Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΑ ΠΛΟΥΣΙΟΥ

Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Κυριακὴ Θ' Λουκᾶ (Λουκᾶς, 12,16-21)
20 Νοεμβρίου 1983
Θὰ παρακαλέσουμε ὅσους, ποὺ θὰ ἀκούσουν τὸ σημερινὸ κήρυγμα, νὰ τὸ ἀκούσουν ἀπροκατάληπτα. Ὅπου κι ἂν ἀνήκουν, ὅ,τι κι ἂν πιστεύουν, ἂν εἶναι πλούσιοι ἤ ἂν εἶναι φτωχοί, στὸ Εὐαγγέλιο ποὺ θὰ διαβαστῆ αὔριο στὴ θεία Λειτουργία νὰ ἀκούσουν τί λέγει ὁ Θεός. Τὸ ζήτημα, ποὺ θίγεται στὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονα πλουσίου, εἶναι ὁ πλοῦτος ἤ, γιὰ νὰ ποῦμε καλύτερα, ἡ πλεονεξία. Ἀλλὰ ἐπάνω σ’ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἡ ἀτμόσφαιρα, θὰ λέγαμε, εἶναι ἠλεκτρισμένη· ὅπου κι ἂν τὸ ἀγγίξη κανεὶς κινδυνεύει νὰ καῆ, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τολμᾶ νὰ πῆ γνώμη, εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς. Οἱ πλούσιοι πιστεύουν πὼς ὅσα ἔχουν εἶναι μόνο δικά τους καὶ πρέπει μὲ κάθε τρόπο νὰ τὰ κρατήσουν. Οἱ φτωχοὶ πάλι πιστεύουν πὼς ὅσα δὲν ἔχουν πρέπει νὰ τὰ ἀποκτήσουν, γιατί τοὺς ἀνήκουν. Ἔτσι λοιπὸν πλούσιοι καὶ φτωχοὶ συναντιοῦνται στὸ ἴδιο σημεῖο, στὴν ἀγάπη τοῦ πλούτου. Ἀλλ’ ἄς ἀκούσωμε τὸ Εὐαγγελικὸ κείμενο, μεταφρασμένο στὴ γλώσσα μας.
  Εἶπε ὁ Κύριος αὐτὴν ἐδῶ τὴν παραβολὴ· «Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πλούσιος καὶ κάρπισαν τὰ χωράφια του. Καὶ διαλογιζότανε μέσα του κι ἔλεγε· ‘Τί νὰ κάμω; Δὲν ἔχω ποὺ νὰ συνάξω τοὺς καρπούς μου!’. Σὲ  μιὰ στιγμὴ εἶπε· ´´Αὐτὸ θὰ κάμω! Θὰ γκρεμίσω τὶς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ χτίσω μεγαλύτερες. Θὰ μαζέψω ἐκεῖ ὅλα μου τὰ γεννήματα καὶ τὰ ἀγαθά μου καὶ θὰ πῶ στὴν ψυχή μου· Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ γιὰ πολλὰ χρόνια· ἀναπαύου λοιπόν, φάγε, πιέ, καλοπέρνα!’´. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε· ‘Ἄμυαλε! Τούτη τὴ νύχτα ἀπαιτοῦν ἀπὸ σένα τὴν ψυχή σου. Αὐτὰ λοιπὸν ποὺ ἑτοίμασες σὲ ποιὸν θὰ πᾶνε; Ἔτσι παθαίνει ὅποιος θησαυρίζει γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ δὲν εἶναι πλούσιος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ». Διδάσκοντας αὐτὰ στὸ τέλος εἶπε· «Ὅποιος ἔχει αὐτιὰ γιὰ νὰ ἀκούη, ἄς ἀκούη».!
