Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ ΛΟΥΚΑ

Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Κυριακὴ ΙΓ' Λουκᾶ (Λουκᾶς, 18,18-27)
27 Νοεμβρίου 1983


Ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ θὰ διαβαστῆ αὔριο στὴ θεία Λειτουργία, μᾶς ἀναγκάζει νὰ ὁμιλήσουμε πάλι γιὰ τὸ πάντα ἐπίκαιρο, ἀλλὰ καὶ τὸ πολὺ δύσκολο θέμα τοῦ πλούτου. Ἐπειδὴ εἶναι πολὺ δύσκολο αὐτὸ τὸ θέμα, γι’ αὐτὸ μόνο ἡ ἀνάγκη κάθε φορᾶ μᾶς πιέζει γιὰ νὰ τὸ καταπιαστοῦμε. Καὶ εἶναι δύσκολο, ἐπειδὴ τὸ ἐπερίπλεξαν οἱ ἄνθρωποι, μὲ τὶς διαφορετικὲς γνῶμες ποὺ ἔχουν γι’ αὐτό. Συμβαίνει νὰ εἶναι σήμερα χωρισμένος ὁ κόσμος σὲ δυὸ ἀντίθετα στρατόπεδα, ἐξαιτίας τῆς διαφορετικῆς γνώμης ποὺ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ τὸν πλοῦτο ἤ, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε καλύτερα, γιὰ τὴ διαχείριση τοῦ πλούτου. Ἀλλ’ ἄς ἀκούσωμε πρῶτα μεταφρασμένο στὴ νεοελληνικὴ δημοτικὴ γλώσσα τὸ αὐριανὸ Εὐαγγέλιο.
  Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἕνας ἄνθρωπος πλησίασε τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν ρώτησε· «Ἅγιε διδάσκαλε, τί πρέπει νὰ κάμω, γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή;». Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Γιατί μὲ λὲς ἅγιο; Κανένας δὲν εἶναι ἅγιος παρὰ μόνο ἕνας· ὁ Θεός. Τὶς ἐντολὲς τὶς ξέρεις· δὲν θὰ πειράξης ξένη γυναίκα· δὲν θὰ σκοτώσης·  δὲν θὰ κλέψης· δὲν θὰ πάρης ψεύτικο ὅρκο· νὰ τιμᾶς τὸν πατέρα σου καὶ τὴ μητέρα σου»[1]. Κι ὁ ἄνθρωπος ἀπάντησε· «Ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἐτήρησα πιστὰ ἀπὸ τὰ μικρά μου χρόνια». Ὅταν τὰ ἤκουσε αὐτά, ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Ἕν’ ἀκόμα σοῦ λείπει· ὅλα ὅσα ἔχεις, πούλησέ τα, μοίρασέ τα στοὺς φτωχοὺς καὶ θὰ ’χης θησαυρὸ στὸν οὐρανὸ· ὕστερα ἔλα κι ἀκολοῦθα με». Μὰ ὅταν ἄκουσε αὐτά, ὁ ἄνθρωπος ἔπεσε σὲ μεγάλη λύπη· γιατί ἦταν πάρα πολὺ πλούσιος. Ὅταν τὸν εἶδε ποὺ λυπήθηκε τόσο πολύ, ὁ Ἰησοῦς εἶπε· «Δύσκολα ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα θὰ μποῦν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιατί εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ περάση τὸ παλαμάρι ἀπὸ τὴν τρύπα τῆς βελόνας, παρὰ πλούσιος νὰ μπῆ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Τότε εἶπαν ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ἤκουσαν· καὶ ποιὸς λοιπὸν μπορεῖ νὰ σωθῆ;». Κι ὁ Ἰησοῦς εἶπε· «Τὰ ἀδύνατα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὰ γιὰ τὸ Θεό.
Αὐτὸ τὸ εὐαγγελικὸ κείμενο, ποὺ εἶναι τόσο ἁπλὸ στὴ διατύπωσή του, γιατί εἶναι ἕνα γεγονὸς κι ὄχι μιὰ θεωρία, ἀποτελεῖ μιὰ πολὺ σαφῆ ἀπάντηση στὸ σύνθετο ἐρώτημα, ποὺ βασανίζει τὸν κόσμο· τί εἶναι ὁ πλοῦτος σὲ σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο; Καὶ τί μπορεῖ νὰ προσφέρη ὁ πλοῦτος στοὺς βαθύτερους πόθους τοῦ ἀνθρώπου; Καὶ πῶς μπορεῖ τέλος πάντων νὰ λυτρωθῆ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ πλούτου; Σ’ αὐτὸ τὸ τριπλὸ ἐρώτημα, ὅσο εἶναι ἴσως εὔκολο νὰ τὸ διατυπώσουμε, τόσο εἶναι δύσκολο νὰ ἀπαντήσουμε. Κι ἡ δυσκολία δὲν εἶναι σ’ ἐμᾶς, γιατί ἐμεῖς δὲν ἔχομε παρὰ νὰ ποῦμε ὅ,τι λέγει ὁ Θεός. Ἡ δυσκολία εἶναι σ’ ἐκείνους ποὺ ἀκοῦνε τὸ λόγο, γιατί πολλὲς φορὲς δὲν θέλουνε νὰ ἀκούσουν τί λέγει ὁ Θεός, ἀλλὰ τί λένε οἱ ἄνθρωποι. Ἀπὸ ἐδῶ ἀρχίζει ἡ τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὴν ἀνθρώπινη γνώση καὶ στὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ· ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νὰ μετράη τὴ δύναμή του μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Τί εἶναι λοιπὸν ὁ πλοῦτος σὲ σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο; Εἶναι ὅλα ὅσα μᾶς δίνει ἡ γῆ γιὰ νὰ ζήσουμε. Γιατί ὅ,τι ἔχομε, καὶ χρήματα καὶ κτήματα κι ὅλα τα ἄλλα, ἡ γῆ μᾶς τὰ δίνει. Καὶ μὲ ὅλα ποὺ μᾶς δίνει ἡ γῆ δὲν κάνομε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ζοῦμε. Ὅπως κι ἂν ζῆ ὁ καθένας, ἄλλος ἔτσι κι ἄλλος ἀλλιῶς· ἄλλος χορτάτος κι ἄλλος πεινασμένος· ἄλλος κουρασμένος κι ἄλλος ξεκούραστος· ἄλλος ἔνδοξος κι ἄλλος ἄδοξος· ἄλλος ντυμένος κι ἄλλος γυμνὸς· ἄλλος γερὸς κι ἄλλος ἄρρωστος. Ὅλοι μὲ ὅ,τι μᾶς δίνει ἡ γῆ δὲν κάνομε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ζοῦμε.
