Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Κυριακή τῆς  Ὀρθοδοξίας
(Πρὸς Ἑβραίους, 11, 23-27, 32-40)
11 Μαρτίου 1984
Ἡ πρώτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν, ἡ αὐριανὴ δηλαδὴ Κυριακή, εἶναι ἀφιερωμένη στοὺς ἀγῶνες καὶ τὴ νίκη τῆς  Ὀρθοδοξίας, ὡς «ἐποφειλομένη πρὸς Θεὸν ἐτήσιος εὐχαριστία, καθ᾽ ἣν ἡμέραν ἀπελάβομεν τὴν τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν, σὺν ἀποδείξει τῶν τῆς  εὐσεβείας δογμάτων...»[1]. Ἔτσι ἀρχίζει τὸ Συνοδικόν της  ἕβδομης οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ διαβάζεται αὔριο στὴ Λιτανεία τῶν ἱερῶν εἰκόνων στὸ τέλος τῆς  ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου. Κι οἱ χριστιανοί, ὅσοι ξέρουνε νὰ ἐκτιμήσουν τὴν ὀρθόδοξη πίστη τους καὶ σέβοναι τὴν ἱερὴ κληρονομιὰ τῶν πατέρων τους, ὅσοι δὲν ξεχνᾶνε τὸ χρέος τους καὶ ζοῦν μὲ τὴ συνείδηση τῆς  εὐθύνης των, ὅσοι δὲν ἀγνοοῦν πὼς εἶναι ὄχι μόνο κληρονόμοι, ἀλλὰ καὶ μάρτυρες τῆς  Ὀρθοδοξίας, ἐκεῖνοι δηλαδὴ ποὺ ἀποδείχνουν καὶ βεβαιώνουν τὴν ὑπόστασή της, οἱ χριστιανοὶ λοιπόν, μὲ βαθειὰ εὐγνωμοσύνη καὶ κατάνυξη, καθὼς ἀκοῦνε νὰ διαβάζεται τὸ Συνοδικόν, ἀναφωνοῦν· «Αἰωνία ἡ μνήμη!». Αἰωνία ἡ μνήμη τῶν μακαρίων καὶ ἀοιδίμων πατέρων μας, ὅλων ποὺ ἀγωνίστηκαν γιὰ νὰ φυλάξουν καὶ νὰ μᾶς παραδώσουν τὴν ὀρθόδοξη πίστη μας· τὴν πίστη ποὺ μᾶς κρατάει καὶ σὰν Ἐκκλησία καὶ σὰν Ἔθνος. Γιατί, καὶ νὰ θέλωμε, δὲν μποροῦμε νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν ἱστορική μας ταυτότητα· εἴμαστε Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Σ’ αὐτὲς τὶς ἱερὲς λέξεις ἄλλοι πειράζονται καὶ βαλθήκανε νὰ τὶς ξεγράψουν, ἄλλοι δημαγωγικὰ τὶς καπηλεύουν, κι ἄλλοι δίκαια καυχιοῦνται καὶ πιστεύουν πώς, ἂν εἶναι μέσα στὴ σύγχρονη θύελλα νὰ σωθοῦμε καὶ νὰ ἐπιβιώσουμε, θὰ τὸ κατορθώσουμε μόνο ριζώνοντας στὴν ὀρθόδοξη παράδοσή μας... Ἄς ἀκούσωμε ὅμως πρῶτα τὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς  θείας Λειτουργίας στὴ νεοελληνικὴ δημοτικὴ γλώσσα.
