Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΚΡΕΩ

+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ.  Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης
Πρὸς Κορινθίους A’ 8, 8 - 9, 3                               26 Φεβρουάριου 1984
Στὸ ἀποστολικὸ κείμενο τῆς αὐριανῆς θείας Λειτουργίας ὁ Ἀπόστολος ἐκφράζει τὴν πίστη του καὶ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας σ’ ἕν’ ἀπὸ τὰ πιὸ σπουδαῖα ζητήματα, ποὺ ἀπασχόλησαν καὶ ἀπασχολοῦν τὴ σκέψη καὶ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθερίας. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ θεωρητικὴ καὶ φιλοσοφικὴ πλευρά, ποὺ εἶναι πρόβλημα πολὺ μεγάλο καὶ ἄλυτο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη σκέψη. Στὴ μελέτη αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἡ φιλοσοφία ἁπλώνεται καὶ κινεῖται ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο ὡς τὸ ἄλλο· ἢ ἀρνεῖται κάθε ἐλευθερία στὸν ἄνθρωπο σὲ ὅλα ἤ φτάνει νὰ πῆ πὼς εἶναι ἀπόλυτα ἐλεύθερος, γιὰ νὰ ὁρίζη τὸν ἑαυτό του. Ἀλλὰ γιὰ μᾶς τὸ θέμα δὲν εἶναι αὐτό. Τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ δὲν εἶναι φιλοσοφικὴ θεωρία, ἀλλὰ πίστη καὶ ζωή, ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου σὲ σχέση μὲ τὸ συνάνθρωπό του. Χαρακτηριστικὰ ὁ Ἀπόστολος γράφει ὅτι «οὐδεὶς ἑαυτῷ ζῇ..·»[1], ποὺ θὰ πῆ πὼς κανένας ἀπὸ μᾶς δὲν ζῆ μόνος καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἀλλὰ ἄς ἀκούσωμε πρῶτα σὲ νεοελληνικὴ μετάφραση τὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ κείμενο στὴ θεία Λειτουργία.
 «Ἀδελφοί, στὸ Θεὸ δὲν μᾶς συνιστᾶ τὸ φαγητό· γιατί οὔτε ἂν φᾶμε εἴμαστε καλύτεροι οὔτε ἂν δὲν φᾶμε εἴμαστε χειρότεροι. Προσέχετε ὅμως μήπως αὐτή σας ἡ ἐλευθερία γίνη αἰτία νὰ πέσουν ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἀδύνατη πίστη. Γιατί ἂν σὲ δῆ κάποιος ἐσένα ποὺ ἔχεις γνώση νὰ κάθεσαι στὸ τραπέζι ἑνὸς εἰδωλολατρικοῦ ναοῦ, ἡ συνείδησή του, ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατος ἄνθρωπος, δὲν θὰ ξεθαρρέψη νὰ τρώγη κι αὐτὸς τὰ κρέατα ἀπὸ τὶς εἰδωλολατρικὲς θυσίες; Καὶ γιὰ τὴ δική σου τάχα γνώση θὰ πάη χαμένος ὁ ἀδύνατος ἀδελφός, γιὰ τὸν ὁποῖο πέθανε ὁ Χριστός. Ἔτσι ὅμως, βλάπτοντας τοὺς ἀδελφοὺς καὶ πληγώνοντας τὴ συνείδησή τους ποὺ εἶναι ἀδύνατη, κάνετε ἁμαρτία στὸ Χριστό. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, ἂν εἶναι καὶ τὸ φαγητὸ γίνεται αἰτία νὰ πέση ὁ ἀδελφός μου, ἐγὼ λοιπὸν δὲν θὰ φάγω ποτὲ κρέας, γιὰ νὰ μὴν πέση ἐξαιτίας μου ὁ ἀδελφός μου. Δὲν εἶμαι ἀπόστολος; Δὲν εἶμαι ἐλεύθερος; Μὴ καὶ δὲν εἶδα τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό; Δὲν εἴσαστε σεῖς τὸ ἔργο μου μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου; Ἂν γιὰ ἄλλους δὲν εἶμαι ἀπόστολος, ἀλλὰ γιὰ σᾶς τουλάχιστον εἶμαι· γιατί ἐσεῖς εἴσαστε ἡ σφραγίδα, ποὺ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου βεβαιώνει τὴν ἀποστολή μου».
