Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Καί ἡ αὐριανή εὐαγγελική περικοπή εἶναι ἐπίσης πολύ ἐκτεταμένη, ὥστε δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά ὁμιλήσουμε περισσότερο ἐπάνω στόν  εὐαγγελικό λόγο. Ἀλλά νομίζομε πώς δέν εἶναι λίγο, ἄν προσέξουμε στό ἴδιο τό ἱερό κείμενο καί  στό τέλος προσθέσουμε λίγα δικά μας σχόλια. Θά προσπαθήσουμε λοιπόν σέ μιά ὅσο μποροῦμε πιό πιστή καί  στρωτή μετάφραση νά ἀποδώσουμε στή νεοελληνική δημοτική γλώσσα τήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή.
«Ἐκεῖνο τόν  καιρό, καθώς περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο, πού ἦταν τυφλός ἀπό γεννησιμιοῦ του. Τόν  ρώτησαν τότε οἱ μαθητές του καί  τοῦ εἶπαν «Διδάσκαλε, ποιός ἁμάρτησε, αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του γιά νά γεννηθῆ τυφλός;». Ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Οὔτε αὐτός ἁμάρτησε οὔτε οἱ γονεῖς του, μά γεννήθηκε τυφλός, γιά νά φανερωθοῦν σ’ αὐτόν τά ἔργα τοῦ Θεοῦ. Ἐγώ πρέπει νά ἐργάζωμαι τά ἔργα ἐκείνου πού μ’ ἔστειλε, ὥσπου ἀκόμα εἶναι ἡμέρα· ἔρχεται νύχτα, ὅπου κανένας δέν μπορεῖ νά ἐργάζεται. Ὅταν εἶμαι στόν  κόσμο, φῶς εἶμαι τοῦ κόσμου». Ἀφοῦ εἶπε αὐτά, ἔφτυσε χάμω καί  μέ τό σάλιο ἔκανε λάσπη κι ἔβαλε τή λάσπη ἐπάνω στά μάτια τοῦ τυφλοῦ καί  τοῦ εἶπε· «Πήγαινε νά νιφτῆς στή δεξαμενή τοῦ Σιλωάμ», Σιλωάμ στά ἑλληνικά θά πῆ «ἀπεσταλμένος». Πῆγε λοιπόν καί  νίφτηκε κι ἦλθε βλέποντας. Οἱ γείτονές του λοιπόν κι ἐκεῖνοι πού τόν  ἔβλεπαν κι ἤξεραν πώς πρῶτα ἦταν τυφλός, ἔλεγαν· «Αὐτός δέν εἶναι, πού καθόταν καί  ζητιάνευε;». Ἄλλοι ἔλεγαν πώς αὐτός εἶναι· ἄλλοι πώς εἶναι ὅμοιός του· ἐκεῖνος ἔλεγε πώς «ἐγώ εἶμαι». Τοῦ ἔλεγαν λοιπόν· «Πῶς ἀνοίχτηκαν τά μάτια σου;». Ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος καί  εἶπε· «Ἕνας ἄνθρωπος, πού λέγεται Ἰησοῦς, ἔκαμε λάσπη κι ἔβαλε ἐπάνω στά μάτια μου καί  μοῦ εἶπε· ‘Πήγαινε στή δεξαμενή τοῦ Σιλωάμ καί  νίψου’. Πῆγα λοιπόν καί  νίφτηκα κι εἶδα τό φῶς μου». Τοῦ εἶπαν «Ποῦ εἶν’ ἐκεῖνος;». Λέγει· «Δέν ξέρω». Παίρνουν τόν  ἄλλοτε τυφλό καί  τόν  πηγαίνουν στούς Φαρισαίους· καί  ἦταν Σάββατο, ὅταν ἔκαμε λάσπη ὁ Ἰησοῦς κι ἄνοιξε τά μάτια τοῦ τυφλοῦ. Ρωτοῦσαν λοιπόν πάλι οἱ Φαρισαῖοι τόν  ἄλλοτε τυφλό πῶς εἶδε τό φῶς του, κι ἐκεῖνος τούς εἶπε· «Ἔβαλε λάσπη ἐπάνω στά μάτια μου καί  νίφτηκα καί  βλέπω». Ἔλεγαν λοιπόν μερικοί ἀπό τούς Φαρισαίους· «Αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἀπό τό Θεό, γιατί δέν φυλάγει τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου». Ἄλλοι ἔλεγαν·  «Πῶς μπορεῖ ἄνθρωπος ἁμαρτωλός νά κάνη τέτοια θαύματα;». Ἔτσι χωρίστηκαν οἱ γνῶμες μεταξύ τους. Λένε πάλι στόν  τυφλό «Σύ τί λές γι’ αὐτόν τόν  ἄνθρωπο; Γιατί τά δικά σου μάτια ἄνοιξε». Κι αὐτός εἶπε πώς εἶναι προφήτης. Δέν πίστεψαν λοιπόν οἱ Ἰουδαῖοι γι’ αὐτόν πώς ἦταν τυφλός κι εἶδε τό φῶς του, μέχρι πού φώναξαν τούς γονεῖς του καί  τούς ρώτησαν, λέγοντάς τους· «Αὐτός εἶναι ὁ γιός σας, ποὺ λέτε πὼς γεννήθηκε τυφλός; πῶς λοιπόν τώρα βλέπει;». Τούς ἀποκρίθηκαν οἱ γονεῖς του καί  εἶπαν «Ξέρομε πώς αὐτός εἶναι ὁ γιός μας καί  πώς γεννήθηκε τυφλός. Πῶς ὅμως τώρα βλέπει δέν ξέρομε ἤ ποιός τοῦ ἄνοιξε τά μάτια δέν ξέρομε. Ὁ ἴδιος εἶναι σέ ἡλικία·  τόν ἴδιο νά ρωτήσετε, ὁ ἴδιος θά σᾶς πῆ γιά τόν  ἑαυτό του». Αὐτά εἶπαν οἱ γονεῖς του, ἐπειδή φοβοῦνταν τούς Ἰουδαίους· γιατί εἶχαν κιόλα συμφωνήσει οἱ Ἰουδαῖοι, ὥστε ἄν κανείς ὁμολογήση τό Χριστό, νά διωχτῆ ἀπό τή συναγωγή. Γι’ αὐτό οἱ γονεῖς του εἶπαν πώς «ὁ ἴδιος εἶναι σέ ἡλικία, τόν  ἴδιο νά ρωτῆστε». Φώναξαν λοιπόν γιά δεύτερη φορά τόν  ἄνθρωπο πού ἦταν τυφλός καί  τοῦ εἶπαν· «Δόξασε τό Θεό· ἐμεῖς ξέρομε πώς αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλός». Ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος καί  εἶπε· «Ἄν εἶναι ἁμαρτωλός, δέν ξέρω· ἕνα ξέρω πώς ἐνῶ ἤμουν τυφλός, τώρα καί  λίγη ὥρα βλέπω». Τοῦ εἶπαν πάλι· «Τί σοῦ ἔκαμε; πῶς σοῦ ἄνοιξε τά μάτια;». Τούς ἀποκρίθηκε· «Σᾶς εἶπα τώρα δά καί  δέν ἀκούσατε· τί πάλι θέλετε νά μάθετε; Μήπως καί  σεῖς θέλετε νά γίνετε μαθητές του;». Γέλασαν μαζί του καί  εἶπαν· «Ἐσύ εἶσαι μαθητής ἐκείνου, ἀλλ’ ἐμεῖς εἴμαστε τοῦ Μωϋσῆ μαθητές. Ἐμεῖς ξέρομε πώς ὁ Θεός μίλησε στό Μωϋσῆ, ἐνῶ αὐτόν δέν τόν  ξέρομε ἀπό πού εἶναι». Ἀποκρίθηκε ὁ ἄνθρωπος καί  τούς εἶπε· «Ἐδῶ εἶναι τό περίεργο, ὅτι ἐσεῖς δέν ξέρετε ἀπό ποῦ εἶναι, κι ὅμως μοῦ ἄνοιξε τά μάτια. Καί  ξέρομε πώς ἁμαρτωλούς δέν ἀκούει ὁ Θεός, μά ἄν εἶναι κανείς πού τόν  σέβεται καί  κάνει τό θέλημά του, αὐτόν ἀκούει. Ἀπό τότε πού κτίστηκε ὁ κόσμος δέν ἀκούστηκε πώς ἄνοιξε κανείς τά μάτια ἀνθρώπου, πού γεννήθηκε τυφλός. Ἄν δέν ἦταν αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό Θεό, δέν θά μποροῦσε νά κάμη τίποτε». Ἀποκρίθηκαν καί  τοῦ εἶπαν· «Ἐσύ γεννήθηκες ὁλόκληρος μέσ’ στίς ἁμαρτίες κι ἐσύ μᾶς κάνεις τό δάσκαλο;». Καί  τόν  ἔβγαλαν ἔξω. Ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς ὅτι τόν  ἔβγαλαν ἔξω, κι ὅταν τόν  βρῆκε τοῦ εἶπε· «Σύ πιστεύεις στόν  υἱό τοῦ Θεοῦ;». Ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος καί  εἶπε· «Καί ποιός εἶναι, Κύριε, γιά νά πιστέψω σ’ αὐτόν;». Τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς· «Καί τόν  εἶδες, κι αὐτός εἶναι, πού μιλάει μαζί σου». Κι αὐτός εἶπε· «Πιστεύω, Κύριε!». Καί  τόν  προσκύνησε.!
