Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Τῶν Μυροφόρων


Ὅταν ὁ φόβος καὶ οἱ «λογικοὶ» ὑπολογισμοὶ βασάνιζαν τὸ μυαλὸ τῶν μαθητῶν, οἱ Μυροφόρες γυναῖκες ἔδειχναν πὼς τὶς μεγάλες ὑπερβάσεις τὶς κάνει πάντα ἡ καρδιά! Ἡ καρδιὰ, ποὺ ὁδηγημένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ἀψηφᾶ κάθε «λογικὸ» κοινωνικό φραγμό καὶ ὅριο, ποὺ ἀψηφᾶ τὸν ἴδιο τὸ θάνατο. Καὶ τὸ θάνατο μονάχα ἡ ἀγάπη μπορεῖ νὰ τὸν ἀψηφήσει… Μόνο οἱ γυναῖκες θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, γιατὶ εἶναι αὐτὲς ποὺ ὑπηρετοῦν τὴ ζωή, εἶναι αὐτὲς ποὺ ἀκολουθοῦν, πότε μὲ τὸν πόνο καὶ πότε μὲ τὴ χαρὰ,  ὁλόκληρο τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς, σ᾽ὁλόκληρη τὴν πορεία του, ἀπὸ τὰ σπλάχνα τους μέχρι τὰ σπλάχνα τῆς γῆς, κι ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς γῆς μέχρι τὴν Ἀνάσταση! Γι᾽  αὐτὲς ἡ Ἀνάσταση δὲν εἶναι ὑπόθεση, ἀλλὰ προσδοκία!   (π. Χρήστου Ζαχαράκη)

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Σήμερον ἔαρ μυρίζει…

π. Χρήστου Ζαχαράκη

«Σήμερον ἔαρ μυρίζει καί καινή κτίσις ἀγάλλεται...» ψάλλει σήμερα ἡ Ἐκκλησία, πού σημαίνει  ὅτι ἡ ἐλπίδα ἄνθισε.  Αὐτό  μᾶς πρόσφερε  ἡ  Ἀνάσταση: τή χαρά τῆς ὀμορφιᾶς καί  τῆς ἀνθοφορίας, πού εἶναι ἡ εἰδοποιός διαφορά πού ἐξυψώνει τήν ψυχή καί δίνει ὑπόσταση στήν ἐλπίδα.
Ὅσο καί νά καλλιεργεῖς τήν ψυχή, ὅσο καί νά πλουτίζεις τό πνεῦμα, ὅσο καί νά ἁπλώνεις τήν καρδιά, ἄν δέν ὑπάρχει ἐλπίδα ν'  ἀνθίσουν, τότε τά πάντα εἶναι μάταια, στό τέλος μαραίνονται, δέν σοῦ δίνουν τήν αἴσθηση τῆς ζωῆς καί τή χαρά τῆς νίκης.

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ΝΗΣΤΕΙΩΝ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μαρκ. 10,32-45)

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅσο πλησιάζει ὁ καιρὸς γιὰ τὸ ἑκούσιο Πάθος του, τόσο καὶ πιὸ καθαρὰ ὁμιλεῖ γι’ αὐτὸ στοὺς μαθητές του. Ἀνεβαίνοντας γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα τοὺς λέγει στὸ δρόμο καὶ τοὺς προετοιμάζει γιὰ ὅσα τὸν περιμένουν ἐκεῖ. Πιὸ πρῶτα τοὺς εἶπε γιὰ τὸ Σταυρό, ποὺ πρέπει νὰ σηκώση ὅποιος θὰ ἤθελε νὰ πάη κοντά του καὶ νὰ γίνη μαθητής του. Τώρα τοὺς λέγει γιὰ τὸ δικό του Σταυρὸ καὶ τὸ θάνατο ποὺ τὸν περιμένει στὰ Ἱεροσόλυμα. Δὲν παραλείπει ὅμως νὰ τοὺς πῆ ὅτι «τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται». Τὸ ἴδιο τώρα καὶ ἡ Ἐκκλησία, ὅσο πλησιάζομε στὶς ἅγιες ἡμέρες, μᾶς προετοιμάζει μὲ τὰ κατάλληλα ἀναγνώσματα ἀπὸ τὰ θεῖα Εὐαγγέλια. Ἄς ἀκούσωμε λοιπὸν στὴ γλώσσα μας τὴν αὐριανὴ εὐαγγελικὴ περικοπή· μᾶς προμηνάει τὶς ἡμέρες ποὺ μᾶς ἔρχονται καὶ μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὴν ὑποδοχή τους.
«Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ πῆρε ὁ Ἰησοῦς τοὺς δώδεκα μαθητές του κι ἄρχισε νὰ τοὺς λέγη ἐκεῖνα ποὺ ἔμελλαν νὰ τοῦ συμβοῦν, ὅτι «Νὰ ἀνεβαίνομε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ παραδοθῆ στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς, καὶ θὰ τὸν καταδικάσουν σὲ θάνατο, καὶ θὰ τὸν παραδώσουν στὴ ρωμαϊκὴ ἐξουσία, καὶ θὰ τὸν ἐμπαίξουν, καὶ θὰ τὸν μαστιγώσουν, καὶ θὰ τὸν φτύσουν, καὶ θὰ τὸν σκοτώσουν, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα θὰ ἀναστηθῆ». Τότε τὸν παίρνουν ἀπὸ κοντὰ ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης, οἱ γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ τοῦ λένε· «Διδάσκαλε, θέλομε νὰ μᾶς κάμης ὅ,τι θὰ ζητήσουμε». Κι ἐκεῖνος τοὺς εἶπε· «Τί θέλετε νὰ σᾶς κάμω;». Κι ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν· «Δός μας νὰ καθήσουμε, τότε ποὺ θὰ δοξασθῆς, ἕνας στὰ δεξιά σου κι ἕνας στὰ ἀριστερά σου». Κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε. Μπορεῖτε σεῖς νὰ πιῆτε τὸ ποτήρι ποὺ ἐγὼ πίνω καὶ νὰ βαπτισθῆτε τὸ βάπτισμα ποὺ ἐγὼ βαπτίζομαι;». Κι ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν «Μποροῦμε». Τότε ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Τὸ ποτήρι ποὺ ἐγὼ πίνω θὰ τὸ πιῆτε, καὶ τὸ βάπτισμα ποὺ ἐγὼ βαπτίζομαι θὰ τὸ βαπτισθῆτε· μὰ τὸ νὰ καθήσετε στὰ δεξιά μου καὶ στὰ ἀριστερά μου δὲν εἶναι στὴν ἐξουσία μου νὰ τὸ δώσω, ἀλλὰ ἀνήκει σ’ ἐκείνους γιὰ τοὺς ὁποίους ἔχει ἑτοιμασθῆ». Κι ὅταν ἄκουσαν οἱ δέκα, ἄρχισαν νὰ ἀγανακτοῦν μὲ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη. Τότε ὁ Ἰησοῦς τοὺς κάλεσε κοντά του καὶ τοὺς εἶπε· «Σᾶς εἶναι γνωστὸ πὼς ἐκεῖνοι ποὺ θαρροῦν στὸν κόσμο πὼς εἶναι ἄρχοντες, αὐτοὶ ὑποδουλώνουν τοὺς ἀνθρώπους· κι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὰ μεγάλα ἀξιώματα τοὺς ἔχουν στὴν ἀπόλυτη ἐξουσία τους. Ὅμως δὲν θὰ εἶναι σὲ σᾶς τὸ ἴδιο. Ἀλλ’ ὅποιος θέλει νὰ γίνη μεγάλος μεταξύ σας, θὰ εἶναι ὑπηρέτης σας· κι ἂν κάποιος ἀπὸ σᾶς θέλει νὰ γίνη πρῶτος, θὰ εἶναι σὲ ὅλους δοῦλος. Γιατί κι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦλθε γιὰ νὰ ὑπηρετηθῆ, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπηρετήση καὶ νὰ δώση τὴ ζωή του, γιὰ νὰ λυτρωθοῦν πολλοί».

Πέρασαν δυὸ χιλιάδες χρόνια κι ἀκόμα οἱ ἄνθρωποι δὲν κατάλαβαν τί εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ τὸ Εὐαγγέλιο· τὸ ἔζησαν καὶ τὸ κατάλαβαν μόνο οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ πολλοὶ ἀπὸ κείνους ποὺ λέγονται χριστιανοὶ ἐπιμένουν καὶ θέλουν νὰ προσαρμόσουν τὸ Εὐαγγέλιο μὲ τὶς σκέψεις καὶ τὶς ἐπιθυμίες τους, κι ὄχι τὸν ἑαυτό τους καὶ τὴ ζωή τους μὲ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἔτσι μπορεῖ νὰ λεγώμαστε χριστιανοί, νὰ ἔχωμε ἐκκλησίες καὶ ἑορτές, νὰ λέμε γιὰ χριστιανικὸ πολιτισμό, ἀλλὰ «νοῦν Χριστοῦ» νὰ μὴν ἔχωμε. «Νοῦς Χριστοῦ» θὰ πῆ νὰ σκεφτώμαστε ὅπως ὁ Χριστός, νὰ φρονοῦμε ὅπως ὁ Χριστός, νὰ πράττωμε καὶ νὰ συμπεριφερώμαστε ὅπως ὁ Χριστός. Ὁ ἴδιος τὸ εἶπε, ὅτι «σᾶς ἔδωκα παράδειγμα, ὥστε καθὼς ἔκαμα ἐγὼ σὲ σᾶς, τὸ ἴδιο νὰ κάνετε καὶ σεῖς». Αὐτὸ τὸ εἶπε, ὅταν ἔπλυνε τὰ πόδια τῶν μαθητῶν του, ἀλλὰ δὲν τὸ εἶπε μόνο γιὰ τὸ νίψιμο τῶν ποδιῶν, ἀλλὰ γιὰ κάθε περίπτωση. Αὐτὸ ποὺ γράφει ὁ Ἀπόστολος, ὅτι δηλαδὴ οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ ἔχουνε «νοῦν Χριστοῦ», δὲν εἶναι ὅ,τι φαίνεται ἐξωτερικὰ καὶ μπαίνει γιὰ προθήκη στὴ ζωή. Εἶναι τὸ βάθος τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὸ ποὺ σκέφτεται, αὐτὸ ποὺ αἰσθάνεται, ἡ πίστη του καὶ τὸ φρόνημά του. Ὁ ἀληθινὸς δηλαδὴ ἄνθρωπος, γιατί ὁ ἀληθινὸς καὶ σωστὸς ἄνθρωπος δὲν εἶναι ὅ,τι φαίνεται, ἀλλὰ ὅ,τι εἶναι μέσα του. Μακάρι νὰ εἶναι κανένας τὸ ἴδιο· ὅ,τι φαίνεται ἀπ’ ἔξω νὰ εἶναι καὶ μέσα του. Ὅπως ἐξωτερικὰ δείχνει ἅγιος, ἔτσι ἅγιος νὰ εἶναι καὶ μέσα του. Αὐτὸ βέβαια δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ξέρη κανένας παρὰ μόνο το Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ «τὰ πάντα  ἐρευνᾶ».
Ἔπειτα λοιπὸν ἀπὸ δυὸ χιλιάδες χρόνια, ἀπὸ τότε ποὺ κηρύχτηκε τὸ Εὐαγγέλιο, ἀκόμα δὲν μπορέσαμε οἱ ἄνθρωποι νὰ μποῦμε στὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ νὰ τὸ καταλάβομε σὲ βάθος. Δὲν θελήσαμε, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μπορέσαμε. Ὁ κόσμος πῆρε μόνο τὸ χριστιανικὸ ὄνομα· ἔμαθε ἴσως τὸ γράμμα, ἀλλὰ δὲν πῆρε τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ εἶναι ἀλήθεια καὶ ζωή. Κατὰ τὰ ἄλλα στὴ ζωὴ τῶν χριστιανῶν ζῆ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου καὶ τὸ φρόνημα τῆς εἰδωλολατρίας. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καθὼς τὸ ἀκοῦμε στὴν αὐριανὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, τὸ εἶπε καθαρὰ στοὺς μαθητὲς τοῦ «Οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν», δὲν θὰ εἶναι τὸ ἴδιο καὶ σὲ σᾶς. Δὲν θὰ σκέφτεστε καὶ σεῖς, ὅπως σκέφτεται ὁ κόσμος, καὶ δὲν θὰ κάνετε τὸ ἴδιο, ποὺ κάνουν οἱ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἄνθρωποι. Οἱ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία εἶναι οἱ «δοκοῦντες»· νομίζουν πὼς εἶναι σοφοί, νομίζουν πὼς ἔχουν ἐξουσία, καὶ θέλουν σὲ ὅλα νὰ εἶναι πρῶτοι καὶ παραπάνω ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὁ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία κόσμος, καθὼς τὸ γράφει ὁ Εὐαγγελιστής, «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται». Κι αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, νὰ πάρη ἐπάνω της τὸν κόσμο, νὰ τὸν ἁγιάση καὶ νὰ τὸν μεταμορφώση.
Ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν εἶπε στοὺς μαθητὲς του μόνο τὸ «οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν». Δὲν τοὺς εἶπε μόνο πῶς αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ σκέφτονται καὶ τί δὲν πρέπει νὰ κάνουν σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς ἔξω. Τοὺς εἶπε καὶ θετικὰ πῶς καὶ τί πρέπει αὐτοὶ νὰ σκέφτονται καὶ νὰ πράττουν. «Ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔστω ὑμῶν διακονος · καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος». Ὅποιος θὰ θέλη νὰ γίνη μεταξὺ σας μεγάλος, θὰ εἶναι ὑπηρέτης σας· κι ὅποιος ἀπὸ σᾶς θὰ θέλη νὰ γίνη πρῶτος, νὰ εἶναι σὲ ὅλους δοῦλος. Θὰ ’λεγε κανεὶς πὼς αὐτὰ ὅλα εἶναι ἕνας λόγος, μιὰ θεωρητικὴ διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡραία στὴ διατύπωσή της, ἀλλὰ ἔξω ἀπὸ τὴν πραγματικότητα· μάλιστα ἐκεῖνο τὸ «δοῦλος» δὲν εἶναι νὰ ἀκούεται στὸν καιρό μας. Ἀλλ’ ὅμως ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔσπευσε ἀμέσως νὰ ἐπικυρώση τὸ λόγο καὶ νὰ τὸν στηρίξη ἐπάνω στὸ δικό του παράδειγμα. «Καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι»· Ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦλθε γιὰ νὰ ὑπηρετηθῆ, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπηρετήση. Ἦταν σὰν καὶ νὰ ἔλεγε στοὺς Ἀποστόλους· «Μὴ σᾶς φαίνεται παράδοξος ὁ λόγος. Φτάνει μόνο νὰ σκεφθῆτε πὼς κι ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲν ἦλθα γιὰ νὰ μὲ ὑπηρετήσουν σὰν ἡγεμόνα οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ γιὰ νὰ τοὺς ὑπηρετήσω. Κι ὄχι μόνο νὰ τοὺς ὑπηρετήσω, ἀλλὰ καὶ νὰ δώσω γι’ αὐτοὺς τὴ ζωή μου, γιὰ νὰ σωθοῦν ὅλοι ποὺ θὰ τὸ θελήσουν».
Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο μάθημα, ποὺ καὶ τοῦτο ἔπρεπε νὰ τὸ ἀκούσουν οἱ Ἀπόστολοι πρὶν ἀπὸ τὸ ἑκούσιο Πάθος. Εἶναι τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου πάντα καὶ σήμερα, ποὺ φέρνει σὲ τελεία ἀντίθεση τὴν Ἐκκλησία πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου. Οἱ ἄνθρωποι γοητεύονται πάντα μὲ τὴν κοσμικὴ ἐξουσία. Ἰδανικό τους εἶναι νὰ κυριαρχοῦν μέσα στοὺς πολλοὺς καὶ νὰ καταδυναστεύουν τοὺς παρακάτω, νὰ διεκδικοῦν παντοῦ δικαιώματα καὶ νὰ ξεχνοῦν ὅ,τι εἶναι χρέος. Τόσο περισσότερο, ὅσο φωνάζουν ὅλοι γιὰ τὰ λεγάμενα «δικαιώματα τοῦ ἀτόμου». Ἀλλὰ στὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχουν ἄτομα, ὑπάρχουν πρόσωπα· δὲν ὑπάρχουν δικαιώματα, ὑπάρχει τὸ χρέος· δὲν ὑπάρχει ἡγεμονία, ὑπάρχει διακονία. Ἂν ὑπάρχει στὴν Ἐκκλησία μιὰ ἐξουσία, εἶναι ἡ ἱεροσύνη. Μὰ ὁ ἱερέας δὲν εἶναι ἐξουσιαστής, εἶναι πατέρας τοῦ ποιμνίου, ὑπηρέτης τοῦ λαοῦ καὶ οἰκονόμος τοῦ Θεοῦ. Καθὼς τὸ γράφει ὁ Ἀπόστολος, κάθε ἱερέας στὴν ’Ἐκκλησία εἶναι «ὑπηρέτης Χριστοῦ καὶ οἰκονόμος μυστηρίων Θεοῦ». Ἡ κοσμικὴ ἐξουσία εἶναι δόκηση, «οἱ δοκοῦντες ἄρχειν» εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἡ ἱερωσύνη εἶναι ἀνεξάλειπτη σφραγίδα καὶ ἀμεταμέλητη δωρεὰ τοῦ Χριστοῦ.
Μπαίνουμε πιὰ ἀπὸ αὔριο στὴν τελευταία ἑβδομάδα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ὅλο καὶ πλησιάζουμε στὶς ἅγιες ἡμέρες τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου. Ἡ αὐριανὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ εἶναι τὸ προανάκρουσμα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ποὺ ἀναγγέλλει τὸ ἑκούσιο Πάθος καὶ τὴν ἔνδοξη Ἀνάσταση τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ. Οἱ Ἑβραῖοι, ὅταν ἀνέβαιναν στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, ἔψαλλαν στὸ δρόμο ὁδοιπορικὰ ἄσματα. Ἀνεβαίνοντας τώρα καὶ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τοὺς μαθητές του στὴν ἅγια πόλη, ὄχι πιὰ γιὰ τὸ Πάσχα τοῦ Νόμου, ἀλλὰ γιὰ τὸ καινὸ Πάσχα, ψάλλει τὸ ὁδοιπορικό του ἆσμα· «Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα...». Ἀνεβαίνοντας κι ἐμεῖς πρὸς τὶς ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καὶ τῆς Ἀνάστασης, μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τοὺς Ἀποστόλους, σὰν ὁδοιπορικὸ ἆσμα, ἐπαναλαμβάνομε τὰ ἴδια λόγια· «Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς    Ἱεροσόλυμα...». ΑΜΗΝ.


Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης



Ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ θὰ διαβαστῆ αὔριο στὴ θεία Λειτουργία, λέγει γιὰ τὸ θαῦμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε ποὺ θεράπευσε τὸ δαιμονιζόμενο παιδί. Αὐτὲς οἱ περικοπές, ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ δαιμονιζόμενους ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους θεραπεύει ὁ Ἰησοῦς Χριστός, δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ ξεχάσουμε καὶ κάθε φορᾶ μᾶς τὸ ὑπενθυμίζουν πὼς ὁ ἐχθρός τῆς σωτηρίας μας εἶναι ὁ διάβολος. Αὐτὸ βέβαια ἀπὸ πολλοὺς μπορεῖ νὰ μὴν ἀκούεται πολὺ εὐχάριστα, γιατί δὲν ταιριάζει τάχα νὰ ὁμιλοῦμε τώρα γιὰ τέτοια πράγματα. Τί θὰ πῆ διάβολος; Καὶ πῶς μποροῦμε νὰ δεχώμαστε πὼς ὑπάρχει ὁ διάβολος, ποὺ πειράζει τοὺς ἀνθρώπους; Μὰ τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια κι ὅλη ἡ θεία Γραφὴ καθαρὰ ὁμιλοῦν γιὰ τὸ διάβολο, γιὰ τὸ πονηρὸ πνεῦμα, ποὺ πλανᾶ τὴν οἰκουμένη καὶ δυναστεύει τὸν ἄνθρωπο. Ἄς ἀκούσωμε ὅμως τὸ αὐριανὸ Εὐαγγέλιο, μεταφρασμένο στὴ γλώσσα μας.
«Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἕνας ἄνθρωπος πλησίασε τὸν Ἰησοῦ, γονάτισε μπροστά του καὶ τοῦ εἶπε· «Διδάσκαλε, σοῦ ἔφερα τὸ παιδί μου, ποὺ ἔχει πνεῦμα ἄλαλο·  ὅταν τὸ πιάση, τὸ ρίχνει κάτω κι ἀφρίζει καὶ τρίζει τὰ δόντια του καὶ ξεραίνεται. Καὶ εἶπα στοὺς μαθητές σου γιὰ νὰ τὸ βγάλουν καὶ δὲν μπόρεσαν». Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀποκρίθηκε καὶ εἶπε· «Ὢ γενεὰ ἄπιστη! Ὥςπότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Ὥς πότε θὰ σᾶς βαστάξω; Φέρτε μου ἐδῶ το παιδί». Καὶ τοῦ τὸ ἔφεραν. Κι ὅταν τὸ παιδὶ εἶδε τὸν Ἰησοῦ, ἀμέσως τὸ πονηρὸ πνεῦμα τὸ τράνταξε κι ἔπεσε στὴ γῆ καὶ κυλιότανε ἀφρίζοντας. Κι ὁ Ἰησοῦς ρώτησε τὸν πατέρα του «Πόσος καιρὸς εἶναι ἀπὸ τότε ποὺ τὸ ἔπαθε;». Κι ὁ πατέρας εἶπε· «Ἀπὸ μικρὸ παιδί. Καὶ πολλὲς φορὲς καὶ στὴ φωτιὰ τὸ ἔρριξε καὶ στὸ νερό, γιὰ νὰ τὸ ξεκάμη. Μά, ἂν μπορεῖς, λυπήσου μας καὶ βοήθησέ μας». Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Ἂν μπορεῖς νὰ πιστέψης, ὅλα εἶναι δυνατὰ σ’ ἐκεῖνον ποὺ πιστεύει». Κι ἀμέσως ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ φώναξε καὶ μὲ δάκρυα εἶπε· «Πιστεύω, Κύριε· βόηθα τὴν ἀπιστία μου!». Κι ὅταν εἶδε ὁ Ἰησοῦς πὼς μαζεύεται κόσμος, μίλησε αὐστηρὰ στὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα καὶ εἶπε· «Πνεῦμα ἄλαλο καὶ κουφό, ἐγὼ σὲ διατάζω· νὰ βγῆς ἀπὸ τὸ παιδὶ καὶ νὰ μὴν τὸ ξαναπειράξης». Καὶ τὸ πνεῦμα ἔβαλε μεγάλη φωνή, τράνταξε δυνατά τὸ παιδὶ καὶ βγῆκε. Καὶ τὸ παιδὶ ἔμεινε σὰν καὶ νὰ ἦταν νεκρό, ἔτσι ποὺ πολλοὶ ἔλεγαν πὼς πέθανε. Τότε ὁ Ἰησοῦς τὸ ’πιασε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸ σήκωσε, κι ἐκεῖνο στάθηκε ὀρθό. Ὅταν ὕστερα ὁ Ἰησοῦς πῆγε στὸ σπίτι, οἱ μαθητὲς του τὸν πῆραν καταμέρος καὶ τὸν ρωτοῦσαν· «Γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ βγάλωμε τὸ πονηρὸ πνεῦμα;». Κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Τὰ πονηρὰ πνεύματα μὲ κανέναν τρόπο δὲν βγαίνουν παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ μὲ νηστεία». Κι ὅταν βγῆκαν ἀπὸ κεῖ, διάβαιναν κρυφὰ μέσ’ ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, κανένας δὲν ἤθελε νὰ τὸ ξέρη. Γιατί δίδασκε τοὺς μαθητές του καὶ τοὺς ἔλεγε ὅτι «Ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίνεται στὰ χέρια τῶν ἀνθρώπων καὶ θὰ τὸν σκοτώσουν· κι ἀφοῦ πεθάνη, τὴν τρίτη μέρα θὰ ἀναστηθῆ».
Θὰ θέλαμε κι ἐμεῖς, ἂν ἦταν τρόπος νὰ μὴν κάνωμε λόγο γιὰ τὸν διάβολο καὶ γιὰ τὰ πονηρὰ πνεύματα. Γιατί ὁ καιρός μας δὲν σηκώνει τέτοιο λόγο. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀνέχονται καὶ δὲν θέλουνε νὰ ἀκοῦν γιὰ δαιμονιζόμενους. Δὲν πιστεύουν πὼς ὑπάρχουν τὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ θαρροῦν πὼς ὅσα λέγονται γι’ αὐτὰ στὴ θεία Γραφὴ εἶναι λαϊκὲς ἀντιλήψεις τοῦ παλιοῦ καιροῦ. Ὅμως οἱ ἴδιοι, ποὺ εἰρωνεύονται κάθε λόγο γιὰ τὸν διάβολο καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα, εἶναι γεμάτοι προλήψεις καὶ δεισιδαιμονίες. Ὅσοι πειράζονται, ὅταν ἀκοῦν τὸ Εὐαγγέλιο νὰ ὁμιλῆ γιὰ δαιμονιζόμενους, ὅμως καὶ πιστεύουν στὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ τὰ φοβοῦνται. Μακάρι νὰ πίστευαν στὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ φοβούντανε τὸ Θεό, γιατί τὸ Εὐαγγέλιο δὲν λέγει ψέματα, κι ὁ Θεὸς εἶναι πιὸ δυνατὸς ἀπὸ τὸν διάβολο κι ὅλες τὶς στρατιὲς τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Ἡ θεία Γραφὴ ὁμιλεῖ πολὺ καθαρὰ καὶ δὲν πρέπει νὰ μᾶς μένη ἀμφιβολία πὼς ὁ διάβολος καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα δὲν εἶναι μιὰ πλανεμένη πίστη τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ προσωπικὲς ὑπάρξεις τοῦ πνευματικοῦ κόσμου. Πρέπει νὰ ξεγράψουμε καὶ νὰ ἀρνηθοῦμε πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὴν πίστη μας, γιὰ νὰ φτάσουμε νὰ ποῦμε πὼς δὲν ὑπάρχει ὁ κόσμος τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Καὶ πρέπει νὰ ξεγράψουμε ὅλα τα θαύματα τῶν Εὐαγγελίων καὶ νὰ ἀρνηθοῦμε κάθε ἀξιοπιστία στοὺς ἱεροὺς Εὐαγγελιστές, γιὰ νὰ ποῦμε πὼς οἱ εὐαγγελικὲς διηγήσεις, ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ θεραπεῖες δαιμονιζόμενων ἀνθρώπων, δὲν εἶναι ἀληθινές.