 Ἐκεῖνο ποὺ πρῶτ’ ἀπ᾽ ὅλα πρέπει νὰ καταλάβομε οἱ Χριστιανοί, τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὅτι δὲν ζοῦμε μόνοι μας. Αὐτὸ θὰ πῆ πὼς ὁ καθένας δὲν μπορεῖ νὰ λέγη ὅ,τι θέλει καὶ νὰ κάνη ὅ,τι τοῦ ἀρέσει. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ κατεξοχὴν κοινωνία καὶ στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχουν δεσμοὶ καὶ δεσμεύσεις· δεσμοί, ποὺ μᾶς ἑνώνουν σ’ ἕνα σῶμα καὶ δεσμεύσεις, ποὺ μᾶς κρατοῦν σὲ μιὰ τάξη. Στὴν οὐσία του τὸ πρᾶγμα εἶναι τὸ ἴδιο· εἶναι ἡ ἀγάπη, ποὺ ἀρνητικὰ καὶ θετικά, σύνδεσμος ὄντας τῆς τελειότητας, κρατάει σὲ ἑνότητα τὴν Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀρνητικὰ ἡ ἀγάπη «οὐκ ἀσχημονεῖ»[2], καὶ θετικὰ «πάντα στέγει»[3]. Ἀλλὰ εἶναι βέβαια καὶ ἡ ἐλευθερία, γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλοῦν ὅλοι, κι ὅσοι πιστεύουν κι ὅσοι δὲν πιστεύουν στὴν ἐλευθερία. Μὰ ἡ ἐλευθερία, ἐννοοῦμε ἡ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ ἐλευθερία, δὲν ὁρίζεται παρὰ μόνο ἀπὸ τὴν ἀγάπη· δὲν μποροῦμε δηλαδὴ νὰ ξέρωμε καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε τί εἶναι ἐλευθερία, νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι καὶ νὰ σεβώμαστε τὴν ἐλευθερία τῶν ἄλλων, ἂν μέσα μας δὲν ζοῦμε τὴν ἀγάπη. Δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶσαι δίκαιος, γιὰ νὰ εἶσαι καὶ ἐλεύθερος· πρέπει νὰ ξεπεράσης τὰ ὅρια τῆς δικαιοσύνης, πρέπει νὰ ἀγαπᾶς. Δικαιοσύνη εἶναι τὸ δικαίωμα· ἀγάπη εἶναι τὸ χρέος, τὸ πάντα παρὸν καὶ ἀνεξόφλητο. Αὐτὸ ἐννοοῦσε, ὅταν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε· «Ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν γραμματέων καὶ φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν»[4]. Ἡ δικαιοσύνη τῶν φαρισαίων εἶναι ὁ νόμος, τὸ δικαίωμα καὶ τὸ δίκαιο· τὸ «πλεῖον» εἶναι ἡ χάρη, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλευθερία.
Ἐδῶ καταλήγομε, προσπαθώντας νὰ βαθύνωμε στὸ νόημα τῶν λόγων τοῦ Ἀποστόλου στὴν αὐριανὴ περικοπή. Ἐλεύθερος εἶναι ὁ καθένας νὰ φάγη ἢ νὰ μὴ φάγη, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἡ τροφή, ποὺ μᾶς συνιστᾶ καὶ μᾶς δίνει ἀξία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ συνδεόμαστε μόνο κατακόρυφα μὲ τὸ Θεὸ συνδεόμαστε ὁριζόντια καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Ἐδῶ εἶναι ἕνα σημεῖο, ποὺ συμβαίνουν πολλὲς παρανοήσεις στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων· ἢ θαρροῦν πολλοὶ πὼς τάχα συνδέονται κατακόρυφα μὲ τὸ Θεὸ καὶ δὲν ξέρουν ἂν ὑπάρχουν ἄνθρωποι στὸ πλάι τους, σὲ μιὰ δηλαδὴ ὁριζόντια προέκταση τοῦ ἐαυτοῦ των ἢ τάχα πιστεύουν στὸν ἄνθρωπο καὶ ξέρουν μόνο τὴν ὁριζόντια γραμμὴ στὴ ζωή τους, χωρὶς νὰ θέλουνε νὰ ξέρουν πὼς ὑπάρχει ὁ Θεός. Αὐτὲς εἶναι ἀκρότητες καὶ μονομέρειες ἔξω ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Τὸν ἑαυτό μας δὲν τὸν βρίσκομε παρὰ ξεκινώντας ἀπὸ τὸ Θεό, καὶ τὸ συνάνθρωπό μας δὲν τὸν ξέρομε παρὰ προεκτείνοντας τὸν ἑαυτό μας. Αὐτὰ ποὺ λέμε τώρα δὲν εἶναι, καθὼς θὰ νόμιζε κάποιος, διανοητικὰ σχήματα στὸ μυαλό μας, ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια τῆς ζωῆς μας, καθὼς γι’ αὐτὴν ὁμιλοῦν οἱ θεῖες Γραφὲς καὶ ἡ Ἐκκλησία. Τέλος πάντων γιὰ τὴ ζωή μας, γιὰ τὸν προορισμό μας καὶ γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἄλλος κανένας δὲν ἔχει νὰ μᾶς πῆ παρὰ μόνο ὁ Θεός, ποὺ μᾶς ὁμιλεῖ, ἀποκαλύπτοντας τὸ αἰώνιο θέλημά του στὶς Γραφὲς μέσα στὴν Ἐκκλησία. Εἶναι βέβαια καὶ ἡ Ἐπιστήμη καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ἀρνηθοῦμε τὴ μεγάλη πρόοδο τῆς Ἐπιστήμης καὶ τὶς πολύτιμες ὑπηρεσίες της στὸν ἄνθρωπο. Μὰ ἡ Ἐπιστήμη ὁμιλεῖ καὶ περιορίζεται στὸ βίο τοῦ ἀνθρώπου· ὁ Θεὸς ὁμιλεῖ γιὰ τὴ ζωή. Καὶ εἶν’ ἀλήθεια πὼς ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνο ὁ βίος του, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο καὶ ἡ ζωή του. Ἀλλοίμονο, ἂν ὁ ἄνθρωπος ἦταν μόνο ὁ βίος του! Μιὰ χρονικὴ διάρκεια ἀπὸ τὴ γέννησή του ὡς τὸ θάνατο, κάποιες συνθῆκες ζωῆς ὑλικὲς καὶ βιολογικές.
Σκοπός μας στὴ σημερινὴ ὁμιλία δὲν εἶναι νὰ διδάξουμε γεωμετρία, κι ἂν λέμε γιὰ κατακόρυφο καὶ γιὰ ὁριζόντιο, ποὺ αὐτὲς δὲν εἶναι ἐκφράσεις τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τῶν νεώτερων θεολόγων, τὸ κάνομε γιὰ νὰ γίνη παραστατικώτερος ὁ λόγος. Θέλομε νὰ ποῦμε πὼς ἡ ὀρθὴ θέση τοῦ ἀνθρώπου στὴ ζωὴ εἶναι αὐτὴ ἡ ὀρθὴ γωνία, ποὺ σχηματίζεται στὸ σημεῖο ποὺ συναντιοῦνται καὶ τέμνονται ἡ κατακόρυφη ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἡ ὁριζόντια πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὴ ἡ ὀρθὴ θέση, σὰν ὀρθὴ γωνία, εἶναι σχέση ἐλευθερίας καὶ σὰν συμβολικὴ παράσταση τοῦ σταυροῦ, εἶναι δεσμὸς ἀγάπης. Ἡ ἐλευθερία πάει μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπη, καὶ δὲν μποροῦμε νὰ λέμε γιὰ ἐλευθερία, ἂν δὲν εἴμαστε δεμένοι μεταξὺ μας μὲ τὴν ἀγάπη, ἂν δὲν αἰσθανώμαστε νὰ εἴμαστε ἐξαρτημένοι ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο. Ἕνας σύγχρονος προφήτης τῆς ἀθεΐας, παρερμηνεύοντας καὶ κακοποιώντας τὴν ἔννοια τῆς ἐλευθερίας, ἔφτασε νὰ πῆ πῶς ὁ «ἄλλος», ὁ διπλανός μας ἄνθρωπος εἶναι γιὰ τὸν καθένα μας ἡ κόλαση. Μὰ ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι ἔννοια, εἶναι ζωὴ καὶ πραγματικότητα, κι αὐτὴ ἡ πραγματικότητα δὲν εἶναι κάτι στὸν ἀέρα, ἀλλὰ ἕνα γεγονὸς καὶ μιὰ πράξη, ποὺ συμβαίνει καὶ διαδραματίζεται μεταξὺ μας ὄχι σὲ μιὰ θεατρικὴ σκηνή, ἀλλ’ ἐπάνω στὴν ὁριζόντια γραμμὴ γιὰ τὴν ὁποία λέμε, τὴ γραμμὴ ποὺ ἐκτείνεται στὸ ἐπίπεδο τῶν ἀνθρώπων καὶ τέμνεται σὲ ὀρθὴ γωνία μὲ τὴν κατακόρυφη, ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὸ Θεό. Μάταιη θὰ εἶναι κάθε ἀνθρώπινη προσπάθεια καὶ γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ γιὰ τὴν ἰσότητα καὶ γιὰ τὴ δικαιοσύνη καὶ γιὰ ὅλα, ποὺ ἀποτελοῦν ἀκοίμητους καὶ ἅγιους πόθους των, ἂν παλεύουν γι’ αὐτά, ξεκομμένοι ἀπὸ τὴν κατακόρυφη γραμμή, ποὺ τοὺς ἑνώνει μὲ τὸ Θεὸ καὶ ὁρίζει τὶς ὀρθὲς μεταξύ των σχέσεις.
