Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

ΤΡΙΤΗ ΚΗ΄, ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ
Πρὸς Τιμόθεον Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα   3:16-17; 4:1-4
Τέκνον Τιμόθεε, πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ, ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἐξηρτισμένος. Διαμαρτύρομαι οὖν ἐγὼ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, τοῦ μέλλοντος κρίνειν ζῶντας καὶ νεκροὺς κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ καὶ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ, κήρυξον τὸν λόγον, ἐπίστηθι εὐκαίρως ἀκαίρως, ἔλεγξον, ἐπιτίμησον, παρακάλεσον, ἐν πάσῃ μακροθυμίᾳ καὶ διδαχῇ. Ἔσται γὰρ καιρὸς ὅτε τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας οὐκ ἀνέξονται, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τὰς ἰδίας ἑαυτοῖς ἐπισωρεύσουσι διδασκάλους κνηθόμενοι τὴν ἀκοήν, καὶ ἀπὸ μὲν τῆς ἀληθείας τὴν ἀκοὴν ἀποστρέψουσιν, ἐπὶ δὲ τοὺς μύθους ἐκτραπήσονται.


Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Κυριακὴ πρὸ τῶν Χριστουγέννων

π. Χρήστου Ζαχαράκη

Ἔχουμε ἀποκτήσει μία προτεσταντίζουσα ἀντίληψη περὶ ἠθικῆς, γι αὐτὸ κι ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ ἁγιότητα προσπαθοῦμε νὰ τὴν ὡραιοποιοῦμε, νὰ τὴν παρουσιάζουμε δηλαδὴ σὰν τὴν τέλεια ἠθικὴ κατάσταση, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπὸ τὴν πνευματικότητά μας. Ξεχνοῦμε ὅτι ὁ μόνος ἅγιος εἶναι ὁ Θεός. Ἀλλὰ γιὰ μᾶς ἁγιότητα εἶναι ἡ κλήση μας καὶ ἅγιοι ὅλοι αὐτοὶ ποὺ τίμησαν καὶ τιμοῦν τὴν κλήση τους. Πάνω ἀπ᾽ ὅλα ἁγιότητα εἶναι ὁ πόνος καὶ τὸ δάκρυ, ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὴ βαθιὰ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, κι ἔπειτα ἡ γλυκειὰ ἐκείνη συναίσθηση τῆς χαρμολύπης, ποὺ ἀφήνει ἡ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ.
Τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς πρὸ τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως Κυριακῆς ἀρχίζει μὲ τὸν μακρὺ γενεαλογικὸ κατάλογο τοῦ Κυρίου, ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ καὶ καταλήγει στὸν ἴδιο. Γενιὲς καὶ γενιὲς δικαίων, μὰ καὶ ἁμαρτωλῶν. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἁπλῶς διηγεῖται· χωρὶς νὰ ὡραιοποιεῖ, περιγράφει τὸ βίο καὶ τὴν πολιτεία τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Δὲν ἀποκρύπτει τὴν ἁμαρτωλότητά τους, γιὰ νὰ μένει ζωντανὸ τὸ ὅραμα τοῦ Μεσσία. Κι εἶναι τὸ ὅραμα  αὐτὸ ποὺ, ὅταν εὐλογεῖται μὲ τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου, μεταβάλλει τὸν πόνο, γιὰ παράδειγμα τοῦ Δαβίδ, σὲ τραγούδι: «ἐλέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου».