Ὅταν σήμερα, μὲ ἀφορμὴ τὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονα πλουσίου, καταπιανώμαστε νὰ ὁμιλήσουμε γιὰ τὸν πλοῦτο, νὰ μὴ νομίση κανεὶς πὼς ἀγνοοῦμε σὲ τί καιρὸ βρισκόμαστε καὶ σὲ ποιοὺς ὁμιλοῦμε. Τὸ ξέρομε καλὰ πὼς κινδυνεύομε νὰ ὁμιλοῦμε στὸν ἀέρα κι εἴμαστε βέβαιοι πὼς κανένας σχεδὸν δὲν ἀκούει· μήτε πλούσιος μήτε φτωχός. Ή, γιὰ νὰ ποῦμε καλύτερα, ὁ καθένας ἀκούει μὲ τὸν δικό του τρόπο κι ὅλοι ἀγανακτοῦν ἐναντίον μας, γιατί καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἔχουν δική τους γνώμη καὶ εἶναι βέβαιοι πὼς ἔχουν ἀπόλυτο δίκιο. Καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ φτωχοί· γιατί ὅλοι συναντιοῦνται στὸ ἴδιο σημεῖο, στὴ λατρεία τοῦ πλούτου, στὴν προσήλωσή τους στὸν παρόντα βίο, σὰν κι αὐτὸς μόνο νὰ εἶναι ὁ κόσμος τοῦ ἀνθρώπου κι ἡ ζωή του.  Μιὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅτι ὅλοι ἀγαποῦν τὸν πλοῦτο. Οἱ πλούσιοι τὸν κατέχουν καὶ ἀγωνιοῦν νὰ μὴ τὸν χάσουν· οἱ φτωχοὶ δὲν τὸν ἔχουν κι ἀγωνίζονται νὰ τὸν ἀποκτήσουν. Εἶναι καὶ κάποιοι, ποὺ τάχα καταδικάζουν τὸν πλοῦτο. Αὐτοὶ ὅμως δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς. Αὐτοὶ δὲν καταδικάζουν τὸν πλοῦτο, ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ τὸν κατέχουν. Γι’ αὐτὸ μόλις μπορέσουν γίνονται κι αὐτοὶ πλούσιοι κι εἶναι εὐχαριστημένοι. Ἂν τὸ ἰδανικό τοῦ Εὐαγγελίου ἦταν μόνο κοινωνικό, θὰ λέγαμε κι ἐμεῖς· «Ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι νὰ ἀντιστραφοῦν οἱ ὅροι καὶ νὰ γίνουν οἱ πλούσιοι φτωχοὶ κι οἱ φτωχοὶ πλούσιοι, ἀλλὰ νὰ γίνουν ὅλοι πλούσιοι». Μὰ τὸ ἰδανικό τοῦ Εὐαγγελίου δὲν εἶναι αὐτό. Ὁ Χριστός, ὄχι ὅπως τὸν ἑρμηνεύουν οἱ εἰδωλολάτρες τοῦ μαμωνᾶ, τὸ ἴδιο οἱ πλούσιοι κι οἱ φτωχοί, μὰ ὅπως ὁμιλεῖ καὶ πράττει στὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς λοιπὸν ξεπερνάει τὸν πειρασμὸ τοῦ πλούτου. Δὲν τὸν καταδικάζει, μὰ μήτε τὸν δικαιώνει· ἐπισημαίνει τὸν κίνδυνο τοῦ πλούτου· «Ὁρᾶτε καὶ φυλάσσεσθε ἀπὸ πάσης πλεονεξίας». Προσέχετε καὶ φυλάγεσθε ἀπὸ κάθε πλεονεξία.