Ὅσοι σκέφτονται μόνο ἀνθρώπινα λένε πὺς ἡ γῆ γεννάει καὶ παράγει σύμφωνα μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους. Φυσικὰ λοιπὸν παράγει ἡ γῆ, φυσικὰ ζοῦν καὶ οἱ ἄνθρωποι. Κάποιοι ἄλλοι σκέφτονται ἀλλιώτικα, σύμφωνα δηλαδὴ μὲ ὅ,τι τοὺς ὑπαγορεύει ἡ ὑγιὴς συνείδηση καὶ μὲ ὅ,τι τοὺς ἀποκαλύπτει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ λοιπὸν πιστεύουν καὶ εἶναι περισσότερο ἀπὸ βέβαιοι ὅτι πίσω ἀπὸ τοὺς λεγόμενους φυσικοὺς νόμους εἶναι οἱ πνευματικοὶ λόγοι, ποὺ διέπουν τὴ ζωὴ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ἐδῶ τώρα εἶναι ποὺ χωριζόμαστε οἱ ἄνθρωποι. Ἐσὺ εἶσαι πλούσιος. Καὶ δὲν ξέρω ποῦ τὰ βρῆκες καὶ πῶς τὰ μάζεψες ὅσα ἔχεις. Καὶ συμβαίνει νὰ ὁμιλῆς καὶ σὺ γιὰ φυσικοὺς νόμους. Καὶ πιστεύεις λοιπὸν πῶς αὐτὴ εἶναι ἡ φυσικὴ τάξη· ἄλλοι νὰ εἶναι πλούσιοι κι ἄλλοι φτωχοὶ· ἄλλοι νὰ εἶναι χορτάτοι κι ἄλλοι πεινασμένοι. Δὲν σὲ ἀδικῶ· αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη σου κι ἔτσι σκέφτεσαι. Κι ὄχι μόνο ἔτσι σκέφτεσαι, ἀλλὰ καὶ κάνεις ὅ,τι μπορεῖς γιὰ νὰ διαιωνίζει μιὰ τέτοια τάξη στὸν κόσμο. Μαζεύεις ὅσα μπορεῖς καὶ μ’ ὅποιον τρόπο μπορεῖς κι ἐλπίζεις στὴν ἀδηλότητα τοῦ πλούτου σου. Γιὰ νὰ σκεφθῆς ἀλλιώτικα, ὅπως δηλαδὴ λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, πρέπει νὰ ξεπεράσης στὸ λογισμό σου τὰ ὅρια τῶν λεγόμενων φυσικῶν νόμων. Ὅταν θὰ δεχθῆς καὶ θὰ καταλάβης ὅτι ὄχι ἡ τυφλὴ φυσικὴ ἀνάγκη, ἀλλὰ φωτισμένος νοῦς καὶ ἐλεύθερη συνείδηση διέπει τὴν κίνηση τοῦ κόσμου καὶ τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, τότε θὰ δῆς ἀλλιώτικα τὰ πράγματα. Τότε θὰ δῆς πὼς ἡ χορτασιὰ ἡ δική σου καὶ ἡ πείνα τοῦ φτωχοῦ δὲν εἶναι τὸ σωστὸ καὶ τὸ δίκαιο. Τότε θὰ δῆς πὼς ὅ,τι δίνει ἡ γῆ δὲν εἶναι μόνο γιὰ σένα, μὰ γιὰ ὅλους ποὺ ζοῦνε ἐπάνω στὴ γῆ. Μόνο μιὰ πίστη ὀρθή μᾶς ἀνοίγει τὰ μάτια, γιὰ νὰ δοῦμε σωστὰ τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωή. Γιατί τώρα, χωρὶς νὰ πιστεύωμε στοὺς πνευματικοὺς λόγους τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς, ὁμιλοῦμε γιὰ ἐλευθερία καὶ δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη καὶ γιὰ ὅλα ὅσα ἀποτελοῦν ἀκοίμητους πόθους τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν λαῶν. Καὶ ποῦ θὰ τὰ στηρίξουμε ὅλ’ αὐτά, καὶ πῶς θὰ τὰ ἐξασφαλίσουμε στὸν κόσμο; Ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ εἰρήνη εἶναι γεννήματα, ποὺ τὰ σπέρματά τους τὰ γονιμοποιοῦν μέσα μας ὄχι οἱ φυσικοὶ λεγόμενοι νόμοι, ἀλλὰ οἱ ἀναλλοίωτοι πνευματικοὶ λόγοι, ὁ Θεὸς δηλαδὴ καὶ ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ.
    Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι ἔφτασαν καὶ δὲν πιστεύουν πιὰ στὸ Θεό. Καὶ παλεύουν γιὰ πράγματα, ποὺ μόνο ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ τοὺς τὰ ἔμαθε. Ἐκράτησαν τὰ πράγματα καὶ ἀρνιοῦνται τὸ Θεό. Καὶ δὲν εἶναι κάν πράγματα, γιὰ τὰ ὁποῖα λένε πὼς ἀγωνίζονται οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι. Εἶναι μόνο λέξεις· λέξεις χωρὶς περιεχόμενο, ποὺ τὶς ἐπαναλαμβάνουν ὅλοι κι ὁ καθένας τὶς ἐννοεῖ μὲ δικό του τρόπο. Τὸ ἴδιο, καθὼς ἕνας-ἕνας σκέφτονται οἱ ἄνθρωποι, σκέφτονται καὶ οἱ λαοί, κι ὁ κόσμος ἔχει φτάσει σὲ τέτοιο σημεῖο ἀσυνεννοησίας, σὰν τότε στὸν πύργο τῆς Βαβέλ. Ὅλοι φοβοῦνται μιὰ γενικὴ καταστροφὴ τῆς γῆς, κι ὅλοι γιὰ νὰ τὴν ἀποτρέψουν χρησιμοποιοῦν τὴν ὑλικὴ δύναμη τοῦ πλούτου. Δουλεύουν οἱ ἄνθρωποι, παράγει ἡ γῆ, κι ὅλα ξοδεύονται γιὰ πολεμικοὺς ἐξοπλισμούς. Ἐν τῷ μεταξύ τα δύο τρίτα των κατοίκων τῆς γῆς πεινοῦν καὶ πολλὲς χιλιάδες ἀνθρώπων πεθαίνουν μέσα στὴ στέρηση καὶ τὴν ἐξαθλίωση. Τί κάνει λοιπὸν ὁ πλοῦτος, καὶ πῶς δὲν ἔγινε καλύτερη ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων μὲ τόσα ἀγαθά, ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ποτέ, ἀλλὰ καὶ ποτὲ δὲν ἦσαν τόσο ἄδικα μοιρασμένα; Ἀλλὰ ὁ ὑλικὸς πλοῦτος ὄχι μόνο δὲν κάνει καλύτερη τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τὴν χειροτερεύει. Ἀντιστρέφονται οἱ ὄροι, κι ἐνῶ εἶναι ὁ πλοῦτος γιὰ τὸν ἄνθρωπο, γίνεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸν πλοῦτο. Ὑποδουλώνεται ὁ κύριος στὸν ὑπηρέτη. Ὁ Θεὸς εὐλογεῖ, ἀνατέλλει τὸν ἥλιο καὶ βρέχει «ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους»[2]. Καὶ ἡ γῆ γεννάει γιὰ νὰ τρέφωνται καὶ νὰ ἀπολαύουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Κι ὅμως, γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναπηρία τῶν ἀνθρώπων καὶ γιὰ τὴν ἠθική τους ἀνικανότητα, ὁ πλοῦτος γίνεται ἐμπόδιο γιὰ νὰ ζήσουν καλύτερα καὶ κινδυνεύουν ἐξαιτίας του νὰ χαθοῦν. Γιατί, ἂν τὰ ἀγαθά τῆς γῆς εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τότε θὰ πρέπει νὰ τὰ δοῦμε καὶ νὰ τὰ διαχειριστοῦμε σὲ σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο, κι ὄχι μόνο μὲ βάση κάποιους νόμους καὶ κανόνες τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης. Ὁπωσδήποτε μᾶς χρειάζεται νὰ ξέρωμε τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ἀγαπήσουμε, νὰ τὸν τιμήσουμε καὶ νὰ τὸν σεβαστοῦμε. Μὰ ὅλ’ αὐτὰ εἶν’ ἔξω ἀπὸ τοὺς σκοποὺς τῶν πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν. Αὐτὲς βλέπουν τὸν ἄνθρωπο σὰν οἰκονομικὴ μονάδα καὶ σὰν μέσο, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι σκοπὸς στὴ ζωὴ καὶ πρόσωπο στὸν κόσμο.