Κι εἶναι τὸ ἴδιο ὅραμα ποὺ τὴν ἁγνότητα τῆς ψυχῆς τῆς Μαρίας θὰ τὴ μεταβάλλει σὲ μητρότητα καὶ τὴν παρθενία της σὲ θαλπωρὴ τοῦ Μεσσία ποὺ θὰ κυοφοροῦσε. Παράδοξο γεγονὸς ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ὅσο παράδοξη στὰ μάτια μας φαντάζει ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας. «Μυστήριον ξένον, ὁρῶ καὶ παράδοξον! οὐρανὸν τὸ Σπήλαιον, θρόνον Χερουβικόν, τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλίθη ὁ ἀχώρnτος, Χριστὸς ὁ Θεός». Ὅμως τίποτε δὲν εἶναι παράδοξο ὅταν συναντᾶται ἡ βουλή τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ θέλησή μας γιὰ τὴ σωτηρία μας ἤ μὲ τὴν ἀβίαστη συγκατάθεση καὶ ὑπακοή μας στὸ θέλημά του. Ἄν ἡ Παναγία μὲ τὴ στάση της ἀπέναντι στὸ σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας μᾶς ὑποδεικνύει  τὴν ἀξεπέραστη ὑπακοὴ καὶ ταπείνωση, ὁ Ἰωσήφ μᾶς διδάσκει τὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸ λόγο τοῦ Θεοῦ.

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

ΙΑ´ ΛΟΥΚΑ, Παραβολή τοῦ Μεγάλου Δείπνου

ΙΑ´ ΛΟΥΚΑ
Παραβολή τοῦ Μεγάλου Δείπνου
π. Χρήστου Ζαχαράκη


«Ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα». Ἕνα μεγάλο δεῖπνο ἔχει ἑτοιμαστεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ, ἡ τράπεζα τῆς Εὐχαριστίας, στὴν ὁποία καλεὶ ὁ Θεός τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ παραβολὴ τοῦ μεγάλου δείπνου εἶναι ἴσως ἡ πλέον ἀποκαλυπτικὴ παραβολὴ τοῦ Κυρίου! Πρῶτα-πρῶτα μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν κλήση μας,  ποὺ εἶναι ἡ μετοχή μας στὸ Δεῖπνο τῆς Εὐχαριστίας. Ὅλοι, ποὺ δέχονται τὸ κάλεσμα τοῦ Θεοῦ καὶ μετέχουν στὴν Τράπεζα τοῦ Κυρίου, γίνονται «σύσσωμοι καὶ σύναιμοι» τοῦ Χριστοῦ, ἐνώνονται στὴ Χάρη Του, δέχονται τὴ χαρὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Κι εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ μιὰ ἁπλὴ κοινωνία καλεσμένων τὴ μεταβάλει σὲ Θεία, γιατὶ αὐτὸ ποὺ προσφέρεται στὸ Δεῖπνο εἶναι ἡ Ζωή.
Ἔπειτα ἡ παραβολὴ ἀποκαλύπτει καὶ τὴν πνευματική μας γύμνια, τὴν ἀδυναμία μας νὰ συμ-μετάσχουμε στὸ Δεῖπνο. Οἱ προφάσεις ποὺ προβάλουν οἱ καλεσμένοι, πέρα ἀπὸ τὴν προσκόληση στὶς γήινες ἐπιθυμίες καὶ ἠδονές, φανερώνουν τὴν οὐσιαστικὴ ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἁμαρτία, καὶ τὴν ἄρνησή του νὰ τὴν ἀπεκδυθεῖ. Στὴν διήγηση τῆς ἴδιας παραβολῆς ἀπὸ τὸν Ματθαῖο, γιὰ τὴ μετοχὴ τῶν καλεσμένων στὸ γαμήλιο δεῖπνο ἀπαραίτητο εἶναι τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου, ποὺ κι αὐτὸ ἀκόμα εἶναι προσφορὰ τοῦ οἰκοδεσπότη. Αὐτὴ ἡ λεπτομέρεια, γνωστή στὸν ἰουδαϊκό κόσμο,   δὲν ἀναφέρεται στὶς εὐαγγελικές διηγήσεις, ἑρμηνεύει ὅμως τὴ φαινομενική «σκληρότητα» στὴν ἀντιμετώπιση τοῦ μὴ ἐνδεδυμένου μὲ τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν βασιλιά: «δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἐκβάλετε αὐτὸν εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον».
 Ἐκεῖνο ποὺ στὴν ἄλλη διήγηση ὀνομάζεται ἔνδυμα, στὴ σημερινὴ ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὴν περιουσία, «ἀγρὸν ἠγόρασα», ἀπὸ τὴν ἐργασία «ζεύγη βοῶν», καὶ τὴν οἰκογένεια «γυναῖκα ἔγημα». Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ ἄνθρωπος σ᾽ὁλόκληρο τὸ βίο του ἀγωνίζεται γι᾽ αὐτά. Ὅμως τὸ λάθος κι ἡ ἁμαρτία του εἶναι πὼς ἐκεῖνα ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ δίνει σὰν μέσα νὰ βαδίζει πρὸς τὴ ζωή, αὐτὸς τὰ κάνει σκοπό, μὲ ἀποτέλεσμα, ἄν καὶ πασχίζει, νὰ μὴν τὴν ἀγγίζει ποτέ.  Ἀποκλείει ἔτσι ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ εὐχαριστιακὸ δεῖπνο. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ οἰκοδεσπότης λέγει τὸ «οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου», ἀφοῦ ἀρνηθοῦν οἱ προσκαλεσμένοι.

Ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει ὅρια· «ἔτι τόπος ἐστί». Ὁ Θεὸς θέλει τὸν ἄνθρωπο ἔτσι ὅπως εἶναι, μὲ τὴν ἁμαρτία του· «ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ῥύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε». Τὸ μόνο ποὺ ζητᾶ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο εἶναι νὰ τιμήσει τὴν πρόσκλησή Του· ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἀποδέχεται εἶναι κι ὁ ἐκλεκτός!

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Η´ΛΟΥΚΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ Η´ΛΟΥΚΑ

Ο ΚΑΛΟΣ  ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ

π. Χρήστου Ζαχαράκη

Τὸ ἐρώτημα τοῦ νομικοῦ στὸ Χριστὸ «καὶ ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον μου» ἀφορᾶ μᾶλλον ὅλους μας, ἔστω κι ἄν ἡ ἠθική μας ἐπιφάνεια δὲν ἀφήνει νὰ τὸ ψελλίσουμε, κι ἀναδεικνύεται  στὶς μεγάλες κοινωνικὲς ἀνισότητες καὶ ἀδικίες, ποὺ δημιουργοῦν οἱ στυγνοὶ ληστές τοῦ βίου καὶ τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων. Ὅσο ἡ Πολιτεία, ἐνῶ δημιουργεῖ τὸ πρόβλημα, προσπαθεῖ, παίζοντας τὸ παιχνίδι τῶν ληστῶν, νὰ τὸ λύσει μὲ περίεργους νόμους καὶ διατάξεις, καὶ ὅσο ἡ Ἐκκλησία «ἀντιπαρέρχεται», διὰ τοῦ κοινωνικοῦ της ἔργου, τὸ πρόβλημα, τόσο τὸ ἐρώτημα «καὶ ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον μας» θὰ πλανᾶται, ὄχι ὡς αἴσθηση τοῦ χρέους τῆς ἀγάπης πρὸς τὸ συνάνθρωπό μας, ἀλλὰ ὡς προσπάθεια ἀποπομπῆς τῆς προσωπικῆς καὶ κοινωνικῆς μας εὐθύνης ἀπὸ τὸ δικαίωμα τοῦ καθενός ἀπέναντι στὴν  ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια.
  Δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ ποῦμε περισσότερα πάνω σ᾽ αὐτό, γιὰ νὰ μὴν ἐκπέσει ὁ λόγος μας σὲ πολιτικολογία καὶ  γιατὶ ὅπως ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν σημειώνει, «ὅταν κάποιος παραμένει στὸ σύστημα, τότε τὸ ἀποδέχεται, μολονότι ἀκούσια, μαζὶ μὲ τὶς μεθόδους του. Ἄν κάποιος τὸ ἐγκαταλείψει -ἔχοντας τὸ ρόλο τοῦ προφήτη ἤ τοῦ κατήγορου-, τότε γλιστρᾶ στὴν ἀλαζονεία καὶ στὴν ὑπερηφάνεια».