Ἄς ἔλθωμε τώρα πιὸ κοντὰ στὴν παραβολή. Σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν ὁμιλεῖ γιὰ τὸν πλοῦτο, ἀλλὰ γιὰ τὴν πλεονεξία καὶ τὴν ἀφροσύνη ἑνὸς πλουσίου. Ποτὲ δὲν ὁμιλεῖ γιὰ τὰ πράγματα, ἀλλὰ πάντα γιὰ τὸν ἄνθρωπο μέσα στὰ πράγματα. Καὶ τὸν θέλει κυρίαρχο κι ἐξουσιαστὴ τῶν πραγμάτων, κι ὄχι ὑποταγμένο καὶ δοῦλο σ’ αὐτά. Ἀπὸ μόνα τους τὰ πράγματα δὲν εἶναι μήτε καλὰ μήτε κακά. Πιὸ σωστὰ θὰ λέγαμε πὼς ὅλα, κι ὁ ἄνθρωπος καὶ τὰ πράγματα, εἶναι φτιαγμένα ἀπὸ τὸ Θεὸ «καλὰ λίαν», μὰ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν κακὴ προαίρεσή του χαλάει καὶ τὸν ἑαυτό του, χαλάει καὶ τὰ πράγματα. Στὰ χέρια τοῦ ἀνθρώπου τὸ σίδερο γίνεται μαχαίρι γιὰ νὰ κόψη ψωμὶ καὶ μαχαίρι γιὰ νὰ σφάξη τὸ συνάνθρωπό του. Στὰ χέρια τῶν ἀνθρώπων κι ὁ πλοῦτος εἶν’ ἕνα μέσον γιὰ νὰ ζήσουν καὶ  μιὰ αἰτία γιὰ νὰ πεθάνουν· ἄλλοι μέσ’ στὴν πλησμονὴ καὶ τὴ χορτασιά τους, κι ἄλλοι μέσ’ στὴ στέρηση καὶ τὴν πείνα. Γιατί δὲν ὑπάρχει ὅριο, ποὺ νὰ χωρίζη τὸν πλοῦτο ἀπὸ τὴ φτώχεια. «Τί νὰ κάμω;» λέγει ὁ ἄφρονας πλούσιος, κι εἶναι φτωχὸς μέσα στὰ καλά του. «Δόξα τῷ Θεῷ» λέγει ὁ φτωχός, κι εἶναι πλούσιος μέσα στὴν αὐτάρκειά του. Γιατί, ἂν ὑπάρχη ἕνα ὅριο μέσα στὸν πλοῦτο καὶ τὴ φτώχεια, αὐτὸ εἶναι μόνο ἡ αὐτάρκεια· νὰ ἀρκεῖσαι σ’ ἐκεῖνα ποὺ ἔχεις. Τὸ ἀντίθετο εἶναι ἡ πλεονεξία· νὰ θέλης νὰ ἔχης ὅλο καὶ περισσότερα καὶ ποτὲ νὰ μὴ λὲς «φτάνει»·  νὰ πιστεύης πὼς ὅσα ἔχεις, ὅπως κι ἂν τ’ ἀπόκτησες, εἶναι δικά σου καὶ μόνο γιὰ σένα. Τὰ ἀγαθά «μου», τὰ γεννήματά «μου» λέγει ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς, καὶ τὰ σχετίζει μὲ τὴν ψυχή του καὶ τὰ ταυτίζει μὲ τὸν ἑαυτὸ του· αὐτὸς καὶ τὰ γεννήματά του εἶναι τὸ ἴδιο. Φτάνει ποὺ εἶναι γεμάτες οἱ ἀποθῆκες· καὶ τί ἄλλο τάχα χρειάζεται γιὰ νὰ ζῆ, νὰ ἀναπαύεται, νὰ τρώγη, νὰ πίνη καὶ νὰ εὐφραίνεται; Ὁ Μέγας Βασίλειος, στὴν περίφημη ὁμιλία του στὸν ἄφρονα πλούσιο, σὲ  μιὰ στιγμὴ ρωτάει· «Εἰ δὲ χοιρείαν εἶχες ψυχήν, τί ἂν ἄλλο ἤ τοῦτο αὐτῇ εὐηγγελίσω;»· ἂν ἤσουν χοῖρος, τί ἄλλο τάχα θὰ ’λεγες στὴν ψυχή σου;
Ὁ πειρασμὸς τοῦ πλούτου καὶ τῆς πλεονεξίας εἶναι τόσο μεγάλος καὶ ἰσχυρός, ποὺ μήτε κι ὁ θάνατος τὸν νικάει. Τὸ βλέπομε κάθε μέρα καὶ τὸ διαπιστώνομε ὅτι πεθαίνουν οἱ φτωχοί, μὰ πεθαίνουν κι οἱ πλούσιοι. Καὶ κανένας δὲν ξέρει πότε πεθαίνει καὶ κανένας δὲν παίρνει τίποτε μαζί του. Ὁ φτωχὸς βέβαια, γιατί δὲν ἔχει· μὰ κι ὁ πλούσιος, γιατί δὲν μπορεῖ. Στὴ γέννησή τους καὶ στὸ θάνατό τους εἶναι τὸ ἴδιο καὶ πλούσιοι καὶ φτωχοί. Αὐτὰ ποὺ εἶναι γύρω σ’ αὐτὸν ποὺ γεννιέται στὸ παλάτι δὲν τοῦ προσθέτουν τίποτε, κι αὐτὰ ποὺ λείπουν σ’ αὐτὸν ποὺ γεννιέται στὸ καλύβι, δὲν τοῦ ἀφαιροῦν τίποτε. Γιατί ποτὲ δὲν ταυτίζεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ γύρω του·   τὰ πρόσωπα εἶναι πρόσωπα, καὶ τὰ πράγματα εἶναι πράγματα. Ὅσο κι ἂν ξεγελαστῆς μέσα στὸν πλοῦτο σου κι ὅσο κι ἂν ἀποκάμης μέσα στὴ φτώχειά σου, νὰ μὴν ξεθαρρέψης πὼς ἐσὺ καὶ τὰ γύρω σου, ὅσα ἔχεις ὁ πλούσιος κι ὅσα σοῦ λείπουν τοῦ φτωχοῦ, εἶναι τὸ ἴδιο. Ὁ πλούσιος μέσα στὰ καλά του εἶν’ ἕνας ἄνθρωπος καὶ τίποτε παραπάνω, κι ὁ φτωχὸς μέσα στὴ φτώχεια του εἰν’ ἕνας ἄνθρωπος καὶ τίποτε παρακάτω. Ὅταν ἔλθη ὁ καιρὸς νὰ φύγουν, φεύγουν κι οἱ δυὸ περισσότερο ἀπὸ γυμνοί. Πιὸ δικό μας ἀπὸ τὸ σῶμα δὲν ὑπάρχει, κι ὅμως κι αὐτὸ φεύγοντας δὲν τὸ παίρνομε μαζί μας τὸ ἀφήνομε στὴ γῆ ὡς τὴν ἡμέρα τῆς κοινῆς ἀνάστασης. Ὅσα λοιπὸν συνάζομε σὲ ποιὸν θὰ πᾶνε; Ἡ ἐρώτηση πρὸς τὸν ἄφρονα πλούσιο εἶναι ἡ ἴδια πρὸς τὸν κάθε πλεονέκτη, ὅταν γυμνὸς καὶ περισσότερο ἀπὸ γυμνὸς ἀναγκάζεται νὰ φύγη · «ἃ δὲ ἠτοίμασας τίνι ἔσται;».
Ἀλλὰ ἐδῶ ἀνοίγεται ἄλλο θέμα, γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν ὁμιλεῖ ἡ παραβολή. «Ἔχω παιδιά», λέγει, «καὶ παλεύω γιὰ τὰ παιδιά μου κι ὅ,τι μάζεψα τὰ ἀφήνω στὰ παιδιά μου». Νὰ  μιὰ καλὴ πρόφαση τῆς πλεονεξίας καὶ τῆς ἀφροσύνης τῶν πλουσίων. Τὰ παιδιά! Μά, ἂν τὸ θέλη ὁ Θεὸς κι ἂν τὸ σηκώνουν κι οἱ ἄνθρωποι, νὰ διαιωνίζη ἡ δυναστεία τοῦ πλούτου ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά! Κι ἂν εἶναι πιὸ ἄστατο καὶ πιὸ ἀπατηλὸ ἀπὸ τὸν πλοῦτο· περνάει ἀπὸ χέρι σὲ χέρι καὶ ξεγελάει ὅσους, ποὺ στηρίζουνε σ’ αὐτὸν τὶς ἐλπίδες των. «Μὴ ἠλπικέναι ἐπὶ πλούτου ἀδηλότητι» γράφει ὁ Ἀπόστολος, ποὺ πάει νὰ πῆ πὼς ἡ χειρότερη κληρονομιὰ γιὰ τὰ παιδιὰ εἶναι ὁ ὑλικὸς πλοῦτος. Γιατί ὅσοι τὰ βρίσκουν ἕτοιμα δὲν ξέρουν νὰ τὰ ἐκτιμήσουν καὶ δὲν εἶναι σὲ θέση οὔτε νὰ τὰ φυλάξουν οὔτε νὰ τὰ αὐξήσουν. Ἂν εἶναι ἀνάγκη καὶ χρειάζεται νὰ ἔχωμε  μιὰ οἰκονομικὴ βάση γιὰ νὰ ζήσουμε καὶ νὰ ἐργασθοῦμε, πρέπει νὰ μάθωμε καὶ νὰ ξερωμε πῶς βγαίνουν καὶ πῶς οἰκονομοῦνται τὰ καλά, ἀλλιῶς μέσα σὲ λίγον καιρὸ τρῶμε τὰ ἕτοιμα κι ὕστερα μένομε στὸ δρόμο. Ἄλλη εἶναι ἡ κληρονομιὰ κι ἄλλη ἡ προίκα, ποὺ καὶ οἱ πλούσιοι κι οἱ φτωχοὶ πρέπει νὰ ἀφήνουν στὰ παιδιά τους, γιὰ νὰ εἶναι σίγουροι πὼς τὰ παιδιὰ θὰ πιάσουν τόπο στὴ ζωή. Ἀλλὰ εἴπαμε πὼς τὰ παιδιὰ εἶναι καλὴ πρόφαση τῆς πλεονεξίας. Οἱ πλεονέκτες καὶ οἱ ἄφρονες πλούσιοι δὲν ἔχουν ἀγάπη οὔτε καὶ γιὰ τὰ παιδιά τους. Κάθε πλεονέκτης «θησαυρίζει καὶ οὐ γινώσκει τίνι συνάξει αὐτὰ».

