Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Ἀποχαιρετιστήριος λόγος τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου


Ἐραστὴς τοῦ ἀπόλυτου, ἄνθρωπος τῆς ἡσυχίας, πιστός καὶ ἰσχυρός στὴ διακονία τοῦ λόγου καὶ στὴν ἄσκηση τῆς ἀγάπης, ἀσυμβίβαστος, δὲν συντάχθηκε ποτὲ μὲ καμμιὰ ἐξουσία καὶ φατρία, ἐκκλησιαστική καὶ πολιτική. Ἔχοντας μόνιμη ἀγωνία του τὴν εἰρήνευση καὶ τὴ σταθερότητα τῆς Ἐκκλησίας, δὲ δίστασε, λίγους μῆνες μετὰ τὴν ἀναγόρευσή του στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινούπολης, νὰ παραιτηθεῖ μπροστὰ στὴ Σύνοδο ἑκατὸν πενήντα ἐπισκόπων, μὲ ἕνα λόγο καταπέλτη:

« ...Ἄν ἀγάπησα ἐξουσία ἤ τὸ ὕψος τῶν θρόνων ἤ τὴν εἴσοδο στὴν αὐλὴ τῶν βασιλέων, ἄς μὴν ἔχω τίποτε ἄλλο λαμπρὸ καὶ, ἄν ἔχω, ἄς τὸ ἀπορρίψω. Τὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ λέγω; Ἐννοῶ ὅτι δὲν εἶμαι ἄμισθος ἐργάτης τῆς ἀρετῆς ἐγώ, οὔτε ἔφθασα σὲ τέτοιο ὕψος ἀρετῆς. Δῶστε μου μισθό γιὰ τοὺς κόπους μου. Ποιὸ μισθό; Ὄχι αὐτὸν ποὺ θὰ ὑπέθεταν κάποιοι, ἀπ᾽τοὺς εὔκολους σὲ ὅλα, ἀλλ᾽ αὐτὸν ποὺ θὰ ἦταν ἀσφαλὲς γιὰ μένα νὰ ζητήσω. Νὰ μὲ ἀναπαύσετε ἀπὸ τοὺς μακροὺς κόπους· σεβαστῆτε αὐτὰ τὰ ἄσπρα μαλλιά· τιμῆστε τὴν ξενητεία μου· βάλτε ἄλλον ἐπίσκοπο στὴ θέση μου, ποὺ θὰ συντάσσεται μαζί σας καὶ θὰ εἶναι μὲ «καθαρὰ τὰ χέρια», μὲ φωνὴ «συνετή», ἱκανὸς νὰ σᾶς χαρίζεται σ᾽ ὅλα καὶ νὰ διαχειρίζεται μαζί σας τὶς ἐκκλησιαστικὲς ὑποθέσεις, τώρα μάλιστα ποὺ εἶναι ἡ κατάλληλη εὐκαιρία. Σ᾽ ἐμένα βλέπετε κι αὐτὸ τὸ σῶμα, πῶς εἶναι ἐξαντλημένο ἀπὸ τὸ χρόνο, τὴν ἀσθένεια καὶ τὸν πόνο. Τὶ σᾶς χρησιμεύω ἐγὼ ὁ δειλὸς καὶ ἄνανδρος γέροντας, ποὺ πεθαίνω, κατὰ κάποιο τρόπο, καθημερινά, ὄχι μόνο στὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ στὶς φροντίδες, ποὺ μὲ δυσκολία διαλέγομαι αὐτὰ μαζί σας. Νὰ μὴ δυσπιστήσετε σὲ φωνὴ δασκάλου, ἀφοῦ ἄλλωστε ποτὲ μέχρι τώρα δὲν δυσπιστήσατε. Κουράσθηκα νὰ μάχομαι μὲ λόγο καὶ «φθόνο» πρὸς ἀντιπάλους καὶ δικούς μας. Αὐτὰ χτυποῦν τὰ στήθη καὶ πετυχαίνουν λιγότερο, ἀφοῦ τὸ φανερὰ ἐχθρικὸ εἶναι εὐκολοφύλακτο. Ἐκεῖνοι στοχεύουν τὰ νῶτα καὶ εἶναι ὀδυνηρότεροι, ἀφοῦ τὸ ἀνύποπτο εἶναι πιὸ καίριο....