Ἀλλὰ καὶ δὲν χρειάζεται νὰ ποῦμε κάτι περισσότερο, γιατὶ τὸ περισσότερο εἶναι πάντα τοῦ Θεοῦ, ποὺ μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη, ἐπανατοποθετεῖ μᾶλλον τὴν ἀνθρώπινη εἰκόνα στὴν ὁδὸ τῆς τελείωσης.  Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ παραβολὴ εἰπώθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο μετὰ τὴν ἀπάντηση τοῦ νομικοῦ στὸ πῶς κερδίζεται ἡ αἰώνια ζωή, συνδέοντας οὐσιαστικά τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὸν πλησίον μὲ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀγάπη μας πρὸς τὸ Θεό. Ἀγαποῦμε τὸ Θεὸ μὲ ὅλο τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν πλησίον ὅπως τὸν ἑαυτό μας.
Ἐπίσης χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ τραυματισμένου ἀπὸ τοὺς δύο ἱερωμένους εἶναι ἴδια μὲ τοῦ νομικοῦ, κινοῦνταν δηλαδὴ στὰ ὅρια τῆς καθηκοντολογίας, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἀντιπαρῆλθαν. Τὰ ὅρια τῆς καθηκοντολογίας, στενὰ καὶ περιορισμένα, ἐξαρτώμενα πάντοτε ἀπὸ τὸ μέγεθος τῆς πνευματικῆς αὐτάρκειας, τὰ βλέπουμε συχνὰ καὶ  ἀντιστρόφως ἀνάλογα, ν᾽ ἀγγίζουν τὰ ὅρια τῆς ἀπανθρωπιᾶς. Ὅσο τὴν ἀγάπη τὴ βλέπουμε σὰν καθῆκον, πάντα θὰ ἀντιπαρερχώμαστε, θὰ προσπερνᾶμε τὴ ζωή, τὰ ἔργα μας θὰ εἶναι ἀπρόσωπα, ἀνούσια καὶ ἀνερμάτιστα.

Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι καθῆκον ἀλλὰ   ζωὴ, ὅπως τὴν ἔπλασε ὁ Θεός καὶ τὴ χάρισε καὶ στὸν ἄνθρωπο, νὰ ζεῖ καὶ νὰ κινεῖται μέσα σ᾽ αὐτήν. Τὸν πλοῦτο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος θέλησε νὰ τὸν ἰδιοποιηθεῖ, νὰ τὸν ληστέψει. Μὰ ἡ ἀγάπη δὲν ἰδιοποιεῖται κι ὅποιος τὸ κάνει    τραυματίζεται. Κι ἔρχεται πάλι Ἐκεῖνος ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ, προσωπικὰ τὸ τραῦμα νὰ περιποιηθεῖ, νὰ τὸ γιατρέψει. Κι ἄν φύγει ἡ ἀγάπη του μένει ἐκεῖ, ἡ ἀγάπη του εἶσαι ἐσὺ, καὶ σὲ φροντίζει.

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Παραινέσεις κατ᾽ ἀλφάβητον

Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου
Παραινέσεις κατ᾽ ἀλφάβητον