Ἀλλὰ μᾶς ἐνδιαφέρει ὁ ἄνθρωπος ὄχι σὰν ἄτομο καὶ ἀριθμητικὴ μονάδα μέσα στὸ σύνολο, ἀλλὰ σὰν πρόσωπο καὶ συγκεκριμένο μέλος μέσα στὸ κοινωνικὸ σῶμα. Ἄλλο ἄτομο κι ἄλλο πρόσωπο· ἄλλο μάζα κι ἄλλο κοινωνία. Τὸ ἄτομο εἶναι οἰκονομικὴ μονάδα, τὸ πρόσωπο εἶναι ἐλεύθερη συνείδηση. Τὸ ἄτομο δουλεύει, γιὰ νὰ μαζεύεται ὁ κόπος του σὲ κάποιο ἀφεντικὸ· ὅποιο κι ἂν εἶναι αὐτὸ τὸ ἀφεντικό. Τὸ πρόσωπο ἐργάζεται, γιὰ νὰ χαρῆ τὸν κόπο του. Αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ ἐργασία εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ ἐλεύθερου ἀνθρώπου, ποὺ ὁ κόπος του γυρίζει σ’ αὐτὸν τὸν ἴδιο, σὰν δίκαιη πληρωμὴ καὶ σὰν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Χαρὰ στον ποὺ τὸ βλέπει ἔτσι, μὰ καὶ ποὺ εἶν’ ἐλεύθερος γιὰ νὰ τὸ ζῆ ἔτσι. Αὐτὸς ξέρει γιατί ἐργάζεται, ξέρει γιατί συνάζει καὶ οἰκονομεῖ τὸν κόπο του καὶ ξέρει πὼς ὅσα ἔχει δὲν εἶναι μόνο γι’ αὐτὸν τὸν ἴδιο· εἶναι καὶ γιὰ κείνους ποὺ θέλουν μὰ δὲν μποροῦν νὰ ἐργασθοῦν, γιὰ τοὺς ἄρρωστους καὶ γιὰ ὅλους τους ἐνδεεῖς. Ἀλλὰ ποῦ τάχα μᾶς ὁδηγεῖ τὸ σημερινὸ κήρυγμα; Ὁ λόγος γιὰ τὸν ὑλικὸ πλοῦτο τῆς γῆς σὲ σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο δὲν ἔχει τελειωμό. Οἱ ἄνθρωποι δουλεύουν, ἡ γῆ παράγει καὶ ἡ βιομηχανία μετασκευάζει τὰ γεννήματα τῆς γῆς. Μακάρι ὅλ’ αὐτὰ νὰ γύριζαν στὸν ἄνθρωπο· τότε δὲν θὰ λέγαμε ὅτι δουλεύει, ἀλλ’ ὅτι ἐργάζεται. Τώρα ὁ κόπος μας, εἴτε μὲ τὸ ἕνα εἴτε μὲ τὸ ἄλλο οἰκονομικὸ σύστημα, ξοδεύεται σὲ πολεμικὲς παρασκευές, ποὺ θὰ εἶναι ἡ καταστροφὴ κι ὁ ὄλεθρος τῆς γῆς. Εἶναι τὸ μοιραῖο ἀποτέλεσμα, ὅταν δὲν ὑπηρετῆ ὁ πλοῦτος τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ δουλεύη ὁ ἄνθρωπος στὸν πλοῦτο.

Δὲν μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ τὸν ἄνθρωπο, χωρὶς νὰ πιστεύωμε στὸ  Θεό. Γιατί ἔξω ἀπὸ τὸ Θεὸ δὲν ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος σὰν ἄνθρωπος. Ἔξω ἀπὸ τὸ Θεὸ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ὑπόσταση καὶ προορισμό. Εἶναι ἕνα ἀξιολύπητο ὃν ἐπάνω στὴ γῆ, ποὺ δὲν ξέρει ἀπὸ ποῦ ἔρχεται καὶ ποῦ πηγαίνει, ποὺ ἀγνοεῖ γιατί καὶ γιὰ ποιὸν μοχθεῖ καὶ πάσχει, ποὺ δὲν τοῦ ἀνήκει ὁ κόπος του καὶ ὁ ἱδρώτας του, ποὺ δὲν ξέρει γιὰ ποιὸν ζῆ καὶ γιὰ ποιὸν πεθαίνει, ποὺ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκούη καὶ νὰ χειροκροτῆ στὶς φωνὲς τοῦ δρόμου καὶ νὰ μὴν μπορῆ νὰ ἀκούη τὴ δική του φωνὴ μέσα του. Γι’ αὐτὸ ἄς μὴ φοβηθοῦμε τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο τὴν ἀθεΐα. Ἀπ’ ὅπου κι ἂν ἔρχεται ἡ ἀθεΐα, εἴτε ἀπὸ τὸ ἕνα εἴτε ἀπὸ τὸ ἄλλο στρατόπεδο τοῦ χωρισμένου σήμερα κόσμου. Ἀφῆστε μέσα στοὺς ἀνθρώπους καὶ μὴν τοὺς ξερριζώνετε τὴν πίστη καὶ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, καὶ μιλῆστε τους γιὰ δικαιοσύνη καὶ γιὰ ἰσότητα καὶ γιὰ ἐλευθερία καὶ γιὰ εἰρήνη καὶ γιὰ ὅλα ὅσα εἶναι ἀλήθειες καὶ ἀγαθά του Θεοῦ. Ἂν πεθάνετε μέσα στοὺς ἀνθρώπους τὸ Θεὸ κι ἂν τοὺς γκρεμίστε τὴν πίστη, μὴν ἐλπίζετε πὼς τότε θὰ ζήσουν οἱ ἄνθρωποι καὶ θὰ μπορέσουνε νὰ κτίσουν τὴ ζωή τους. Γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος γιὰ νὰ ζήση. Μὰ εἶναι πάντα ζήτημα τί θαρροῦμε πῶς εἶναι ζωή· πολλὲς φορὲς ἐκεῖνο ποὺ βλέπομε γιὰ ζωὴ εἶναι θάνατος. Αὐτὸς ὁ νέος του αὐριανοῦ Εὐαγγελίου, μὲ τὸ ἐρώτημά του πρὸς τὸν Ἰησοῦ Χριστό, διερμήνευε ἕναν πανανθρώπινο πόθο· «Τί ποιήσας, ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;»[3]. νὰ ξεχωρίσης τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ τὰ πράγματα· νὰ ἐλευθερωθῆς ἀπὸ τὸν ὑλικὸ πλοῦτο. Αὐτὸ βέβαια εἶναι δύσκολο κι ἀκατόρθωτο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ γιὰ κείνους ποὺ θέλουν, τὸ μπορεῖ ὁ Θεός. Ἀμήν.