Μερικοί, ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴ νεώτερη φιλοσοφικὴ σκέψη, εἶπαν πὼς δὲν ὑπάρχει ὁ κόσμος τῶν πονηρῶν πνευμάτων καὶ πὼς αὐτὸ ποὺ ἡ θεία Γραφὴ ὀνομάζει σατανᾶ καὶ διάβολο εἶναι προσωποποίηση τοῦ κακοῦ. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀντίληψη εἶναι μία ἐπικίνδυνη κακοδοξία καὶ πλάνη, ποὺ μᾶς πηγαίνει πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὶς βάσεις τῆς πίστεως, ἀπὸ τὸ λόγο δηλαδὴ τῆς θείας Γραφῆς κι ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ στοὺς πειρασμοὺς τοῦ Κυρίου κι ὅπου τα Εὐαγγέλια ὁμιλοῦν γιὰ θεραπεῖες δαιμονιζόμενων ἀνθρώπων, βλέπομε καθαρὰ πὼς τὸ πονηρὸ πνεῦμα δὲν εἶναι μιὰ ἰδέα, ἀλλὰ ἕνα πρόσωπο, καθὼς ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος πρόσωπο εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Κάθε φορὰ ποὺ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔρχεται σὲ σύγκρουση μὲ τὰ πονηρὰ πνεύματα, τὰ ἀκοῦμε νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ ἐκδηλώνονται μέσα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ στὸ αὐριανὸ Εὐαγγέλιο βλέπομε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ ἀπευθύνεται στὸ πονηρὸ πνεῦμα· «Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγὼ σοι ἐπιτάσσω...». Τί πρέπει ἐδῶ νὰ ὑποθέσουμε; Ἂν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν ἀπευθύνεται σὲ κάποιον ποὺ τὸν ἀκούει, τότε λοιπὸν θὰ πῆ πὼς προσαρμόζεται στὶς ἀντιλήψεις τῶν ἀνθρώπων ἐκείνου τοῦ καιροῦ καὶ προσποιεῖται πὼς τάχα ὁμιλεῖ στὸ πονηρὸ πνεῦμα. Μὰ τὰ Εὐαγγέλια δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ φαντασθοῦμε τέτοιο πράγμα γιὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.
Ρητὰ λέγεται στὴ θεία Γ ραφὴ πὼς ὁ Χριστὸς ἦλθε γιὰ νὰ συντρίψη τὸ σατανᾶ, γιὰ νὰ καταργήση «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τουτέστι τὸν διάβολον». Ὁ σατανᾶς εἶναι ὁ Ἑωσφόρος, ὁ ἀρχάγγελος, ποὺ ἔπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους ποὺ τὸν ἀκολούθησαν στὴν ἀνταρσία του ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ τὸ μεγάλο καὶ τραγικὸ γκρέμισμα εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς· «Ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα», εἶδα τὸ σατανᾶ σὰν ἀστραπὴ νὰ πέφτη ἀπὸ τὸν οὐρανό. Αὐτὸς ἀπὸ τότε ἀντιστρατεύεται στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ καὶ σ’ αὐτὸν ὀφείλεται ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξαιτίας ποὺ ἔπεσε ὁ ἄνθρωπος ἦλθε ὁ Χριστός, γιὰ νὰ γλυτώση τὸ πλάσμα ἀπὸ τὴν καταδυναστεία τοῦ διαβόλου. Πῶς μποροῦμε σὲ τοῦτο τὸ σημεῖο νὰ ἀρνηθοῦμε καὶ νὰ παρερμηνεύσουμε τὸ λόγο τῆς θείας Γραφῆς, ποὺ εἶναι πολὺ σαφὴς καὶ κατηγορηματικός; Ὁ διάβολος καὶ τὸ ἔργο του εἶναι μιὰ πραγματικότητα στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου.