«Ἀδελφοί, ὁ Μωϋσῆς ἦταν ἄνθρωπος μὲ πίστη, γι’ αὐτὸ κι ὅταν δοξάστηκε, ἀρνήθηκε νὰ λέγεται γιὸς τῆς  κόρης τοῦ Φαραώ, καὶ προτίμησε καλύτερα νὰ κακοπαθῆ μαζὶ μὲ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ παρὰ νὰ χαίρεται πρόσκαιρη ἁμαρτωλὴ ἀπόλαυση. Ἔκρινε πὼς ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τῆς Αἰγύπτου πιὸ μεγάλος πλοῦτος ἤτανε νὰ ὀνειδίζεται σὰν τὸ Χριστό, γιατί ἔβλεπε μακρύτερα, στὴν ἀμοιβὴ δηλαδὴ ποὺ θὰ εἶχε νὰ λάβη ἀπὸ τὸ Θεό... Καὶ τί νὰ λέγω περισσότερα; Γιατί δὲν θὰ μὲ φτάση ὁ χρόνος νὰ διηγοῦμαι γιὰ τὸν Γεδεὼν τὸν Βαρὰκ καὶ τὸ Σαμψὼν καὶ τὸν Ἰεφθάε, γιὰ τὸν Δαβὶδ καὶ τὸ Σαμουὴλ καὶ γιὰ τοὺς Προφῆτες. Ὅλοι αὐτοί, γιὰ νὰ ᾽χουν πίστη, νίκησαν βασίλεια, ἐργάστηκαν τὴν ἀρετή, ἔλαβαν ἀπὸ τὸ Θεὸ ἐπαγγελίες, ἔκλεισαν στόματα λιονταριῶν, ἔσβησαν τὴ δύναμη τῆς  φωτιᾶς, γλύτωσαν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ μαχαιριοῦ, γιατρεύτηκαν ἀπὸ ἀρρώστιες, ἔγιναν δυνατοὶ στὸν πόλεμο, νίκησαν καὶ κυνήγησαν ἐχθρικὰ στρατεύματα· γυναῖκες πῆραν ἀναστημένα τὰ νεκρὰ παιδιά τους, ἄλλοι δάρθηκαν κι ἔστερξαν νὰ μὴν ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους γιὰ νὰ γλυτώσουν, γιατί ποθούσανε νὰ δοῦν μιὰ καλύτερη λύτρωση ἄλλοι τους πάλι ἐμπαίχτηκαν καὶ μαστιγώθηκαν κι ἀκόμα δέθηκαν καὶ φυλακίστηκαν, λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, δοκίμασαν πειρασμούς, τοὺς ἔφαγε τὸ μαχαίρι, περιπλανήθηκαν ντυμένοι προβιὲς καὶ γιδοτόμαρα, μέσα σὲ στέρηση καὶ θλίψη καὶ κακουχία, γυρίζοντας στὶς ἐρημιὲς καὶ στὰ βουνά, στὰ σπήλαια καὶ στὶς τρύπες τῆς  γῆς· γι’ αὐτοὺς δὲν ἦταν ἄξιος ὁ κόσμος. Κι ὅλοι αὐτοί, ἂν καὶ μὲ τὴν πίστη τους βεβαιώθηκε ἡ ἁγιωσύνη τους, ὅμως δὲν εἴδανε νὰ ἐκπληρώνεται γι’ αὐτοὺς ἡ θεία ὑπόσχεση, γιατί ὁ Θεὸς πρόβλεψε κάτι καλύτερο γιὰ μᾶς, νὰ μὴ λάβουν δηλαδὴ ἐκεῖνοι χωρὶς ἐμᾶς τὸν τέλειο μισθό τους».