 Σ.Κ.Δ.






[1] Ἔξ. 20, 12-17. 
[2] Ματθ. 5,45-46.
[3] Λουκ. 18, 19

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΑ ΠΛΟΥΣΙΟΥ

Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Κυριακὴ Θ' Λουκᾶ (Λουκᾶς, 12,16-21)
20 Νοεμβρίου 1983
Θὰ παρακαλέσουμε ὅσους, ποὺ θὰ ἀκούσουν τὸ σημερινὸ κήρυγμα, νὰ τὸ ἀκούσουν ἀπροκατάληπτα. Ὅπου κι ἂν ἀνήκουν, ὅ,τι κι ἂν πιστεύουν, ἂν εἶναι πλούσιοι ἤ ἂν εἶναι φτωχοί, στὸ Εὐαγγέλιο ποὺ θὰ διαβαστῆ αὔριο στὴ θεία Λειτουργία νὰ ἀκούσουν τί λέγει ὁ Θεός. Τὸ ζήτημα, ποὺ θίγεται στὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονα πλουσίου, εἶναι ὁ πλοῦτος ἤ, γιὰ νὰ ποῦμε καλύτερα, ἡ πλεονεξία. Ἀλλὰ ἐπάνω σ’ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἡ ἀτμόσφαιρα, θὰ λέγαμε, εἶναι ἠλεκτρισμένη· ὅπου κι ἂν τὸ ἀγγίξη κανεὶς κινδυνεύει νὰ καῆ, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τολμᾶ νὰ πῆ γνώμη, εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς. Οἱ πλούσιοι πιστεύουν πὼς ὅσα ἔχουν εἶναι μόνο δικά τους καὶ πρέπει μὲ κάθε τρόπο νὰ τὰ κρατήσουν. Οἱ φτωχοὶ πάλι πιστεύουν πὼς ὅσα δὲν ἔχουν πρέπει νὰ τὰ ἀποκτήσουν, γιατί τοὺς ἀνήκουν. Ἔτσι λοιπὸν πλούσιοι καὶ φτωχοὶ συναντιοῦνται στὸ ἴδιο σημεῖο, στὴν ἀγάπη τοῦ πλούτου. Ἀλλ’ ἄς ἀκούσωμε τὸ Εὐαγγελικὸ κείμενο, μεταφρασμένο στὴ γλώσσα μας.
  Εἶπε ὁ Κύριος αὐτὴν ἐδῶ τὴν παραβολὴ· «Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πλούσιος καὶ κάρπισαν τὰ χωράφια του. Καὶ διαλογιζότανε μέσα του κι ἔλεγε· ‘Τί νὰ κάμω; Δὲν ἔχω ποὺ νὰ συνάξω τοὺς καρπούς μου!’. Σὲ  μιὰ στιγμὴ εἶπε· ´´Αὐτὸ θὰ κάμω! Θὰ γκρεμίσω τὶς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ χτίσω μεγαλύτερες. Θὰ μαζέψω ἐκεῖ ὅλα μου τὰ γεννήματα καὶ τὰ ἀγαθά μου καὶ θὰ πῶ στὴν ψυχή μου· Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ γιὰ πολλὰ χρόνια· ἀναπαύου λοιπόν, φάγε, πιέ, καλοπέρνα!’´. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε· ‘Ἄμυαλε! Τούτη τὴ νύχτα ἀπαιτοῦν ἀπὸ σένα τὴν ψυχή σου. Αὐτὰ λοιπὸν ποὺ ἑτοίμασες σὲ ποιὸν θὰ πᾶνε; Ἔτσι παθαίνει ὅποιος θησαυρίζει γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ δὲν εἶναι πλούσιος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ». Διδάσκοντας αὐτὰ στὸ τέλος εἶπε· «Ὅποιος ἔχει αὐτιὰ γιὰ νὰ ἀκούη, ἄς ἀκούη».!
