Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Κυριακή τῶν Μυροφόρων
(Πράξεις, 6,1-7)
6 Μαίου 1984

Τὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα στὴ θεία Λειτουργία μᾶς δίνει ἀφορμὴ νὰ ὁμιλήσουμε γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐπίμαχα ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας. Στὸν καιρὸ μας εἶναι διχασμένες οἱ γνῶμες γιὰ τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ τὸ τί δηλαδὴ πρέπει νὰ κάνη ἡ Ἐκκλησία καὶ τί νὰ περιμένουν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ὑπάρχει πολλὴ ἀντιλογία σ’ αὐτὸ τὸ ζήτημα, τόσο ποὺ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας βρίσκονται σὲ μεγάλη στενοχώρια γιὰ τὸ τί πρέπει κάθε φορὰ νὰ κάμουν, ὥστε τὸ ἔργο τους νὰ μὴν εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ σκοπὸ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι ὁμιλοῦν γιὰ τὴν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὸ σύγχρονο κόσμο, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πὼς ἡ Ἐκκλησία πρέπει πάντα σὲ κάθε ἐποχὴ νὰ εἶναι παρούσα. Ἡ ἀπορία ὅμως εἶναι στὸ ἑξῆς· κατὰ ποιὸν τρόπο νοεῖται αὐτὴ ἡ παρουσία, τί πρέπει δηλαδὴ νὰ κάνη σήμερα ἡ Ἐκκλησία γιὰ νὰ εἶναι παρούσα; Αὐτὸ εἶν’ ἕνα ἐρώτημα, ποὺ πολὺ βασανίζει τοὺς ἱεροὺς ποιμένες, ὅσο δὲν μποροῦνε νὰ ξέρουν οἱ ποιμαινόμενοι, ποὺ πολλοὶ φτάνουν ὡς καὶ νὰ κρίνουν τοὺς Ἱεροὺς ποιμένες πὼς δὲν κάνουν τάχα καλά το χρέος τους. Ἀλλὰ τὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα δίνει καλὴ ἀπάντηση στὸ ζήτημα αὐτό· καὶ οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ ποιμαινόμενοι βρίσκουν σ’ αὐτὸ τὴν ὀρθὴ λύση στὸ σπουδαῖο πρόβλημα, ποὺ ἀπασχολεῖ πάντα κι ἴσως περισσότερο σήμερα τὴν Ἐκκλησία. Ἀλλ’ ἄς ἀκούσωμε τώρα τὸ ἱερὸ κείμενο σὲ ἀπόδοση στὴ νεοελληνικὴ δημοτικὴ γλώσσα.
«Ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες, ἐνῶ πληθύνονταν οἱ πιστοί, οἱ ἑλληνόγλωσσοι Ἰουδαῖοι ἀρχίσανε νὰ παραπονιοῦνται μὲ τοὺς ντόπιους, ὅτι δὲν προσέχονταν οἱ χῆρες των στὰ καθημερινὰ συσσίτια. Τότε οἱ δώδεκα προσκάλεσαν ὅλους τοὺς πιστοὺς καὶ τοὺς εἶπαν· «Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ἀφήσουμε ἐμεῖς τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ γίνωμε τραπεζοκόμοι. Σκεφθῆτε λοιπόν, ἀδελφοί, καὶ βρῆτε ἀπὸ σᾶς ἑπτὰ ἀνθρώπους μὲ καλὸ ὄνομα, γεμάτους ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ φρόνηση, ποὺ θὰ τοὺς βάλωμε νὰ ὑπηρετοῦν σ’ αὐτὴ τὴν ἀνάγκη, κι ἐμεῖς θὰ ἀφοσιωθοῦμε στὴν προσευχὴ καὶ στὴν ὑπηρεσία τοῦ κηρύγματος». Κι ἄρεσε ὁ λόγος σ’ ὅλο τὸ λαὸ κι ἐξέλεξαν τὸ Στέφανο, ἄνθρωπο γεμάτο πίστη καὶ Πνεῦμα Ἅγιο, καὶ τὸν Πρόχορο καὶ τὸ Νικάνορα καὶ τὸν Τίμωνα καὶ τὸν Παρμενᾶ καὶ τὸ Νικόλαο τὸν προσήλυτο ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια. Αὐτοὺς τοὺς παρουσίασαν στοὺς Ἀποστόλους, κι ἐκεῖνοι ἀφοῦ προσευχήθηκαν τοὺς χειροτόνησαν. Κι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ διαδιδότανε ὅλο καὶ περισσότερο, κι ὅλο καὶ μεγάλωνε ὁ ἀριθμὸς τῶν πιστῶν στὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ πλῆθος ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς δεχόντανε τὴ νέα πίστη».