Ἀρχὴν νόμιζε τῶν ὅλων εἶναι Θεόν
Βέβαιον οὐδὲν ἐν βίῳ δόκει πέλειν.
Γονεῖς τιμῶν μάλιστα Θεὸν φοβοῦ
∆ίδασκε σαυτὸν μὴ λαλεῖν ἃ μὴ θέμις
Ἔργοις δ' ἀρέσκειν σπεῦδε καὶ λόγοις Θεῷ.
Ζωὴν πόθησον τὴν ἔχουσαν μὴ τέλος
Ἡττῶν σεαυτὸν τοῖς φίλοις νικῶν ἔσῃ
Θνητὸς δ' ὑπάρχων μηδόλως μέγα φρόνει
Ἰχνηλάτει μὲν τῶν σοφῶν ἀεὶ θύρας.
Καὶ νοῦν δὲ καλλώπιζε τῆς μορφῆς πλέον
Λόγῳ Θεοῦ ἄνοιγε σόν, τέκνον, στόμα
Μνήμης δὲ αὐτοῦ μηδαμῶς λάθῃ ποτέ
Νήφων προςεύχου τῷ Θεῷ καθ' ἡμέραν
Ξένους ξένιζε, μὴ ξένος γένῃ Θεοῦ.
Ὁρμὰς χαλίνου τῶν παθῶν ψυχοφθόρους
Πέδαις τὸ σῶμα ἀσφαλίζου σωφρόνως
Ῥάβδον σεαυτῷ τὴν συνείδησιν φέρε
Σαφῶς σχόλαζε ἐν Γραφαῖς ταῖς ἐν θέοις
Τὰς τῶν πενήτων ψυχαγώγησον λύπας
Ὑπὲρ σεαυτὸν τοὺς πέλας καλῶς θέλε
Φίλους ἔχειν σπούδαζε, ἢ πλοῦτον πολύν
Χρυσοῦ γὰρ αὐτοὶ εὐκλεέστεροι λίαν
Ψεῦδος μίσησον, τὴν δ' ἀλήθειαν φίλει.
Ὦ παῖ, φυλάσσων ταῦτα σώζῃ ἐνθέως 

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Κυριακή μετά τὴν Ὕψωση

Κυριακή μετὰ τὴν Ὕψωση
   π. Χρήστου Ζαχαράκη


«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι». Ὁ σταυρὸς, τὸν ὁποῖο μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος νὰ σηκώσουμε εἶναι ἡ ἁμαρτία μας. Ἁμαρτία εἶναι ὅ,τι μᾶς κρατάει δεμένους στὴ γῆ, ὅ,τι ἐμποδίζει τὴ σωτηρία μας. Ὁ ἄνθρωπος παλεύει καθημερινὰ μὲ τὴν ἁμαρτία του καὶ συμβαίνει ὅσο παλεύει τόσο καὶ νὰ βαραίνει ὁ σταυρός του, γιατὶ οὔτε τὰ πάθη, οὔτε οἱ ἐγωισμοὶ μᾶς ἐγκαταλείπουν, ἄν δὲν στηρίξουμε τὸ σταυρό μας στὸ Σταυρό τοῦ Κυρίου. «Ὅς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου οὗτος σώσει αὐτήν». Ὁ Χριστός μᾶς καλεῖ στὴ ζωὴ λέγοντάς μας νὰ τὴ χάσουμε. Ὁ ἑαυτός μας δὲ νικιέται ἄν δὲν τὸν «χάσουμε», ἄν δὲν τὸν ἀποσυνδέσουμε ἀπὸ τὶς «σαρκικὲς ἐπιθυμίες καὶ ἠδονές», ἄν δὲν τὸν ἀπομακρύνουμε δηλαδή ἀπὸ τὸν γήϊνο προσανατολισμό του, γιατὶ ὁ κόσμος δὲ νικιέται ὅσο ἔχει μέσα του τὸν ἑαυτό μας. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ κερδίσει κάτι ἀπ᾽ τὸν κόσμο, τόσο χάνει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, καὶ τὸ τραγικό εἶναι, ὅτι γιὰ νὰ κερδήσει ὁ,τιδήποτε ἐφήμερο, δίνει ἀπὸ τὴν ψυχή του, δίνει δηλαδὴ ὅ,τι θεϊκό ἔχει μέσα του. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Χριστός ἀναρωτιέται: «τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;  ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;».