Ὅταν σήμερα, μὲ ἀφορμὴ τὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονα πλουσίου, καταπιανώμαστε νὰ ὁμιλήσουμε γιὰ τὸν πλοῦτο, νὰ μὴ νομίση κανεὶς πὼς ἀγνοοῦμε σὲ τί καιρὸ βρισκόμαστε καὶ σὲ ποιοὺς ὁμιλοῦμε. Τὸ ξέρομε καλὰ πὼς κινδυνεύομε νὰ ὁμιλοῦμε στὸν ἀέρα κι εἴμαστε βέβαιοι πὼς κανένας σχεδὸν δὲν ἀκούει· μήτε πλούσιος μήτε φτωχός. Ή, γιὰ νὰ ποῦμε καλύτερα, ὁ καθένας ἀκούει μὲ τὸν δικό του τρόπο κι ὅλοι ἀγανακτοῦν ἐναντίον μας, γιατί καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἔχουν δική τους γνώμη καὶ εἶναι βέβαιοι πὼς ἔχουν ἀπόλυτο δίκιο. Καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ φτωχοί· γιατί ὅλοι συναντιοῦνται στὸ ἴδιο σημεῖο, στὴ λατρεία τοῦ πλούτου, στὴν προσήλωσή τους στὸν παρόντα βίο, σὰν κι αὐτὸς μόνο νὰ εἶναι ὁ κόσμος τοῦ ἀνθρώπου κι ἡ ζωή του.  Μιὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅτι ὅλοι ἀγαποῦν τὸν πλοῦτο. Οἱ πλούσιοι τὸν κατέχουν καὶ ἀγωνιοῦν νὰ μὴ τὸν χάσουν· οἱ φτωχοὶ δὲν τὸν ἔχουν κι ἀγωνίζονται νὰ τὸν ἀποκτήσουν. Εἶναι καὶ κάποιοι, ποὺ τάχα καταδικάζουν τὸν πλοῦτο. Αὐτοὶ ὅμως δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς. Αὐτοὶ δὲν καταδικάζουν τὸν πλοῦτο, ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ τὸν κατέχουν. Γι’ αὐτὸ μόλις μπορέσουν γίνονται κι αὐτοὶ πλούσιοι κι εἶναι εὐχαριστημένοι. Ἂν τὸ ἰδανικό τοῦ Εὐαγγελίου ἦταν μόνο κοινωνικό, θὰ λέγαμε κι ἐμεῖς· «Ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι νὰ ἀντιστραφοῦν οἱ ὅροι καὶ νὰ γίνουν οἱ πλούσιοι φτωχοὶ κι οἱ φτωχοὶ πλούσιοι, ἀλλὰ νὰ γίνουν ὅλοι πλούσιοι». Μὰ τὸ ἰδανικό τοῦ Εὐαγγελίου δὲν εἶναι αὐτό. Ὁ Χριστός, ὄχι ὅπως τὸν ἑρμηνεύουν οἱ εἰδωλολάτρες τοῦ μαμωνᾶ, τὸ ἴδιο οἱ πλούσιοι κι οἱ φτωχοί, μὰ ὅπως ὁμιλεῖ καὶ πράττει στὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς λοιπὸν ξεπερνάει τὸν πειρασμὸ τοῦ πλούτου. Δὲν τὸν καταδικάζει, μὰ μήτε τὸν δικαιώνει· ἐπισημαίνει τὸν κίνδυνο τοῦ πλούτου· «Ὁρᾶτε καὶ φυλάσσεσθε ἀπὸ πάσης πλεονεξίας». Προσέχετε καὶ φυλάγεσθε ἀπὸ κάθε πλεονεξία.
Ἄς ἔλθωμε τώρα πιὸ κοντὰ στὴν παραβολή. Σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν ὁμιλεῖ γιὰ τὸν πλοῦτο, ἀλλὰ γιὰ τὴν πλεονεξία καὶ τὴν ἀφροσύνη ἑνὸς πλουσίου. Ποτὲ δὲν ὁμιλεῖ γιὰ τὰ πράγματα, ἀλλὰ πάντα γιὰ τὸν ἄνθρωπο μέσα στὰ πράγματα. Καὶ τὸν θέλει κυρίαρχο κι ἐξουσιαστὴ τῶν πραγμάτων, κι ὄχι ὑποταγμένο καὶ δοῦλο σ’ αὐτά. Ἀπὸ μόνα τους τὰ πράγματα δὲν εἶναι μήτε καλὰ μήτε κακά. Πιὸ σωστὰ θὰ λέγαμε πὼς ὅλα, κι ὁ ἄνθρωπος καὶ τὰ πράγματα, εἶναι φτιαγμένα ἀπὸ τὸ Θεὸ «καλὰ λίαν», μὰ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν κακὴ προαίρεσή του χαλάει καὶ τὸν ἑαυτό του, χαλάει καὶ τὰ πράγματα. Στὰ χέρια τοῦ ἀνθρώπου τὸ σίδερο γίνεται μαχαίρι γιὰ νὰ κόψη ψωμὶ καὶ μαχαίρι γιὰ νὰ σφάξη τὸ συνάνθρωπό του. Στὰ χέρια