Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Ὁ Κορυδαλλός καὶ τὰ σπίτια του*


Ἅμα ἄρχισαν οἱ βροχὲς μεσ᾽ στὸ χειμῶνα, ὁ κορυδαλλὸς μὲ τὴ γυναῖκα του, ἐτρύπωσαν μέσ᾽ στὴ φωλιά τους κάτω ἀπὸ ἕνα θυμάρι. Τὰ νερὰ κ᾽ ἡ κρυάδα ἔπεφταν ἀποπάνω τους κ᾽ ἔγιναν μουσκίδι κ᾽ ἐτουρτούριζαν ἀπὸ τὸ κρύο. Τοῦ λέει ἡ κορυδαλλίνα, ἡ γυναῖκα του:
-Δὲν εἶναι σπίτι τοῦ πλάστη μου τοῦτο. Πῶς θὰ βγάλωμε τὸ χειμῶνα μέσα σὲ τοῦτο τὸ σπίτι, ἀντρούλη μου;
-Μὴ στενοχωριέσαι, γυναῖκα, τῆς λέει ὁ κορυδαλλός. Δὲ θὰ τελειώσει ὁ χειμώνας; Ἅμα τελειώσει, νὰ δεῖς τὶ θὰ κάμω! Θὰ χτίσω ἀνώγεια καὶ κατώγεια.
Τελείωσεν ὁ χειμώνας, ἦρθε τὸ καλοκαῖρι κ᾽ ἐκόντευε νὰ τελειώσει. Ὁ κορυδαλλός δὲν κουνιότανε ἀπὸ τὴ θέση του. Τοῦ λέει ἡ γυναῖκα του:
-Κοντεύει νὰ τελειώσει τὸ καλοκαῖρι. Πότε θὰ χτίσεις τ᾽ ἀνώγεια καὶ τὰ κατώγεια ποὺ εἶπες;
-Δὲ βαριέσαι, γυναῖκα, τῆς λέει. Τὶ τὰ θέλω τ᾽ ἀνώγεια καὶ τὰ κατώγεια! Δὲν ἐπεράσαμε καλὰ ἤ κακὰ πέρυσι; Καλὰ ἤ κακὰ θὰ περάσωμε καὶ φέτος. Νὰ κάτσω ἐγὼ τώρα νὰ χτίζω σπίτια! Ἀποκάτω ἀπὸ ἕνα θυμάρι θὰ περάσωμε πάλι...

*Γ.Μέγα, Ἑλληνικά Παραμύθια Β´, Ἐκδ.Ἰ.Δ.Κολλάρος, Ἀθῆναι 1990