Ὁ σατανᾶς εἶναι τὸ πνεῦμα καὶ ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ. Ἂν δὲν ἦταν, θὰ ἔπρεπε νὰ ζητήσουμε τὴν αἰτία αὐτὴ μέσα μας· κι ἂν εἶναι μέσα μας ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ, τότε τὸ κακὸ εἶναι στὴ φύση μας, κάτι δηλαδὴ ποὺ τὸ δημιούργησε ὁ Θεός. Ἀλλὰ τότε μάταιο εἶναι νὰ ἀγωνιζώμαστε καὶ νὰ θέλωμε νὰ γίνωμε καλύτεροι· δὲν ὑπάρχει τρόπος, γιατί ἡ αἰτία κι ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ εἶναι μέσα μας. Εἴμαστε ὅ,τι εἴμαστε· ὅ,τι ὁ καθένας γεννιέται, ὄχι κι ὅ,τι μπορεῖ νὰ γίνη μὲ τὴν ἀνατροφὴ καὶ τὴν παιδεία καὶ τὴ θεία χάρη... Ἂν ἀφήσουμε νὰ περάση ἀπὸ τὸ μυαλό μας γιὰ μιὰ στιγμὴ μιὰ τέτοια σκέψη, τότε μπροστὰ μας γκρεμίζεται ὅλη ἡ ζωὴ καὶ ἡ πίστη μας, κάθε ἔννοια νόμου καὶ δικαιοσύνης καὶ παιδείας καὶ κάθε προσπάθεια γιὰ ἠθική μας βελτίωση. Μὰ ἡ Ἐκκλησία διδάσκει καθαρὰ πὼς ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ στὸν κόσμο εἶναι ὁ σατανᾶς· ἀλλιῶς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ Θεός, παρεκτὸς κι ἂν ποῦμε ὅτι στὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει τὸ κακό. Ὁ σατανᾶς εἶναι ὁ «ἀντικείμενος», ἐκεῖνος δηλαδὴ ποὺ ἐναντιώνεται στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

Στὸ αὐριανὸ Εὐαγγέλιο δὲν θὰ πρέπει νὰ περάσουμε ἀπαρατήρητα τὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ· «Ὦ ἄπιστη γενεά! Ὥς πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Ὥς πότε θὰ σᾶς βαστάξω;». Καὶ θὰ πρέπει τὰ λόγια αὐτὰ νὰ τὰ συνδυάσουμε μὲ ὅσα προφητικὰ γράφει ὁ Ἀπόστολος σχετικὰ μὲ τοὺς ἔσχατους καιρούς. Πρῶτα θὰ ἔλθη ἡ ἀποστασία καὶ θὰ ἀποκαλυφθῆ «ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ὁ ἀντικείμενος καὶ ὑπεραιρόμενος ἐπὶ πάντα λεγόμενον Θεὸν ἤ σέβασμα...». Φοβούμαστε καὶ δὲν θέλομε νὰ ποῦμε μήπως ἐμεῖς εἴμαστε ἡ ἄπιστη γενεά, ποὺ δὲ θὰ μπορέση πιὰ νὰ μᾶς ἀνεχθῆ καὶ νὰ μᾶς βαστάξη ὁ Θεός. Γιατί δὲν εἶναι ψέμα πὼς καὶ ἀποστατήσαμε καὶ πήραμε τὸ δρόμο τῆς καταστροφῆς καὶ ἤρθαμε ἀντιμέτωποι στὸ Θεὸ καὶ σὲ κάθε ἱερὸ καὶ ὅσιο, ποὺ ὡς τώρα σεβάστηκαν οἱ ἄνθρωποι. Μπροστά σε μιὰ τέτοια πραγματικὴ καὶ ἀναντίρρητη κατάσταση τοῦ κόσμου οἱ πιστοὶ δὲν ἔχουν παρὰ νὰ λένε κάθε μέρα «Πάτερ ἠμῶν... ρύσαι ἠμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ». Ἀμήν.