Αὐτὰ τὰ ὀνόματα καὶ τὰ περιστατικά, ποὺ ἀναφέρονται σ’ αὐτὴ τὴν περικοπὴ ἀπὸ τὴν «πρὸς Ἑβραίους» ἐπιστολή, εἶναι κεφάλαια καὶ ὁλόκληρα βιβλία ἀπὸ τὴν ἐθνικὴ καὶ ἱερὴ Ἱστορία τοῦ περιούσιου λαοῦ. Ὁ Ἀπόστολος ἀναφέρεται σ’ ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ γεγονότα, γιὰ νὰ βεβαιώση πὼς ἡ δύναμη μέσα στὸν ἄνθρωπο, ποὺ τὸν κινεῖ σὲ μεγάλες πράξεις, σὲ πράξεις ἡρωϊσμοὺ καὶ θυσίας, εἶναι ἡ πίστη. Εἶναι χαρακτηριστική, γιὰ νὰ τὴν προσέξουμε, ἡ πρόταση ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ Ἀπόστολος παίρνει ἀφορμή, γιὰ νὰ ὁμιλήση μὲ παραδείγματα ἀπὸ τὴν Ἱστορία γιὰ τὴν πίστη, σ’ ὁλόκληρο τὸ ἑνδέκατο κεφάλαιο τῆς  «πρὸς Ἑβραίους» ἐπιστολῆς. «Ἡμεῖς δέ», γράφει «οὐκ ἐσμὲν ὑποστολῆς εἰς ἀπώλειαν, ἀλλὰ πίστεως εἰς περιποίησιν ψυχῆς»[2]· ἐμεῖς δὲν εἴμαστε ἀπὸ κείνους, ποὺ ὑποχωροῦν καὶ χάνονται, ἀλλὰ εἴμαστε ἄνθρωποι μὲ πίστη γιὰ τὴ σωτηρία τῆς  ψυχῆς μας. Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουν πίστη, στὶς μεγάλες καὶ κρίσιμες ὧρες ὑποχωροῦν, ἐγκαταλείπουν τὸν ἀγῶνα, τὰ μαζεύουν καὶ φεύγουν γιὰ νὰ χαθοῦν. Οἱ ἄλλοι ὅμως, ποὺ εἶναι ὡπλισμένοι μὲ πίστη, αὐτοὶ δὲν ὑποστέλλουν τὴ σημαία τους καὶ δὲν ἐγκαταλείπουν τὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ παλεύουν γιὰ τὴ σωτηρία τους. Ὅταν ὁ Ἀπόστολος ἐδῶ ὁμιλῆ γιὰ πίστη, δὲν ἐννοεῖ μιὰ ἀόριστη καὶ ἄπιαστη αἰσιοδοξία, ἀλλὰ μιὰ ξεκαθαρισμένη καὶ προσωπικὴ ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό. Αὐτὴ ἡ πίστη, καθὼς ἀμέσως στὴ συνέχεια τὴν ὁρίζει, σ’ ἕναν μοναδικὸ καὶ θεόπνευστο ὁρισμό, εἶναι «ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων»·[3] ἡ πίστη δίνει ὑπόσταση σ’ ἐκεῖνα ποὺ ἐλπίζομε καὶ κάνει βέβαια ἐκεῖνα ποὺ δὲν βλέπομε. Καὶ προχωρώντας λίγο παρακάτω, ὁ Ἀπόστολος βεβαιώνει· «χωρὶς δὲ πίστεως ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι»[4]· χωρὶς πίστη, κενὸς καὶ ἀδειανὸς μέσα του, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀδύνατο νὰ κάμη κάτι καλὸ καὶ γενναῖο, ὅ,τι ζητάει πάντα ἀπὸ τὸν καθέναν ὁ Θεός. Νὰ τὸ ποὺ μὲ πιὸ ἁπλά· ἄνθρωπος χωρὶς πίστη δὲν φελάει σὲ τίποτε. Κι ὄχι μόνο δὲν φελάει, μὰ εἶναι κι ἐπιζήμιος καὶ καταστρεπτικὸς καὶ στὸν ἑαυτό του καὶ στοὺς ἄλλους.