Στὸ ἀνάγνωσμα τῆς αὐριανῆς θείας Λειτουργίας ὁ Ἀπόστολος, ἀπὸ μιὰ ἐκκλησιαστικὴ καὶ κοινωνικὴ ἀταξία στὴν Κόρινθο, παίρνει ἀφορμὴ νὰ γράψη γιὰ τὴν ἐλευθερία, ποὺ δὲν νοεῖται καὶ δὲν ὑπάρχει ἔξω ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Ἂν ἔχει τάχα σημασία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἂν θὰ φάγη κανεὶς ἢ ἂν δὲν θὰ φάγη! «Βρῶμα ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ…»[5]· πάει νὰ πῆ πὼς τὸ φαγητὸ δὲν δεσμεύει τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Τὴν δεσμεύει ὅμως κάτι ἄλλο· ἡ ἀγάπη. Καὶ μᾶλλον ὄχι τὴν δεσμεύει, ἀλλὰ τὴ συνιστᾶ καὶ τὴν κάνει πραγματικὴ ἐλευθερία. Αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου, ποὺ εἶναι σὰν ὅρκος, εἶναι ἕνας λόγος μοναδικός, καὶ εἶναι ὁ ἀνεπανάληπτος καὶ πιὸ σωστὸς ὁρισμὸς τῆς πραγματικῆς ἐλευθερίας· «Εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰώνα…»[6]! Ἂν τὸ φαγητὸ κάνη ζημιὰ στὴν ἀδύνατη συνείδηση τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἂν ἐγὼ γίνωμαι ἀφορμὴ γιὰ νὰ πέση ὁ ἀδελφός μου, ἂν ἡ ἐλευθερία μου ὑποδουλώνη τὸν ἀδελφό μου, ἐγὼ λοιπὸν μὲ τὴν ἀγάπη δεσμεύω τὴν ἐλευθερία μου καὶ δὲν θὰ φάγω ποτέ μου κρέας. Δὲν πρόκειται γιὰ τὸ φαγητό, δὲν πρόκειται γιὰ τὰ κρέατα ἀπὸ τὶς εἰδωλολατρικὲς θυσίες, μέσα στὰ ὁποῖα οἱ ἀδύνατοι στὴν πίστη ἔβλεπαν πὼς ἦσαν δαιμόνια· πρόκειται γιὰ τὴν ἀγάπη, ποὺ αὐτοδεσμεύεται καὶ ἐλεύθερα παραιτεῖται ἀπὸ ἕνα φυσικὸ δικαίωμα γιὰ χάρη τοῦ ἀδελφοῦ. Παρακάτω στὴν ἴδια ἐπιστολὴ ὁ Ἀπόστολος γράφει καὶ ρωτᾶ· «ἵνα τί γὰρ ἡ ἐλευθερία μου κρίνεται ὑπὸ ἄλλης συνειδήσεως;»·[7] γιατί ἡ ἐλευθερία μου νὰ κρίνεται ἀπὸ τὴ συνείδηση τοῦ ἄλλου; Τὴν ἀπάντηση τὴν δίνει ὁ ἴδιος στὴ συνέχεια ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ τελειώνει ἡ αὐριανὴ περικοπή· «Ἐλεύθερος γὰρ ὤν ἐκ πάντων πᾶσιν ἐμαυτὸν ἐδούλωσα, ἵνα τοὺς πλείονας κερδήσω»[8]· ἂν καὶ εἶμαι ἐλεύθερος ἀπ᾽  ὅλους, ὅμως ὑποδουλώθηκα σὲ ὅλους, γιὰ νὰ κερδίσω τοὺς περισσότερους. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὄχι μόνο φαίνεται ἀνεξήγητος, ἀλλὰ καὶ σκανδαλίζει. Ἡ ἐξήγησή του βρίσκεται στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων. Στὴν ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ περίφημο εἶναι τὸ ζήτημα τῶν δούλων καὶ οἱ ἀγῶνες γιὰ τὴν κατάργηση τῆς δουλείας. Στὴν ἱστορία ὅμως καὶ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἔχομε παραδείγματα ἀνθρώπων, ὄχι ποὺ ἔγιναν ἀπὸ δοῦλοι ἐλεύθεροι, ἀλλ’ ἀπὸ ἐλεύθεροι ποὺ ἦσαν πούλησαν τὸν ἑαυτό τους κι ἔγιναν δοῦλοι. Τέτοιος εἶναι ὁ ἅγιος Σεραπίων ὁ Σιδόνιος, ποὺ ὅταν κάποιον ἤθελε νὰ τὸν κάμη χριστιανό, πήγαινε καὶ τοῦ γινότανε δοῦλος· μὲ τὴν ὑπακοὴ καὶ τὸ παράδειγμά του, στὸ τέλος τὸν κέρδιζε καὶ τὸν ἔκανε χριστιανό!
Στὸ θέμα, μὲ τὸ ὁποῖο καταπιαστήκαμε σήμερα, δὲν θὰ βροῦμε τέλος καὶ δὲν θὰ συμφωνήσουμε, ἂν δὲν τοποθετηθοῦμε καλοπροαίρετα καὶ μὲ ἀπόλυτη εἰλικρίνεια μέσα στὴ θεόπνευστη σκέψη τοῦ Ἀποστόλου στὸ αὐριανὸ λειτουργικὸ κείμενο. Ἡ κοινωνικὴ ἐλευθερία εἶναι περισσότερο ἀπὸ δικαίωμα, καὶ πρέπει νὰ πιστέψουμε πὼς εἶναι συνείδηση καὶ χρέος ἀγάπης. Τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον εἶναι νομικὲς ἐπιταγές, ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία εἶναι τὸ ἦθος τοῦ ἀνθρώπου, κι ἔλεγαν ἀκριβῶς οἱ ἀρχαῖοι ὅτι τὸ ἦθος εἶναι ὁ Θεὸς μέσα στὸν ἄνθρωπο· «ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων»[9]. Γιατί ἀλλιῶς αὐτὸ ποὺ λέμε ἐλευθερία, ποὺ μόνο σὰν προσωπικὸ δικαίωμα μᾶς τοποθετεῖ ξεχωριστὰ καὶ σὲ θέση μάχης ἀπέναντι στὸ συνάνθρωπο καὶ τὸν ἀδελφό, εἶναι ἄρνηση τῆς ἐλευθερίας καὶ ἐγωϊστικὴ ἀσυδοσία, ποὺ ὁδηγεῖ φυσικὰ σὲ ὑποδούλωση καὶ καταδυνάστευση τῶν ἄλλων. Ἀλλὰ στὸ τέλος τώρα δὲν πρέπει νὰ παραλείψουμε νὰ ποῦμε καὶ τὸ λόγο, γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία διαβάζει αὔριο στὴ θεία Λειτουργία τὴν περικοπή, ποὺ μᾶς ἔδωκε ἀφορμὴ στὴ σημερινὴ ὁμιλία· εἶναι ὅτι θέλει νὰ μᾶς προετοιμάση γιὰ τὴν περίοδο τῆς νηστείας ποὺ ἔρχεται. Ἀλλὰ ἡ νηστεία, ὁ πολὺ παρεξηγημένος θεσμὸς τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι θέμα γιὰ μιὰ ἄλλη ὁμιλία. Ἀμήν.



[1] Ρωμ. 14, 7.
[2] Α´ Κορ. 13,5.
[3] Α´ Κορ. 13,7.
[4] Ματθ. 5, 20.
[5] Α´  Κορ. 8, 8.
[6] Α´  Κορ. 8, 13.
[7] Α´ Κορ. 10, 29
[8] Α´ Κορ. 9, 19–20.
[9] Ἠράκλειτος, ἀπόσπ. 119.