Ὅτι μπορεῖ νά εἶχε ἁμαρτήσει ὁ ἄνθρωπος, γιά νά γεννηθῆ τυφλός, αὐτό δέν εἶναι βέβαια γιά νά λέγεται, γιατί κανένας δέν ἁμαρτάνει πρίν νά γεννηθῆ. Κι αὐτό τό νόημα ἔχει ἡ ἐρώτηση τῶν μαθητῶν, πού ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι ὁ τυφλός ἄρα θά πλήρωνε ἁμαρτίες τῶν γονέων του. Στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι γραμμένο πώς οἱ ἁμαρτίες καί  τά σφάλματα τῶν γονέων βασανίζουν τά παιδιά τους «ἕως τρίτης καί  τέταρτης γενεᾶς». Αὐτό εἶναι ἀλήθεια· χωρίς βέβαια τὰ παιδιά νά εὐθύνωνται ἠθικά, ὅμως κληρονομοῦν καί  πληρώνουν τίς φυσικές συνέπειες ἀπό τίς ἁμαρτίες τῶν γονέων τους. Οἱ μαθητές ξεκινοῦν ἀπό τήν βεβαιότητα πώς κάθε σωματική ἀναπηρία καί  ἀρρώστια ὀφείλεται στήν ἁμαρτία, ἐνῶ αὐτό δέν εἶναι σωστό. Κάθε ἁμαρτία ἔχει συνέπειες καί  στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, μά κάθε σωματική βλάβη καί  ἀρρώστια δέν εἶναι πάντα ἐξαιτίας προσωπικῶν ἁμαρτιῶν. Εἶναι ἡ κληρονομιά τῆς ἁμαρτίας τῶν πρωτοπλάστων, μέ τήν ὁποία μπῆκε ἡ φθορά κι ὁ θάνατος στόν  κόσμο.

Ἐντύπωση προξενεῖ ὁ τρόπος, μέ τόν  ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς Χριστός θεραπεύει τόν  ἀόμματο τυφλό· κάνει πηλό καί  βάζει ἐπάνω στά ἀνύπαρκτα μάτια του. Εἶναι ὁ ἴδιος τρόπος μ’ ἐκεῖνον πού ὁ Θεός φτιάχνει τόν  πρωτόπλαστο· ἕνας τρόπος δημιουργικός καί  κατασκευαστικός. Ὅλους τοὺς ἄρρωστους ὁ Ἰησοῦς Χριστός τούς θεραπεύει μέ τό λόγο, ἀλλά ἐδῶ κάνει πηλό καί  φτιάχνει ἀνύπαρκτα μάτια. Ὅλο τόν  κόσμο ὁ Θεός τόν  δημιούργησε μέ τό λόγο, ἀλλά τόν  ἄνθρωπο τόν  ἔπλασε μέ τά χέρια του. «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον...»1 εἶπε, κι ὕστερα «ἔπλασεν ὁ Θεός τόν  ἄνθρωπον, χοῦν ἀπό τῆς γῆς...»2. Αὐτό φανερώνει μιά ἰδιαίτερη φροντίδα τοῦ Θεοῦ γιά τόν  ἄνθρωπο.