Ὁ Ἀπόστολος, γιὰ νὰ δείξει τί εἶναι καὶ τί κατορθώνει ἡ πίστη, δὲν ὁμιλεῖ θεωρητικά. Ποτὲ ἡ θεία Γραφὴ δὲν ὁμιλεῖ θεωρητικὰ καὶ δὲν κατασκευάζει μὲ τὸ νοῦ σχήματα καὶ πλαίσια, μέσα στὰ ὁποῖα βάζει τοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ ζήσουν. Ἡ ἱστορία τοῦ περιούσιου λαοῦ, ποὺ δὲν εἶναι μόνο ἡ ἐθνικὴ ἱστορία τῶν Ἑβραίων, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἡ ἱερὴ ἱστορία τῆς  θείας οἰκονομίας, εἶναι γεμάτη ἀπὸ ζωντανὰ παραδείγματα ἀνθρώπων μὲ πίστη στὸ Θεό, γιὰ τοὺς ὁποίους καὶ γιὰ τὰ κατορθώματά τους ὁμιλεῖ ὅλη ἡ Παλαιὰ Διαθήκη. Εἶναι Πατριάρχες, εἶναι Προφῆτες, εἶναι ἄνδρες, εἶναι γυναῖκες, εἶναι ἄνθρωποι ἐπίσημοι καὶ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ. Ἐμεῖς βέβαια δὲν αἰσθανόμαστε τώρα τὴν ἴδια συγκίνηση, ποὺ αἰσθάνονταν οἱ «ἐξ Ἑβραίων» χριστιανοί, ὅταν διάβαζαν τὴν ἐπιστολή, γιατί ἀγνοοῦμε καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα στὰ ὁποῖα ἀναφέρεται ὁ Ἀπόστολος. Ἐκεῖνοι ὅμως καὶ ἤξεραν γιὰ ποιοὺς ἔλεγε καὶ ἱερὴ κατάνυξη αἰσθάνονταν καὶ ἐθνικὴ καύχηση εἶχαν, γιατί ἦσαν ἄνθρωποι δικοί τους στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ καὶ γεγονότα τῆς  ἐθνικῆς των ἱστορίας, ποὺ εἶχαν μιὰ ξεχωριστὴ θέση μέσα στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ ὁ Ἀπόστολος δὲν γράφει γιὰ νὰ ἱκανοποιήση τὴν ἐθνικὴ φιλοτιμία τῶν Ἑβραίων, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξη τί εἶναι καὶ τί κατορθώνει ἡ πίστη. Σὲ μιὰ στιγμή, ἐκεῖ ποὺ ἀπαριθμεῖ ὀνόματα καὶ πράξεις, λέγει «ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος!», δὲν ἦταν ἄξιος ὁ κόσμος γιὰ τέτοιους ἀνθρώπους. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅταν ἑρμηνεύη αὐτὴ τὴ φράση τοῦ Ἀποστόλου, ρωτάει· «Τί τοίνυν ἔμελλον ἐνταῦθα ἀπολαμβάνειν, ὧν οὐδὲν τῶν ἐν τῷ κόσμῳ ἦν ἄξιον;»[5]. Τί εἶχαν καὶ τί ἔχουνε νὰ κερδίσουν καὶ τί περιμένουν ἐδῶ νὰ πάρουν οἱ Ἅγιοι, οἱ ἄνθρωποι τῆς  πίστεως καὶ τοῦ χρέους, ὅταν τίποτε στὸν κόσμο δὲν ἀξίζει γιὰ νὰ πληρωθῆ ἡ προσφορά τους; Στὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει νόμισμα γιὰ νὰ πληρωθῆ ἡ θυσία· τίποτε δὲν ἔχει νὰ δώση ὁ κόσμος σὲ κεῖνον ποὺ δίνει τὴ ζωή του. Δὲν πληρώνεται ἡ μητέρα, δὲν πληρώνεται ὁ πατέρας, δὲν πληρώνεται ὁ ἱερέας, δὲν πληρώνεται ὁ δάσκαλος, δὲν πληρώνεται ὁ γιατρός· κανένας δὲν πληρώνεται ἀπ’ ὅσους λειτουργοῦν στὸ ναὸ τῆς  ζωῆς. Κι αὐτοί, ὅσοι πιστεύουν καὶ προσφέρουν, γι’ αὐτὸ ποτὲ δὲν μέτρησαν τὴν προσφορά τους μὲ τὴν ἀπολαβή τους, τὸ χρέος τους μὲ τὸ λεγόμενο δικαίωμα. Ἡ πίστη τους ξεπερνᾶ τὰ ὅρια τοῦ κόσμου, δίνει ὑπόσταση σ’ ἐκεῖνα ποὺ ἐλπίζουν καὶ κάνει βέβαια ἐκεῖνα ποὺ δὲν βλέπουν.