Ἕνα συνηθισμένο ζήτημα, ποὺ πάντα ἀπασχολεῖ τὴν Ἐκκλησία εἶναι οἱ ἀνάγκες, ἀλλὰ καὶ τὰ παράπονα τῶν ἐνδεῶν, ἐκείνων ποὺ ἀναξιοπαθοῦν καὶ περιμένουν περίθαλψη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἀπ’ αὐτούς, ὄχι μόνο τοὺς ἀναξιοπαθεῖς, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς ἄλλους, ποὺ τὸ ἔκαμαν δουλειά τους νὰ χτυπᾶνε τὶς πόρτες, «ἀπαύστως ἡ Ἐκκλησία παρενοχλεῖται»[1], καθὼς λέγεται σ’ ἕναν Κανόνα κάποιας τοπικῆς Συνόδου. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε τὸ περίφημο ἐκεῖνο, ποὺ κάποιοι κακῶς τὸ παραδέχονται, ὅτι «τοὺς πτωχοὺς πάντοτε ἔχετε μεθ᾽ ἑαυτῶν»[2]. Πάντα θὰ ἔχωμε μαζί μας τοὺς φτωχούς, πάντα δηλαδή, γιὰ τὸν ἕνα ἢ γιὰ τὸν ἄλλο λόγο, θὰ ὑπάρχουν φτωχοὶ στὸν κόσμο, κι ἄς λένε ὅ,τι θέλουν οἱ κοινωνιστικὲς θεωρίες, χωρὶς καὶ νὰ μποροῦνε νὰ ἐξαλείψουν τὴ φτώχεια. Γιατί φτώχεια βέβαια δὲν εἶναι μόνο ἡ ἔλλειψη τοῦ ψωμιοῦ, ἀλλὰ καὶ πολλῶν ἄλλων ἀγαθῶν, καὶ μάλιστα ὄχι ὑλικῶν. Ἡ Ἐκκλησία, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ κοινωνία τῆς ἀγάπης, εἶναι φυσικὸ νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν κατάσταση τῶν μελῶν της. Στὴν Ἐκκλησία, καθὼς γράφει ὁ μεγάλος Ἀπόστολος,«εἴτε πάσχει ἕν μέλος, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη εἴτε δοξάζεται ἕν μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη»[3]. Πάντα λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία, ἀπὸ τὰ χρόνια τῶν Ἀποστόλων μέχρι σήμερα, μέσα στὸ ἔργο της καὶ τὴν ἀποστολή της, χρέος της αἰσθάνεται τὴν ἄσκηση τῆς φιλανθρωπίας, τὴ γενικὴ δηλαδὴ μέριμνα γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς καθοιονδήποτε τρόπο ἐνδεεῖς, χωρὶς διάκριση μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Τὴ χάρη τῶν θείων Μυστηρίων ἡ Ἐκκλησία τὴν παρέχει μόνο στοὺς πιστούς, ἀλλὰ τὴ φιλανθρωπία τὴν ἐκτείνει πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Φιλανθρωπία εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο, κι ἡ ἀγάπη, καθὼς γράφει ὁ Ἀπόστολος,«πάντα στέγει»[4],σκεπάζει καὶ προστατεύει ὅλους.