Ὅπως στή θεραπεία τοῦ παραλύτου, ἔτσι καί  τώρα στή θεραπεία τοῦ τυφλοῦ, πάλι τό Σάββατο κι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πού καταργεῖ τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου. Ὁ τύπος, πού ἀρνεῖται τήν οὐσία· τό γράμμα, πού σκοτώνει· ὁ νόμος, πού δέν φτάνει ποτέ νά καλύψη σ’ ὅλο της τό πλάτος τή ζωή. Κι ἐδῶ πάλι οἱ φαρισαῖοι, οἱ φαρισαῖοι τῆς κάθε ἐποχῆς, καί  στή θρησκευτική καί  στήν πολιτική καί  στήν κοινωνική ζωή, πού δέν ἐνδιαφέρονται γιά τό νόμο καί  γιά τήν ἐντολή, μά πιάνονται ἀπό τό νόμο, γιά νά ἀρνηθοῦν τό δίκαιο καί  νά σκεπάσουν τήν ἀλήθεια. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν καταργεῖ τό νόμο, τόν  ἑρμηνεύει· δέν τόν  ἀγνοεῖ, τόν  ξεπερνάει δέν τόν  βάζει σκοπό, γιατί σκοπός εἶναι πάντα ὁ ἄνθρωπος, ἡ δικαιοσύνη καί  ἡ ἀρετή τῶν Φαρισαίων εἶναι τυπική καί  νομική δέν εἶναι ἡ ἀγάπη, πού σκεπάζει τά πάντα δέν εἶναι κἄν τό δίκαιο, πού ἀπονέμει τό ἴσο· εἶναι τό νόμιμο, ὅποιος κι ἄν εἶναι ὁ νόμος, ὅπως κι ἄν τόν  ἑρμηνεύουν οἱ ἄνθρωποι. Γι’ αὐτό ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶπε· «Ἄν δέν ξεπεράση ἡ ἀρετή σας τήν ἀρετή τῶν φαρισαίων, δέν θά μπῆτε στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ»3.


Ὅλος αὐτός ὁ μακρός διάλογος, πού ἐπακολουθεῖ στό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ, εἶναι δραματικός· Ὄχι μόνο γιά τόν  πρίν τυφλό, πού ἀνακρίνεται καί  ταλαιπωρεῖται σάν κατηγορούμενος, μά καί  γιά τήν ἴδια τήν ἀλήθεια. Γιατί ἡ ἀλήθεια δέν ταλαιπωρεῖται καί  δέν πάσχει μόνο ἀπό κείνους πού δέν τήν βλέπουν, μά καί  ἀπό κείνους πού τήν ἀρνοῦνται. Οἱ πρῶτοι πλανῶνται, οἱ δεύτεροι ψεύδονται· ὁ Θεός νά φυλάη τόν  κόσμο ἀπό τούς ψεῦτες καί  τούς ὑποκριτές ὅλων τῶν καταστάσεων.
Αὐτή ἡ δραματική περιπέτεια τῆς ἀλήθειας, ἔτσι ὅπως τήν βλέπομε στήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή, εἶναι πολύ γνωστή καί  στόν  καιρό μας, ὅπου κρατοῦν ἀνελεύθερα καί  ὁλοκληρωτικά καθεστῶτα, πού κόβονται τάχα γιά τήν ἀλήθεια καί  γιά τήν ἐλευθερία. Ἀτέλειωτες καί  βασανιστικές ἀνακρίσεις, καταπίεση τῆς συνείδησης, διαστροφή τῆς ἀλήθειας, ὥσπου νά παραφρονήση καί  νά πεθάνη ψυχικά ὁ ἄνθρωπος· νά ἀρχίση νά ἀρνῆται τόν  ἑαυτό του καί  νά ὁμολογῆ ἐκεῖνα πού τοῦ βάζουν στό στόμα του. Σήμερα εἶναι χῶρες, στίς ὁποῖες τά μαρτύρια ξεπέρασαν ἐκεῖνα τῶν πρώτων χριστιανῶν σέ σατανική μεθοδικότητα καί  τέχνη. Ἐκεῖ ἡ Ἐκκλησία πάλι σήμερα δοξάζεται μέσα στό διωγμό της καί  οἱ πιστοί λευκαίνουν τά ἱμάτιά τους μέσα στό δάκρυ τῆς μεγάλης θλίψεως. Ὁ Θεός νά τούς δίνη πίστη καί  ὑπομονή.
Οἱ καιροί μας εἶναι κρίσιμοι. Ἡ πίστη μας κάθε μέρα δοκιμάζεται. Ἡ Ἐκκλησία διώκεται ἀπό τήν ὀργανωμένη ἀθεΐα. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ ἀνακρίνεται. Ἡ ἐλπίδα μας χλευάζεται. Οἱ καιροί μας εἶναι ὁμολογιακοί. «Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι...»4. Μακάριος ὅποιος θά ὑπομείνη «εἰς τέλος»5. Ἀμήν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1﷒                   1Γεν. 1, 26
2. Γεν. 2, 7
3. Μθ. 5,20
4. Μθ. 5,10
      5. Μθ. 10,22