Γιὰ πολλὰ πράγματα καυχιέται ὁ κόσμος· γιὰ τέχνες, γιὰ ἐπιστῆμες, γιὰ τεχνικὰ ἔργα, γιὰ κατασκευὲς καὶ γιὰ καταστροφές. Τὶς τελευταῖες θὰ ’πρεπε οἱ ἄνθρωποι πάντα νὰ τὶς θυμοῦνται γιὰ νὰ διδάσκωνται, ἀλλὰ κρῖμα ποὺ ἐδῶ εἶναι πολὺ ἀδύνατη ἡ μνήμη τους. Τίποτε ἀπ’ ὅλα, γιὰ τὰ ὁποῖα καυχιέται ὁ κόσμος δὲν θὰ βρεθῆ, ποὺ νὰ ἔχη ἀξία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Θὰ μείνη μόνο ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ πίστη τῶν Ἁγίων, αὐτὰ τὰ τρία· τὸ αἷμα τῶν Μαρτύρων, τὰ δάκρυα τῶν Ὁσίων καὶ ὁ ἱδρώτας τῶν Δικαίων. Αὐτὰ τὰ τρία εἶναι ἡ λογικὴ λατρεία καὶ σπουδὴ τῆς  ἁγιωσύνης, γιὰ τὴν ὁποία δὲν ἀξίζει ὅλος ὁ κόσμος μὲ ὅ,τι σηκώνει καὶ κουβαλάει στὴν ἱστορία του. Τὸ «ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος»[6], ὅπως κι ἂν τὸ πάρωμε καὶ τὸ ἐξηγήσουμε, εἶναι τὸ ἴδιο· εἴτε ἂν ποῦμε πὼς ὅλος ὁ κόσμος μὲ ὅ,τι ἔχει καὶ μπορεῖ νὰ δώση δὲν ἀξίζει ὅσο ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ πίστη τῶν Ἁγίων εἴτε ἂν ποῦμε πὼς ὁ κόσμος ποτὲ δὲν στάθηκε ἱκανὸς νὰ καταλάβη καὶ νὰ ἐκτιμήση τὴν ἀξία τῆς  ἁγιωσύνης. Νὰ τὴν καταλάβη καὶ νὰ τὴν ἐκτιμήση, ὄχι γιὰ νὰ τὴν πληρώση, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν ἀγαπήση καὶ νὰ τὴν μιμηθῆ. Ὁ κόσμος, καθὼς τὸ ἀκοῦμε σὲ κάποια ἀναγνώσματα τοῦ Ἑσπερινοῦ, εἶναι οἱ λαοὶ οἱ «ἰδόντες καὶ μὴ νοήσαντες...»· οἱ ἄνθρωποι μὲ τοὺς ὁποίους παλεύει ὁ Θεὸς γιὰ νὰ τοὺς κερδίση, μὰ ποὺ αὐτοὶ ἀπ’ ὅσα βλέπουν καὶ ἀκοῦνε τίποτε δὲν βάζουν στὸ μυαλό τους. Ἀκοῦνε, βλέπουν καὶ δὲν καταλαβαίνουν.
Θὰ πῆ τώρα κάποιος πὼς παίρνομε θέση ἐναντίον τοῦ κόσμου, πὼς ἡ Ἐκκλησία μισεῖ τὸν κόσμο. Ἀλλά, ὅταν ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν κόσμο, ποιοὶ εἲμαστ’ ἐμεῖς ποὺ θὰ τὸν μισήσουμε; Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν κόσμο κι ἔρχεται γιὰ νὰ τὸν σώση, καὶ εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ «αἴρει τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου»[7]. Ἡ Ἐκκλησία, ἂν καὶ δὲν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου»[8], ἀλλὰ εἶναι στὸν κόσμο καὶ παλεύει γιὰ νὰ ἀπαλλάξη τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν κυριαρχία τοῦ δαιμονικοῦ, γιατί «ὁ κόσμος ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται»[9]. Ἡ Ἐκκλησία δὲν κρίνει τὸν κόσμο, ἀλλὰ σηκώνει τὸν κόσμο τὸν παίρνει ἐπάνω της, γιὰ νὰ τὸν φέρη στὴν ἀνάσταση καὶ νὰ τὸν περάση ἀνακαινισμένο στὸν μέλλοντα αἰῶνα. Κι ἔχει κι ἐδῶ πάλι τὴ θέση του ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου, ὅτι «οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος». Τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης, ποὺ «πλανᾶ τὴν οἰκουμένην ὅλην»[10], δὲν ἀφήνει τὸν κόσμο νὰ δεχθῆ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ ὁ κόσμος λιθοβολεῖ τοὺς Προφῆτες καὶ σταυρώνει τὸ Σωτήρα του καὶ μισεῖ τὴν Ἐκκλησία καὶ διώκει τοὺς Ἁγίους. Καὶ μόνο γιατί τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι σοφία καὶ δύναμη Θεοῦ νικᾶ τὸν κόσμο, καὶ μόνο γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἀναστημένος Χριστὸς «οὐκέτι ἀποθνήσκει»[11], καὶ μόνο γιατί ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν κόσμο, ὁ κόσμος δὲν καταστράφηκε ἀκόμα. Κατὰ τὰ ἄλλα, οὔτε ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀπόκοσμη οὔτε τὸ κήρυγμα ἐλέγχει καὶ κρίνει τὸν κόσμο, γιατί τώρα δὲν εἶναι ὁ καιρὸς τῆς  κρίσεως, ἀλλὰ ἡ προθεσμία τῆς  σωτηρίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι στὸν κόσμο καὶ φωτίζει τὸ δρόμο γιὰ νὰ πορεύεται ὁ κόσμος, μὰ συμβαίνει πολλὲς φορὲς ὁ κόσμος νὰ μισῆ τὸ φῶς καὶ νὰ προτιμᾶ τὸ σκότος, «ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ»[12]. Τότε δὲν εἶναι πιὰ ἡ Ἐκκλησία ποὺ κρίνει καὶ καταδικάζει, ἀλλὰ ὁ κόσμος ποὺ «ἀντιπίπτει τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ»[13] καὶ «ἁμαρτάνει ὤν αὐτοκατάκριτος»[14].
Μέσα σὲ ὅσα μπορέσαμε ὡς ἐδῶ νὰ ποῦμε εἶναι τὸ νόημα τῆς  αὐριανῆς ἑορτῆς τῆς  Ὀρθοδοξίας. Ἡ ἀθεΐα θέλει νὰ μᾶς βάλη νὰ πιστέψουμε πὼς μόνο γιὰ τὸ ψωμὶ ζοῦν καὶ ἀγωνίζονται οἱ ἄνθρωποι. Οἱ ἐχθροί τῆς  Ἐκκλησίας, μακάρι νὰ μὴν εἶναι καὶ τῆς  Πατρίδας, δὲν κουράζονται μὲ ὅλα τὰ μέσα καὶ μὲ ὅλους τοὺς τρόπους νὰ κηρύττουν πὼς γιὰ τὸν ἄνθρωπο δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο παραπάνω ἀπὸ τὶς ὑλικὲς καὶ σωματικές του ἀνάγκες· αὐτὲς εἶναι ἡ ζωή του, γι’ αὐτὲς ὑπάρχει, γι’ αὐτὲς ἐπαναστατεῖ, γι’ αὐτὲς πολεμάει, γι’ αὐτὲς γίνεται ἥρωας. Μὰ δὲν χρειάζεται πολὺ γιὰ νὰ καταλάβωμε πὼς αὐτὸ εἶναι μιὰ μεγάλη πλάνη. Τάχα μόνο γιὰ τὸ ψωμὶ ἔζησαν, ἀγωνίσθηκαν καὶ πέθαναν ἄνθρωποι; Τάχα μόνο ἀνάμεσα στοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς πεινασμένους γεννήθηκαν ἥρωες, ποὺ δὲν τοὺς ἀντρείωνε τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἀνάγκη, ἡ φτώχεια καὶ ἡ πείνα; Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν παρασύρθηκε ἀπὸ μιὰ τέτοια πλάνη καὶ δὲν ὑπόκυψε, ὅταν «ὁ πειράζων»[15] τὸν βρῆκε πεινασμένο στὴν ἔρημο. Τοῦ πέταξε κατὰ πρόσωπο τὸ «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος...»