγει· ´´Ἐγώ εἶμαι τοῦ Παύλου´´· ἄλλος ´´Ἔγω εἶμαι τοῦ Ἀπολλώ’´· ἄλλος ´´Ἐγώ εἶμαι τοῦ Κηφᾶ´’· ἄλλος ´‘Ἐγώ τοῦ Χριστοῦ’´. Κομματιάστηκε λοιπόν ὁ Χριστός; Μήν τάχα καί σταυρώθηκε ὁ Παῦλος γιά σᾶς; Ἤ μή καί βαπτισθήκατε στό ὄνομα τοῦ Παύλου; Δόξα “τῷ Θεῷ”! Κανέναν ἀπό σᾶς δέν βάπτισα παρά μόνο τόν Κρίσπο καί τόν Γάϊο, γιά νά μήν πῆ κανείς ὅτι στό ὄνομά μου βάπτισα. Βάπτισα ἀκόμα καί τό σπιτικό του Στεφανᾶ· λοιπόν δέν ξέρω ἄν βάπτισα κανέναν ἄλλο. Γιατί ὁ Χριστός δέν μ’ ἔστειλε νά βαπτίζω, ἀλλά νά κηρύττω τό Εὐαγγέλιο, καί νά κηρύττω χωρίς ρητορική τέχνη, γιά νά μήν ξεπέση ὁ σταυρικός θάνατος τοῦ Χριστοῦ».
Ἀπ’ ὅλα τα ζητήματα, πού ἀπασχολοῦσαν τήν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου, γιά τά ὁποῖα καί θά γράψη στήν ἐπιστολή του, τόν Ἀπόστολο ἐνδιαφέρει πρῶτα ἡ ἐκκλησιαστική ἑνότητα. Μά καί τό πόσο εἶναι δύσκολο νά διαλυθοῦν οἱ φατρίες καί νά μονοιάσουν οἱ ἄνθρωποι τό ξέρει ὁ Ἀπόστολος καί τό βλέπομε στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο γράφει. Πρῶτα παρακαλεῖ κι ὕστερα παίρνει βοηθό τοῦ τόν Ἰησοῦ Χριστό· «παρακαλῶ ὑμᾶς διά τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ»[2]. Λέγει ἐδῶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὅτι «παρακαλεῖ διά τοῦ Χριστοῦ, ὡς οὐδέ αὐτός ἀρκῶν μόνος ταύτην θέσθαι τήν ἱκετηρίαν καί πεῖσαι»[3]·  δηλαδή, παίρνει σύμμαχό του τόν Ἰησοῦ Χριστό, γιατί αἰσθάνεται πώς τοῦ χρειάζεται πολλή δύναμη, γιά νά κάμη αὐτή τήν παράκληση καί νά μπορέση νά πείση αὐτούς πού φατριάζουν καί ἐρίζουν μεταξύ τους. Εἰδικά μέ τό «παρακαλῶ» αὐτό τοῦ Ἀποστόλου θά θέλαμε νά τονίσουμε ὅτι γιά τούς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας ἄλλος καλύτερος τρόπος ποιμαντικῆς διοίκησης δέν ὑπάρχει ἀπό τό νά παρακαλοῦν. Οἱ ἐντολές κι οἱ διαταγές εἶναι γιά τήν πολιτική καί στρατιωτική διοίκηση καί δέν ἔχουν θέση στήν Ἐκκλησία. Πόσοι βέβαια καταλαβαίνουν καί ἐκτιμοῦν τό «παρακαλῶ» εἶναι ἄλλο ζήτημα, πού δέν βασανίζει λίγο τοὺς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν βρίσκωνται σέ πολύ δύσκολη θέση καί δέν ξέρουν πῶς νά συνδυάσουν τήν ἐπιείκεια μέ τήν αὐστηρότητα.