τῶν ἀνθρώπων κι ὁ πλοῦτος εἶν’ ἕνα μέσον γιὰ νὰ ζήσουν καὶ  μιὰ αἰτία γιὰ νὰ πεθάνουν· ἄλλοι μέσ’ στὴν πλησμονὴ καὶ τὴ χορτασιά τους, κι ἄλλοι μέσ’ στὴ στέρηση καὶ τὴν πείνα. Γιατί δὲν ὑπάρχει ὅριο, ποὺ νὰ χωρίζη τὸν πλοῦτο ἀπὸ τὴ φτώχεια. «Τί νὰ κάμω;» λέγει ὁ ἄφρονας πλούσιος, κι εἶναι φτωχὸς μέσα στὰ καλά του. «Δόξα τῷ Θεῷ» λέγει ὁ φτωχός, κι εἶναι πλούσιος μέσα στὴν αὐτάρκειά του. Γιατί, ἂν ὑπάρχη ἕνα ὅριο μέσα στὸν πλοῦτο καὶ τὴ φτώχεια, αὐτὸ εἶναι μόνο ἡ αὐτάρκεια· νὰ ἀρκεῖσαι σ’ ἐκεῖνα ποὺ ἔχεις. Τὸ ἀντίθετο εἶναι ἡ πλεονεξία· νὰ θέλης νὰ ἔχης ὅλο καὶ περισσότερα καὶ ποτὲ νὰ μὴ λὲς «φτάνει»·  νὰ πιστεύης πὼς ὅσα ἔχεις, ὅπως κι ἂν τ’ ἀπόκτησες, εἶναι δικά σου καὶ μόνο γιὰ σένα. Τὰ ἀγαθά «μου», τὰ γεννήματά «μου» λέγει ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς, καὶ τὰ σχετίζει μὲ τὴν ψυχή του καὶ τὰ ταυτίζει μὲ τὸν ἑαυτὸ του· αὐτὸς καὶ τὰ γεννήματά του εἶναι τὸ ἴδιο. Φτάνει ποὺ εἶναι γεμάτες οἱ ἀποθῆκες· καὶ τί ἄλλο τάχα χρειάζεται γιὰ νὰ ζῆ, νὰ ἀναπαύεται, νὰ τρώγη, νὰ πίνη καὶ νὰ εὐφραίνεται; Ὁ Μέγας Βασίλειος, στὴν περίφημη ὁμιλία του στὸν ἄφρονα πλούσιο, σὲ  μιὰ στιγμὴ ρωτάει· «Εἰ δὲ χοιρείαν εἶχες ψυχήν, τί ἂν ἄλλο ἤ τοῦτο αὐτῇ εὐηγγελίσω;»· ἂν ἤσουν χοῖρος, τί ἄλλο τάχα θὰ ’λεγες στὴν ψυχή σου;
Ὁ πειρασμὸς τοῦ πλούτου καὶ τῆς πλεονεξίας εἶναι τόσο μεγάλος καὶ ἰσχυρός, ποὺ μήτε κι ὁ θάνατος τὸν νικάει. Τὸ βλέπομε κάθε μέρα καὶ τὸ διαπιστώνομε ὅτι πεθαίνουν οἱ φτωχοί, μὰ πεθαίνουν κι οἱ πλούσιοι. Καὶ κανένας δὲν ξέρει πότε πεθαίνει καὶ κανένας δὲν παίρνει τίποτε μαζί του. Ὁ φτωχὸς βέβαια, γιατί δὲν ἔχει· μὰ κι ὁ πλούσιος, γιατί δὲν μπορεῖ. Στὴ γέννησή τους καὶ στὸ θάνατό τους εἶναι τὸ ἴδιο καὶ πλούσιοι καὶ φτωχοί. Αὐτὰ ποὺ εἶναι γύρω σ’ αὐτὸν ποὺ γεννιέται στὸ παλάτι δὲν τοῦ προσθέτουν τίποτε, κι αὐτὰ ποὺ λείπουν σ’ αὐτὸν ποὺ γεννιέται στὸ καλύβι, δὲν τοῦ ἀφαιροῦν τίποτε. Γιατί ποτὲ δὲν ταυτίζεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ γύρω του·   τὰ πρόσωπα εἶναι πρόσωπα, καὶ τὰ πράγματα εἶναι πράγματα. Ὅσο κι ἂν ξεγελαστῆς μέσα στὸν πλοῦτο σου κι ὅσο κι ἂν ἀποκάμης μέσα στὴ φτώχειά σου, νὰ μὴν ξεθαρρέψης πὼς ἐσὺ καὶ τὰ γύρω σου, ὅσα ἔχεις ὁ πλούσιος κι ὅσα σοῦ λείπουν τοῦ φτωχοῦ, εἶναι τὸ ἴδιο. Ὁ πλούσιος μέσα στὰ καλά του εἶν’ ἕνας ἄνθρωπος καὶ τίποτε παραπάνω, κι ὁ φτωχὸς μέσα στὴ φτώχεια του εἰν’ ἕνας ἄνθρωπος καὶ τίποτε παρακάτω. Ὅταν ἔλθη ὁ καιρὸς νὰ φύγουν, φεύγουν κι οἱ δυὸ περισσότερο ἀπὸ γυμνοί. Πιὸ δικό μας ἀπὸ τὸ σῶμα δὲν ὑπάρχει, κι ὅμως κι αὐτὸ φεύγοντας δὲν τὸ παίρνομε μαζί μας τὸ ἀφήνομε στὴ γῆ ὡς τὴν ἡμέρα τῆς κοινῆς ἀνάστασης. Ὅσα λοιπὸν συνάζομε σὲ ποιὸν θὰ πᾶνε; Ἡ ἐρώτηση πρὸς τὸν ἄφρονα πλούσιο εἶναι ἡ ἴδια πρὸς τὸν κάθε πλεονέκτη, ὅταν γυμνὸς καὶ περισσότερο ἀπὸ γυμνὸς ἀναγκάζεται νὰ φύγη · «ἃ δὲ ἠτοίμασας τίνι ἔσται;».