Τὶ χρειάζεται νὰ λέγω τὰ ἄλλα; Ἀλλὰ πῶς θὰ ὑποφέρω τὸν ἱερὸ αὐτὸ πόλεμο; Ἄς ὀνομάζεται καὶ ἱερὸς κάποιος πόλεμος, ὅπως ὀνομάζεται καὶ βαρβαρικός. Πῶς νὰ συνάψω καὶ νὰ συναγάγω σὲ ἕνα ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀντίπαλους ἐπισκόπους καὶ ποιμένες καὶ μαζὶ μ᾽ αὐτοὺς καὶ τὸν ἀντίπαλο λαὸ ποὺ ἀποσπάσθηκε μαζί τους; ...Μέχρι πότε πράγματι θὰ ὑπάρχει ὁ δικός μου κι ὁ δικός σου, ὁ παλιὸς και ὁ νέος, ὁ λογιώτερος καὶ πνευματικότερος, ὁ εὐγενέστερος ἤ ὁ ἀγενέστερος, ὁ πλουσιότερος στὸ πλῆθος καὶ ὁ πτωχότερος;
...Τοποθετῆστε ἄλλον προϊστάμενο, ὁ ὁποῖος θὰ ἀρέσει στοὺς πολλοὺς· σ᾽ ἐμένα δῶστε τὴν ἐρημιὰ καὶ τὴν ἀγροικία καὶ τὸν Θεό, στὸν ὁποῖο μόνο ἀρέσουμε καὶ μὲ τὴν εὐτέλεια... Διότι δὲν ζητοῦν ἀρχιερεῖς ἀλλὰ ρήτορες· οὔτε οἰκονόμους ψυχῶν ἀλλὰ φύλακες χρημάτων· οὔτε θῦτες καθαροὺς ἀλλὰ προστάτες ἰσχυρούς. Θὰ τοὺς δικαιολογήσω κάπως· ἔτσι τοὺς ἔχουμε ἐκπαιδεύσει ἐμεῖς, ποὺ γινόμαστε σ᾽ ὅλους τὰ πάντα, γιὰ νὰ σώσουμε ἤ ν᾽ ἀπολέσουμε τοὺς πάντες.
Τὶ λέτε; Σᾶς πείθουμε μ᾽ αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ κερδίσαμε ἤ χρειαζόμαστε καὶ ἰσχυρότερους λόγους γιὰ νὰ σᾶς πείσουμε; Ναί, στὸ ὄνομα τῆς Τριάδος, τὴν ὁποία πιστεύουμε καὶ πιστεύετε, στὸ ὄνομα τῆς κοινῆς μας ἐλπίδας καὶ τῆς σύναξης αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, δῶστε μου αὐτὴ τὴ χάρη· ἀποπέμψτε με μὲ εὐχές. Ἄς εἶναι αὐτὴ ἡ βράβευση τῆς ἄθλησής μου, δῶστε μου τὸ ἔγγραφο τῆς ἀπολύσεως, ὅπως οἱ βασιλεῖς στοὺς στρατιωτικούς· καὶ, ἄν θέλετε, μὲ ἐπαινετικὴ μαρτυρία, γιὰ νὰ ἔχω τιμητικὴ μνεία· εἰδεμή, ὅπως θέλετε, δὲν θὰ φιλονεικήσω καθόλου γι᾽ αὐτό, μέχρι ὁ Θεὸς νὰ δεῖ τὰ δικά μας, ὅπως ἔχουν».