Αὐτό πού συνέβαινε στήν Κόρινθο εἶναι ἕνα κλασσικό παράδειγμα φατριασμοῦ καί διαίρεσης στήν Ἐκκλησία. Ἐκεῖνο δέ πού θά πρέπει νά μήν παρατρέξουμε εἶναι ὅτι ὁ διχασμός κι ἡ διαίρεση αὐτή συμβαίνει πάντα ἐξαιτίας τῶν προσώπων καί γιά χάρη τῶν προσώπων. Αὐτό εἶναι πολύ φυσικό, ἀφοῦ τίποτε γυμνό κι ἀπρόσωπο δέν ὑπάρχει στήν Ἐκκλησία. Αὐτό θά πῆ πώς καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ διδαχή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἑνότητα καί ἡ εἰρήνη στήν Ἐκκλησία, τό σχίσμα καί ἡ αἵρεση, ὅλ’ αὐτά δέν εἶναι θεωρητικά καί ἰδεατά, ἀλλά προσωπική μαρτυρία καί κοινωνία. Γιά νά ὁμιλήσουμε πιό ἁπλά· οἱ χριστιανοί δέν πιστεύουν σέ ἰδέες καί σέ θεωρητικά σχήματα, ἀλλά στό Θεό καί στό ἔργο τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. Καί δέν μονοιάζουν καί δέν χωρίζονται παρά σηκώνοντας γιά σημαία ἕνα πρόσωπο· τόν Παῦλο, τόν Ἀπολλώ, τόν Κηφά. Ἐδῶ τώρα φαίνεται ἡ ἀξία τῶν Ἁγίων γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ προσοχή τῶν ποιμένων γιά νά κρατήσουν ἑνωμένους τούς πιστούς. Ἡ ἀνθρώπινη ματαιοδοξία μπορεῖ νά κάμη μεγάλο κακό στήν Ἐκκλησία μέ τήν προσωπολατρία, ἀλλ’ ὅμως σκοπός δέν εἶναι νά ἀγαποῦν οἱ πιστοί καί νά λατρεύουν τόν ποιμένα, ἀλλά νά ἀγαπᾶ ὁ ποιμένας τούς πιστούς. Ἀλλιῶς τά πράγματα πᾶνε ἀλλοῦ, κι ἐκεῖνοι πού τάχθηκαν γιά νά τηροῦν τήν ἑνότητα γίνονται αἴτιοι νά σχίζεται καί νά διχάζεται ἡ Ἐκκλησία. Ὅλα τα σχίσματα κι ὅλες οἱ αἱρέσεις στήν ἱστορική ζωή τῆς Ἐκκλησίας πῆραν ἕνα ὄνομα, κι αὐτό εἶναι τό ὄνομα ἑνός ἀνθρώπου, πού θέλησε νά ὑποκατασταθῆ στή θέση τῆς ἀλήθειας, δηλαδή τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Ἀπόστολος μέ κανέναν τρόπο δέν τολμᾶ καί δέν ἀνέχεται γιά τόν ἑαυτό τοῦ τέτοιο πρᾶγμα. Γι’ αὐτό καί διαμαρτύρεται ἔντονα· «Μεμέρισται ὁ Χριστός; Μή Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπέρ ὑμῶν; Ἤ εἰς τό ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;»[4]. Μακάρι ὅλοι οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, μικροί καί μεγάλοι, νά εἴχαμε τή συναίσθηση τῆς εὐθύνης τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Μακάρι τό ἴδιο νά φοβούμασταν γιά τό σχίσμα ἐξαιτίας μας καί τή διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας. Μακάρι μέ τόν ἴδιο τρόπο νά διαμαρτυρόμασταν καί νά μή λέγαμε «Ἐμένα μ ’ ἀγαπάει ὁ λαός καί μέ λατρεύει». Ὁ Θεός δέν μᾶς ἔστειλε γιά νά μᾶς ἀγαπάη ὁ λαός, ἀλλά γιά ν’ ἀγαπᾶμε ἐμεῖς τό λαό. Κι ἄν μᾶς ἀγαπάη ὁ λαός, «δόξα τῷ Θεῷ», μά ἐμεῖς ἄς μήν τόν ξερωμε κι ἄς ἔχωμε πάντα το φόβο μήπως καί γίνωμε αἰτία σχίσματος καί φατρίας στήν Ἐκκλησία. Ὁ Ἀπόστολος, γιά τό φόβο προσωπολατρίας καί διαίρεσης στήν Ἐκκλησία, προχωρεῖ ἀκόμα ἕνα βῆμα· Ἀποφεύγει νά βαπτίζη. Ὄχι πώς ὑποτιμᾶ τό Μυστήριο, ἀλλά φυλάγεται ἀπό προσωπικές εὔνοιες καί συμπάθειες, πού εἶναι φυσικό νά δημιουργοῦνται σέ βάρος τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας.