Ἀλλὰ ἐδῶ ἀνοίγεται ἄλλο θέμα, γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν ὁμιλεῖ ἡ παραβολή. «Ἔχω παιδιά», λέγει, «καὶ παλεύω γιὰ τὰ παιδιά μου κι ὅ,τι μάζεψα τὰ ἀφήνω στὰ παιδιά μου». Νὰ  μιὰ καλὴ πρόφαση τῆς πλεονεξίας καὶ τῆς ἀφροσύνης τῶν πλουσίων. Τὰ παιδιά! Μά, ἂν τὸ θέλη ὁ Θεὸς κι ἂν τὸ σηκώνουν κι οἱ ἄνθρωποι, νὰ διαιωνίζη ἡ δυναστεία τοῦ πλούτου ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά! Κι ἂν εἶναι πιὸ ἄστατο καὶ πιὸ ἀπατηλὸ ἀπὸ τὸν πλοῦτο· περνάει ἀπὸ χέρι σὲ χέρι καὶ ξεγελάει ὅσους, ποὺ στηρίζουνε σ’ αὐτὸν τὶς ἐλπίδες των. «Μὴ ἠλπικέναι ἐπὶ πλούτου ἀδηλότητι» γράφει ὁ Ἀπόστολος, ποὺ πάει νὰ πῆ πὼς ἡ χειρότερη κληρονομιὰ γιὰ τὰ παιδιὰ εἶναι ὁ ὑλικὸς πλοῦτος. Γιατί ὅσοι τὰ βρίσκουν ἕτοιμα δὲν ξέρουν νὰ τὰ ἐκτιμήσουν καὶ δὲν εἶναι σὲ θέση οὔτε νὰ τὰ φυλάξουν οὔτε νὰ τὰ αὐξήσουν. Ἂν εἶναι ἀνάγκη καὶ χρειάζεται νὰ ἔχωμε  μιὰ οἰκονομικὴ βάση γιὰ νὰ ζήσουμε καὶ νὰ ἐργασθοῦμε, πρέπει νὰ μάθωμε καὶ νὰ ξερωμε πῶς βγαίνουν καὶ πῶς οἰκονομοῦνται τὰ καλά, ἀλλιῶς μέσα σὲ λίγον καιρὸ τρῶμε τὰ ἕτοιμα κι ὕστερα μένομε στὸ δρόμο. Ἄλλη εἶναι ἡ κληρονομιὰ κι ἄλλη ἡ προίκα, ποὺ καὶ οἱ πλούσιοι κι οἱ φτωχοὶ πρέπει νὰ ἀφήνουν στὰ παιδιά τους, γιὰ νὰ εἶναι σίγουροι πὼς τὰ παιδιὰ θὰ πιάσουν τόπο στὴ ζωή. Ἀλλὰ εἴπαμε πὼς τὰ παιδιὰ εἶναι καλὴ πρόφαση τῆς πλεονεξίας. Οἱ πλεονέκτες καὶ οἱ ἄφρονες πλούσιοι δὲν ἔχουν ἀγάπη οὔτε καὶ γιὰ τὰ παιδιά τους. Κάθε πλεονέκτης «θησαυρίζει καὶ οὐ γινώσκει τίνι συνάξει αὐτὰ».

Ποιὸν τάχα πείθομε σήμερα; Κανέναν! Πρῶτα, γιατί κανένας δὲν θέλει νὰ πεισθῆ· μήτε πλούσιος μήτε φτωχός. Ὁ πλούσιος, γιατί φοβᾶται μὴ φτωχύνει· κι ὁ φτωχός, γιατί βιάζεται νὰ πλουτίση. Ἔπειτα, γιατί στὸν κόσμο σήμερα οἱ ἄνθρωποι, γιὰ τὸν πλοῦτο καὶ γιὰ τὴ φτώχεια, μιλᾶνε  μιὰ ἄλλη γλώσσα, ποὺ ἐμεῖς δὲν τὴν ξέρομε. Ὅμως καὶ γιατί ἐμεῖς δὲν θέλομε νὰ πείσουμε κανένα. Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς στέλνει γιὰ νὰ γίνωμε δικηγόροι τῆς ἀλήθειάς του, ἀλλὰ νὰ κηρύξουμε τὸ Εὐαγγέλιο. Ὄχι γιὰ νὰ πεισθοῦν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ γιὰ νὰ πιστέψουν. Καὶ νὰ θέλαμε καὶ νὰ ’πρεπε νὰ γίνωμε δικηγόροι τῆς θείας ἀλήθειας στὸ ζήτημα τοῦ πλούτου, ὁμολογοῦμε πὼς μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ καιροῦ μας δὲν θὰ τὰ βγάζαμε πέρα. Δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς πείσουμε, ἀκριβῶς γιατί δὲν θέλουν νὰ πιστέψουν. Γὶ αὐτὸ κι ἐμεῖς ἀφήνοντας τὴ μάταιη προσπάθεια νὰ πείσωμε τοὺς ἀνθρώπους μὲ δικά μας ἀσθενῆ ἐπιχειρήματα, κηρύττομε τὸ Εὐαγγέλιο, μήπως καὶ πιστέψουν οἱ ἀπειθεῖς. Ἂν εἶναι εἰλικρινὴς καὶ ἄδολη ἡ διακονία μας, ὁ Θεὸς θὰ δώση νὰ πιστέψουν καὶ νὰ πεισθοῦν κάποιοι ἀπὸ τοὺς σύγχρονους εἰδωλολάτρες τοῦ πλούτου. Εἶναι ἄξιο νὰ προσέξουμε ὅτι ὁ Ἀπόστολος, μέσα σὲ κάποιες ἄλλες μεγάλες καὶ βαρειὲς ἁμαρτίες, μόνο τὴν πλεονεξία ὀνομάζει εἰδωλολατρία, «... καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία». Ἀλλ’ ἄς κλείσουμε τὴ σημερινὴ ὁμιλία μὲ τὰ ἴδια λόγια, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Μέγας Βασίλειος κλείνει τὴν ὁμιλία στὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονα πλουσίου· «Ἐγὼ μὲν εἶπον, ἃ συμφέρον ἐνόμιζον. Σοὶ δέ, πεισθέντι μέν, πρόδηλα τὰ ἐν ἐπαγγελίαις ἀποκείμενα ἀγαθά· παρακούσαντι δέ, γεγραμμένη ἐστὶν ἡ ἀπειλή, ἧς εὔχομαί σε τὴν πεῖραν διαφυγεῖν...». Ἀμήν.