[16], δὲν εἶναι μόνο τὸ ψωμὶ ποὺ θέλει ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ ζήση. Εἶναι κι ἄλλα, καὶ μάλιστα σὲ ἀξία πρὶν ἀπὸ τὸ ψωμί, γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἂν καὶ πεινοῦσε, δὲν ξεγελάστηκε νὰ κάμη τὶς πέτρες ψωμιά. Μὰ στὸν καιρὸ μας ὁ κόσμος ἔχει ὑποκύψει στὸν πρῶτο πειρασμό· ποτισμένοι καὶ παραζαλισμένοι ἀπὸ τὴν πλάνη πὼς ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνο τὸ ψωμί, βάλθηκαν ὅλοι νὰ κάμουν τὶς πέτρες ψωμιά. Μὰ ἔτσι συμβαίνει μέσα στὴν πλησμονὴ καὶ χορτασιὰ τους ἄλλοι νὰ αἰσθάνωνται τὸν ἑαυτὸ τους μέσα τους πεινασμένο κι ἀδειανό, κι ἄλλοι μέσα στὴ στέρηση καὶ τὴν ἀθλιότητα νὰ πεθαίνουν ἀπὸ τὴν πείνα. Ἡ πλάνη δὲν μπόρεσε νὰ λύση τὸ πρόβλημα τῆς  διατροφῆς καὶ νὰ κάμη καλύτερους τοὺς ἀνθρώπους, γιατί ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνο ὅ,τι τρώγει καὶ γιατί ἐκεῖνο ποὺ λείπει δὲν εἶναι μόνο τὸ ψωμί. Τὸ ψωμὶ πάντα ὑπάρχει, καὶ στὸν καιρὸ μας περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλοτε, καὶ μόνο δὲν ὑπάρχουν ἐκεῖνοι, ποὺ θὰ μπορέσουνε νὰ τὸ μοιράσουν δίκαια σὲ ὅλους. Ἡ αὐριανὴ ἑορτὴ τῆς  Ὀρθοδοξίας δὲν εἶναι μόνο σὲ ἀνάμνηση τῆς  ἀναστήλωσης τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ δὲν εἶναι μόνο εὐχαριστία στὸ Θεὸ γιὰ τὴν καταπολέμηση τῶν αἱρέσεων, εἶναι καὶ ἡμέρα προσευχῆς τῆς  Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ φυλάγη ὁ Θεὸς τὸν κόσμο ἀπὸ κάθε πλάνη, ποὺ δολιεύεται τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ τὴν ἀληθινὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, μέσα σ’ αὐτὴ τὴν Ἐκκλησία βρίσκει τὴν πίστη του καὶ σ’ αὐτὴν ἔχει βέβαιη τὴ σωτηρία του. Γι’ αὐτὸ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους, τοὺς Μάρτυρες καὶ τοὺς Ὁμολογητές, ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν πνευματική του ἀσφάλεια καὶ γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀνανεώνει κάθε χρόνο σὰν αὔριο καὶ κάθε μέρα στὴ συνείδησή του τὴν ὑπόσχεση καὶ τὸν ὅρκο· «Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία»[17]. Ἀμήν.








[1] Συνοδικόν της  ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Ζ' Συνόδου ὑπὲρ τῆς  Ὀρθοδοξίας, Προοίμιον.

[2] Ἑβρ. 10, 39.
[3] Ἑβρ. 11, 1-2.
[4] Ἑβρ. 11,6.
[5] Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολήν, MPG 63,188.4.
[6] Ἑβρ. 11,38.
[7] Ἰω. 1,29.
[8] Α´ Ἰω. 2, 17.
[9] Α´  Ἰω. 5, 19.
[10] Ἀποκ. 12, 9.
[11] Ρωμ. 6, 9.
[12] Ἰω. 3,21.
[13] Πράξ. 7,51.
[14] Τίτ. 3, 11.
[15] Ματθ. 4,3.
[16] Δευτ. 8, 3. Ματθ. 4, 4.
[17] Ἰωσὴφ Βρυέννιος