Ἡ ἄσκηση τῆς φιλανθρωπίας δὲν εἶναι βέβαια εὔκολο καὶ ἀνεύθυνο ἔργο, ἀλλ’ ἀντίθετα εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ δύσκολα καὶ λεπτὰ διακονήματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ φιλανθρωπία, καθὼς καὶ ὅλες οἱ κοινωνικὲς ἀρετὲς ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὴν ἀγάπη, εἶναι πρῶτα καὶ κύρια προσωπικὴ σχέση μεταξύ τν ἀνθρώπων. Σ’ αὐτὴ τὴ σχέση καὶ προσωπικὴ κοινωνία ὁ κάθε χριστιανὸς μὰ κι ὁ κάθε ἄνθρωπος, πηγαῖα καὶ αὐθόρμητα, θεοκίνητος καὶ θεοδίδακτος, σὰν τὸ Σαμαρείτη τῆς παραβολῆς, ξέρει νὰ ἀσκήση φιλανθρωπία, ἀλλὰ καὶ δὲν παράλειψε νὰ διδάξη ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο. Τὸ πρᾶγμα δυσκολεύει, ὅταν ἡ Ἐκκλησία πάη νὰ ξεπεράση τὴ μορφὴ τῆς προσωπικῆς ἄσκησης τῆς φιλανθρωπίας καὶ θέλη, ἐπειδὴ ἀναγκάζεται, νὰ ὀργανώση συλλογικὰ τὴ λειτουργία τῆς πίστεως «τῆς εἰς τοὺς ἁγίους».Μεταχειριζόμαστε εἰδικὲς λέξεις καὶ ἐκφράσεις τοῦ ἀποστόλου Παύλου, γιὰ νὰ μὴν ξεπέση ὁ λόγος στὰ σύγχρονα κρατικὰ καὶ ὑπηρεσιακὰ σχήματα τῆς κοινωνικῆς πρόνοιας καὶ πολιτικῆς. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι μέσα στὰ σχήματα αὐτὰ ὑπάρχει ἡ εὐεργετικὴ καὶ ἀγαθοποιὸς ἐπίδραση τοῦ κοινωνικοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησίια πρέπει νὰ μείνη καὶ μένει στὴ λέξη καὶ στὴν πράξη τῆς φιλανθρωπίας καὶ στὴν ἀποστολικὴ ἔκφραση τῆς λειτουργίας τῆς πίστεως. Ἀλλὰ κι ὅταν συλλογικὰ ὀργανώνη τὴ διακονία, πρέπει νὰ δίνη σ’ αὐτὴν πνευματικὸ περιεχόμενο καὶ τὴ σωστὴ σειρὰ προτεραιότητας μέσα στὰ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ ἔργα, καθὼς φαίνεται στὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ κείμενο. Καὶ θὰ θέλαμε νὰ μὴν προσθέσουμε τίποτε δικό μας στὰ λόγια τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ κειμένου, ποὺ τὰ βλέπομε σὰν τὰ πιὸ χαρακτηριστικά της θείας Γραφῆς, σχετικὰ μὲ τὸ κοινωνικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Καθαρά μᾶς δίνουνε νὰ καταλάβομε τὸ πολὺ σπουδαῖο τοῦτο γιὰ τὸν καιρό μας, ποιὸ δηλαδὴ εἶναι τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί πραγματικὰ στὸν καιρὸ μας οἱ πιὸ πολλοὶ δὲν ξέρομε καλὰ-καλὰ τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τί κάνει ἡ Ἐκκλησία καὶ τί τέλος πάντων πρέπει νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.
Στὸ αὐριανὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἄς προσέξουμε πρῶτα πὼς Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνο οἱ ἱεροὶ ποιμένες, ἀφοῦ καὶ στὰ χρόνια ἐκεῖνα δὲν ἦσαν μόνο οἱ Ἀπόστολοι. Ἐκκλησία, σὲ μιὰ σειρὰ τιμητικῆς προτεραιότητας, καὶ πάντως ὄχι προνομίων καὶ δικαιωμάτων, ἀλλ’ εὐθυνῶν καὶ χρεῶν, Ἐκκλησία λοιπὸν εἶναι οἱ ἱεροὶ ποιμένες καὶ ὁ λαός. Αὐτὸ θὰ πῆ πὼς καὶ τὰ ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ζητήματα