Ἄς τό ποῦμε κι ἄς τό κηρύξουμε φανερά, μέ φόβο νά μᾶς κατηγορήση κάποιος ὅτι σήμερα ἡ ὁμιλία μας δέν ἀπευθύνεται στό λαό, ἀλλά στόν ἱερό κλῆρο καί στούς ποιμένες τοῦ λαοῦ. Ἄς τό ποῦμε λοιπόν φανερά· ὁ λαός δέν φατριάζει καί δέν χωρίζεται μόνος του, ἀλλ’ ἐξαιτίας τῶν ποιμένων του, πού ὅσο περισσότερο πιστεύουν πώς εἶναι καλοί, τόσο καί πιό πολύ κακό μπορεῖ νά κάμουν στήν Ἐκκλησία. Οἱ Ἅγιοι δέν τό ξέρουν πώς εἶναι ἅγιοι, ἀλλά πάντα φοβοῦνται πώς εἶναι ἁμαρτωλοί. Μά οὔτε καί τήν ἁμαρτωλότητά τους τήν διαφημίζουν, γιατ’ εἶναι κι αὐτός ἕνας ἄλλος τρόπος αὐτοπροβολῆς, πού δέν τόν θέλει ὁ Θεός οὔτε συμφέρει στήν Ἐκκλησία. Μόνο προσέχουν, γιατί κι ὁ Ἀπόστολος, στήν περίφημη ἐκείνη ὁμιλία του στή Μίλητο πρός τούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας, αὐτό συνιστᾶ, τήν προσοχή «Προσέχετε ἑαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίῳ»[5]. Σημασία πάλι ἐδῶ ἔχει τό «παντί τῷ ποιμνίῳ»,γιατί αὐτό κάνουν οἱ ἀρχηγοί τῶν σχισμάτων, χωρίζουν τούς πιστούς, καθώς λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, σέ «υἱούς εὐλογίας»καί σέ «υἱούς κατάρας»[6]· οἱ μισοί εἶναι δικοί μας κι οἱ ἄλλοι μισοί ξένοι.
Ἡ σταυρική θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι τό κεντρικό γεγονός στό μυστήριο τῆς σωτηρίας. Καί τό μυστήριο τοῦτο ἡ Ἐκκλησία δέν τό ἑρμηνεύει, ἀλλά τό προσκυνάει· «τόν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα...».Κάθε διαλεκτική καί κάθε ρητορεία, γιά νά ἑρμηνευθῆ τό μυστήριο, εἶναι κένωση τοῦ Σταυροῦ, ἄδειασμα δηλαδή τοῦ μυστηρίου. Μέ τή φιλοσοφία καί τή ρητορεία τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ ξεπέφτει σέ μιά κοινή ὑπόθεση, πού πᾶμε νά τή στηρίξουμε μέ δικούς μας συλλογισμούς καί νά τήν ὡραιοποιήσουμε μέ ρητορικά σχήματα. Ὁ Ἀπόστολος δέν ἐπιτρέπει στόν ἑαυτό του τέτοια, πού θά ἦταν ὄχι μόνο ἀσέβεια πρός τό μυστήριο, μά καί σέ βάρος τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό εἶναι κάτι, πού δέν τό κρίνει ἀπό μόνος του ὁ Ἀπόστολος, ἀλλά τό βλέπει καί τό αἰσθάνεται ἐπάνω του ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, πού τόν ἔστειλε νά εὐαγγελίζεται«οὐκ ἐν σοφίᾳ λόγου, ἵνα μή κενωθῇ ὁ σταυρός...»[7]. Ὄχι μόνο γιατί δέν ἑρμηνεύεται τό μυστήριο, ἀλλά καί γιατί οἱ ἄνθρωποι, καθώς πάλι λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ληροῦν καί περιχάσκουν, γύρω ἀπό τούς μεγαλόστομους ρήτορες. Ὁ Ἀπόστολος, ἀντί γιά τή διαλεκτική καί τή ρητορεία, προτιμᾶ νά παρακαλῆ, διδάσκοντας καί τούς ποιμένες τοῦ λαοῦ νά κάνουν κι αὐτοί τό ἴδιο. Ἀμήν.
ὁ Σ.Κ.Δ.





[1]Σύμβολον τῆς Πίστεως, ἄρθρον 9.
[2]Α' Κορ. 1, 10.
[3]Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὑπόθεσις τῆς Α' πρός Κορινθίους Ἐπιστολῆς. MPG61,21.61.
[4]Α' Κορ. 1, 13-14.
[5]Πράξ. 20, 28.
[6]Πράξ. 20, 28.
[7]Α' Κορ. 1, 18.