Ποιὸν τάχα πείθομε σήμερα; Κανέναν! Πρῶτα, γιατί κανένας δὲν θέλει νὰ πεισθῆ· μήτε πλούσιος μήτε φτωχός. Ὁ πλούσιος, γιατί φοβᾶται μὴ φτωχύνει· κι ὁ φτωχός, γιατί βιάζεται νὰ πλουτίση. Ἔπειτα, γιατί στὸν κόσμο σήμερα οἱ ἄνθρωποι, γιὰ τὸν πλοῦτο καὶ γιὰ τὴ φτώχεια, μιλᾶνε  μιὰ ἄλλη γλώσσα, ποὺ ἐμεῖς δὲν τὴν ξέρομε. Ὅμως καὶ γιατί ἐμεῖς δὲν θέλομε νὰ πείσουμε κανένα. Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς στέλνει γιὰ νὰ γίνωμε δικηγόροι τῆς ἀλήθειάς του, ἀλλὰ νὰ κηρύξουμε τὸ Εὐαγγέλιο. Ὄχι γιὰ νὰ πεισθοῦν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ γιὰ νὰ πιστέψουν. Καὶ νὰ θέλαμε καὶ νὰ ’πρεπε νὰ γίνωμε δικηγόροι τῆς θείας ἀλήθειας στὸ ζήτημα τοῦ πλούτου, ὁμολογοῦμε πὼς μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ καιροῦ μας δὲν θὰ τὰ βγάζαμε πέρα. Δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς πείσουμε, ἀκριβῶς γιατί δὲν θέλουν νὰ πιστέψουν. Γὶ αὐτὸ κι ἐμεῖς ἀφήνοντας τὴ μάταιη προσπάθεια νὰ πείσωμε τοὺς ἀνθρώπους μὲ δικά μας ἀσθενῆ ἐπιχειρήματα, κηρύττομε τὸ Εὐαγγέλιο, μήπως καὶ πιστέψουν οἱ ἀπειθεῖς. Ἂν εἶναι εἰλικρινὴς καὶ ἄδολη ἡ διακονία μας, ὁ Θεὸς θὰ δώση νὰ πιστέψουν καὶ νὰ πεισθοῦν κάποιοι ἀπὸ τοὺς σύγχρονους εἰδωλολάτρες τοῦ πλούτου. Εἶναι ἄξιο νὰ προσέξουμε ὅτι ὁ Ἀπόστολος, μέσα σὲ κάποιες ἄλλες μεγάλες καὶ βαρειὲς ἁμαρτίες, μόνο τὴν πλεονεξία ὀνομάζει εἰδωλολατρία, «... καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία». Ἀλλ’ ἄς κλείσουμε τὴ σημερινὴ ὁμιλία μὲ τὰ ἴδια λόγια, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Μέγας Βασίλειος κλείνει τὴν ὁμιλία στὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονα πλουσίου· «Ἐγὼ μὲν εἶπον, ἃ συμφέρον ἐνόμιζον. Σοὶ δέ, πεισθέντι μέν, πρόδηλα τὰ ἐν ἐπαγγελίαις ἀποκείμενα ἀγαθά· παρακούσαντι δέ, γεγραμμένη ἐστὶν ἡ ἀπειλή, ἧς εὔχομαί σε τὴν πεῖραν διαφυγεῖν...». Ἀμήν.