κοινά, τῶν ἱερῶν ποιμένων καὶ τοῦ λαοῦ. Οἱ ἱεροὶ ποιμένες ἔχουν ἡγετικὴ θέση στὴν Ἐκκλησία, μὰ δὲν ἀγνοοῦν τὸ λαὸ καὶ δὲν κάνουν τίποτε χωρὶς τὴ γνώμη τοῦ λαοῦ. Στὸ ἱερὸ κείμενο, ποὺ μᾶς δίνει ἀφορμὴ γιὰ τὴ σημερινὴ ὁμιλία, βλέπομε πὼς οἱ Ἀπόστολοι ἀκοῦνε τὰ παράπονα καὶ παίρνουν τὴν πρωτοβουλία νὰ συγκαλέσουν «τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν»[5]. Ἐδῶ φαίνεται ἡ ἡγετική τους θέση· δὲν περιμένουν τί θὰ πῆ ὁ λαός, ἀλλ’ αὐτοὶ μὲ τὴν ποιμαντική τους εὐθύνη, μελετᾶνε τὸ ζήτημα καὶ προτείνουν τὴ λύση στὸ λαό. Ὅπου πρέπει νὰ προτείνουν, προτείνουν οἱ Ἀπόστολοι· ὅπου πρέπει νὰ ψηφίσουν, ψηφίζει ὁ λαός. Ἔτσι ὅλη ἡ Ἐκκλησία, τὸ σῶμα στὸ ὁποῖο ὅλοι ἔχουν κοινὰ διαφέροντα κι ὁ καθένας προσωπικὴ εὐθύνη, βουλεύεται καὶ ἀποφασίζει. Μακάρι μόνο νὰ μποροῦμε κάθε φορὰ νὰ ξέρωμε ποιὸ εἶναι τὸ «πλῆθος τῶν μαθητῶν», γιατί συμβαίνει πολλοὶ νὰ λένε σήμερα πὼς εἶναι χριστιανοί, ἀλλὰ πολὺ λίγοι νὰ εἶναι καὶ μαθητές. Ἔπειτα βλέπομε τί δὲν εἶναι καὶ τί εἶναι σωστὸ γιὰ τοὺς ἱεροὺς ποιμένες. Σωστὸ γενικὰ δὲν εἶναι νὰ ἀφήνης τὸ ἔργο σου καὶ νὰ καταγίνεσαι μὲ τὰ ἔργα τῶν ἄλλων· παρεκτὸς κι ἂν δὲν ἀγαπᾶς καὶ δὲν ἐκτιμᾶς τὸ ἔργο, μὲ τὸ ὁποῖο σὲ τίμησε ὁ Θεὸς στὴν Ἐκκλησία. Οἱ ἱεροὶ ποιμένες στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι γιὰ τραπεζοκόμοι, ὅση κι ἂν παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη· οἱ ποιμένες στὴν Ἐκκλησία, ὡς ἱερεῖς, εἶναι γιὰ νὰ προσκαρτεροῦν στὸ ἔργο τῆς θείας λατρείας καὶ τοῦ κηρύγματος, ὅσο κι ἂν κάποτε αὐτὸ τὸ διπλὸ ἔργο φαίνεται τάχα περιττὸ καὶ ἄχρηστο. Κι ὅμως ὁ ἱερὸς ποιμένας εἶναι τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ στὴν Ἐκκλησία, ὥστε τίποτε νὰ μὴ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν ποιμαντική του εὐθύνη καὶ μέριμνα. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι στὴ θεία λατρεία καὶ τὸ κήρυγμα θὰ διακονήση προσωπικὰ ὁ ἴδιος, ἐνῶ στὴ λειτουργία τῆς πίστεως θὰ ζητήση βοηθοὺς ἀπὸ τὸ λαό. Αὐτὸς θὰ δώση στὸ λαὸ τὸν οὐράνιο ἄρτο, οἱ βοηθοὶ καὶ διάκονοί του θὰ μοιράσουν τὸν ἄρτο τὸν ἐπιούσιο.
Ἀλλὰ τὸ ἱερὸ κείμενο δὲν παραλείπει νὰ πῆ καὶ γιὰ τὰ οὐσιαστικὰ προσόντα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ θὰ βοηθήσουν στὸ ἔργο τοῦ ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας· σύμφωνα μὲ τὴν πρόταση τῶν Ἀποστόλων, πρέπει νὰ ἔχουν καλὸ ὄνομα καὶ νὰ εἶναι «πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας»[6]. Οὔτε τὸ πρῶτο μόνο, χωρὶς κάποιες πρακτικὲς δεξιότητες οὔτε τὸ δεύτερο μόνο, χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὸ πρῶτο εἶν’ ἔκεινο ποὺ δίνει ὁ Θεός, τὸ δεύτερο εἶν᾽ ἐκεῖνο ποὺ εἰσφέρει ὁ ἄνθρωπος· καὶ τὸ ξέρομε πὼς ὄχι μόνο ἡ ἐπιτυχία σὲ κάθε ἔργο, ἀλλὰ καὶ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ δύο αὐτά, ἀπὸ τὴ θεία χάρη καὶ τὴν ἀνθρώπινη θέληση. Ἡ χάρη καὶ μόνη της ἀρκεῖ, καθὼς τὸ εἶπε ὁ Χριστὸς πρὸς τὸν ἀπόστολο Παῦλο·«ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου»[7]· μὰ ἡ χάρη θεραπεύει τὰ ἀσθενῆ καὶ ἀναπληρώνει τὰ ἐλλείποντα, πάει νὰ πῆ πὼς δὲν δίνεται σ’ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει τίποτε δικό του. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς λέγει στὸ Εὐαγγέλιο· «παντὶ τῷ ἔχοντι δοθήσεται...»[8]. Οὔτε ὅμως καὶ τὰ οὐσιαστικὰ αὐτὰ προσόντα φτάνουν, γιὰ νὰ ἀναλάβη κανεὶς ὑπεύθυνη διακονία στὴν Ἐκκλησία. Τὸ ἱερὸ κείμενο λέγει ὅτι ὁ λόγος τῶν Ἀποστόλων «ἤρεσεν ἐνώπιον παντός τοῦ πλήθους»[9], ἐξέλεξαν λοιπὸν τοὺς ἑπτὰ διακόνους, «οὕς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων»[10], καὶ οἱ Ἀπόστολοι «προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χείρας»[11]. Οἱ ἑπτὰ διάκονοι δὲν ἐξελέγησαν καὶ δὲν διωρίστηκαν ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ χειροτονήθηκαν. Αὐτὸ θὰ πῆ πὼς ἡ φροντίδα γιὰ τοὺς φτωχούς, ἡ ἄσκηση τῆς φιλανθρωπίας στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἐργασία, ἀλλὰ λειτουργία, καθὼς αὐτὴ τὴ λέξη μεταχειρίζεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὶς ἐπιστολές του. Αὐτοὶ στοὺς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία ἀναθέτει αὐτὴ τὴ διακονία, εἶναι κι αὐτοὶ λειτουργοί, κι εἶναι ἀκριβῶς ἐδῶ ποὺ φαίνεται ἡ διαφορὰ μεταξύ τῆς κοινωνικῆς πρόνοιας καὶ πολιτικῆς τοῦ Κράτους καὶ τῆς φιλανθρωπίας ποὺ ἀσκεῖ ἡ Ἐκκλησία· ἡ κοινωνικὴ πρόνοια εἶναι πράξη πολιτική, ἐνῶ ἡ φιλανθρωπία εἶναι λειτουργία, πράξη ἱερή, ποὺ συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴ θεία λατρεία. Ἡ Ἐκκλησία τὴ μέριμνα γιὰ τοὺς φτωχοὺς τὴν θέλει ἐνσωματωμένη μέσα στὴ θεία Λειτουργία, γι’ αὐτὸ μὲ τὴν ἴδια λέξη τὴν ὀνομάζει κι αὐτὴ λειτουργία, «λειτουργία τῆς πίστεως»[12].
Βλέπομε λοιπὸν ποιὸ εἶναι τὸ πρᾶγμα στὴν οὐσία του καὶ πόσο μακρυὰ βρισκόμαστε σήμερα σὲ τοῦτο τὸ σημεῖο ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς ἀποστολικῆς ἐποχῆς, ὅταν μὲ πολὺ κοσμικοὺς καὶ θεαματικοὺς τρόπους θέλομε νὰ ἀσκήσουμε τὴ φιλανθρωπία, κάνοντας πολὺ θόρυβο στὸ δρόμο καὶ στὶς ἐφημερίδες, μὲ λαχειοφόρες ἀγορές, μὲ ποδοσφαιρικοὺς ἀγῶνες καὶ μὲ ἀποκρηάτικους χορούς, γιὰ νὰ συλλέξουμε χρήματα γιὰ τὴ φτώχεια. Αὐτὰ βέβαια δὲν εἶναι λειτουργία τῆς πίστεως, καθὼς τὴν ἐννοεῖ καὶ τὴν θέλει ἡ Ἐκκλησία, ὅταν στὴ θεία Λειτουργία δέεται· «Μνήσθητι, Κύριε, τῶν μεμνημένων τῶν πενήτων».  






[1]Κανὼν 79 τῆς ἐν Καρθαγένῃ Τοπικῆς Συνόδου. Πηδάλιον Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, σελ. 504.
[2]Ματθ. 26, 11.
[3]Α' Κορ. 12, 26-27.
[4]Α'Κορ. 13,7.
[5]Πράξ. 6, 2.
[6]Πράξ. 6, 3.
[7]Β' Κορ. 12, 9.
[8]Ματθ. 13, 12.25, 29.
[9]Πράξ. 6, 5.
[10]Πράξ. 6, 6.
[11]Πράξ. 6,7.
[12]Φιλιπ. 2, 17.