Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης



Ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ θὰ διαβαστῆ αὔριο στὴ θεία Λειτουργία, λέγει γιὰ τὸ θαῦμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε ποὺ θεράπευσε τὸ δαιμονιζόμενο παιδί. Αὐτὲς οἱ περικοπές, ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ δαιμονιζόμενους ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους θεραπεύει ὁ Ἰησοῦς Χριστός, δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ ξεχάσουμε καὶ κάθε φορᾶ μᾶς τὸ ὑπενθυμίζουν πὼς ὁ ἐχθρός τῆς σωτηρίας μας εἶναι ὁ διάβολος. Αὐτὸ βέβαια ἀπὸ πολλοὺς μπορεῖ νὰ μὴν ἀκούεται πολὺ εὐχάριστα, γιατί δὲν ταιριάζει τάχα νὰ ὁμιλοῦμε τώρα γιὰ τέτοια πράγματα. Τί θὰ πῆ διάβολος; Καὶ πῶς μποροῦμε νὰ δεχώμαστε πὼς ὑπάρχει ὁ διάβολος, ποὺ πειράζει τοὺς ἀνθρώπους; Μὰ τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια κι ὅλη ἡ θεία Γραφὴ καθαρὰ ὁμιλοῦν γιὰ τὸ διάβολο, γιὰ τὸ πονηρὸ πνεῦμα, ποὺ πλανᾶ τὴν οἰκουμένη καὶ δυναστεύει τὸν ἄνθρωπο. Ἄς ἀκούσωμε ὅμως τὸ αὐριανὸ Εὐαγγέλιο, μεταφρασμένο στὴ γλώσσα μας.
«Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἕνας ἄνθρωπος πλησίασε τὸν Ἰησοῦ, γονάτισε μπροστά του καὶ τοῦ εἶπε· «Διδάσκαλε, σοῦ ἔφερα τὸ παιδί μου, ποὺ ἔχει πνεῦμα ἄλαλο·  ὅταν τὸ πιάση, τὸ ρίχνει κάτω κι ἀφρίζει καὶ τρίζει τὰ δόντια του καὶ ξεραίνεται. Καὶ εἶπα στοὺς μαθητές σου γιὰ νὰ τὸ βγάλουν καὶ δὲν μπόρεσαν». Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀποκρίθηκε καὶ εἶπε· «Ὢ γενεὰ ἄπιστη! Ὥςπότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Ὥς πότε θὰ σᾶς βαστάξω; Φέρτε μου ἐδῶ το παιδί». Καὶ τοῦ τὸ ἔφεραν. Κι ὅταν τὸ παιδὶ εἶδε τὸν Ἰησοῦ, ἀμέσως τὸ πονηρὸ πνεῦμα τὸ τράνταξε κι ἔπεσε στὴ γῆ καὶ κυλιότανε ἀφρίζοντας. Κι ὁ Ἰησοῦς ρώτησε τὸν πατέρα του «Πόσος καιρὸς εἶναι ἀπὸ τότε ποὺ τὸ ἔπαθε;». Κι ὁ πατέρας εἶπε· «Ἀπὸ μικρὸ παιδί. Καὶ πολλὲς φορὲς καὶ στὴ φωτιὰ τὸ ἔρριξε καὶ στὸ νερό, γιὰ νὰ τὸ ξεκάμη. Μά, ἂν μπορεῖς, λυπήσου μας καὶ βοήθησέ μας». Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Ἂν μπορεῖς νὰ πιστέψης, ὅλα εἶναι δυνατὰ σ’ ἐκεῖνον ποὺ πιστεύει». Κι ἀμέσως ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ φώναξε καὶ μὲ δάκρυα εἶπε· «Πιστεύω, Κύριε· βόηθα τὴν ἀπιστία μου!». Κι ὅταν εἶδε ὁ Ἰησοῦς πὼς μαζεύεται κόσμος, μίλησε αὐστηρὰ στὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα καὶ εἶπε· «Πνεῦμα ἄλαλο καὶ κουφό, ἐγὼ σὲ διατάζω· νὰ βγῆς ἀπὸ τὸ παιδὶ καὶ νὰ μὴν τὸ ξαναπειράξης». Καὶ τὸ πνεῦμα ἔβαλε μεγάλη φωνή, τράνταξε δυνατά τὸ παιδὶ καὶ βγῆκε. Καὶ τὸ παιδὶ ἔμεινε σὰν καὶ νὰ ἦταν νεκρό, ἔτσι ποὺ πολλοὶ ἔλεγαν πὼς πέθανε. Τότε ὁ Ἰησοῦς τὸ ’πιασε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸ σήκωσε, κι ἐκεῖνο στάθηκε ὀρθό. Ὅταν ὕστερα ὁ Ἰησοῦς πῆγε στὸ σπίτι, οἱ μαθητὲς του τὸν πῆραν καταμέρος καὶ τὸν ρωτοῦσαν· «Γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ βγάλωμε τὸ πονηρὸ πνεῦμα;». Κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Τὰ πονηρὰ πνεύματα μὲ κανέναν τρόπο δὲν βγαίνουν παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ μὲ νηστεία». Κι ὅταν βγῆκαν ἀπὸ κεῖ, διάβαιναν κρυφὰ μέσ’ ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, κανένας δὲν ἤθελε νὰ τὸ ξέρη. Γιατί δίδασκε τοὺς μαθητές του καὶ τοὺς ἔλεγε ὅτι «Ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίνεται στὰ χέρια τῶν ἀνθρώπων καὶ θὰ τὸν σκοτώσουν· κι ἀφοῦ πεθάνη, τὴν τρίτη μέρα θὰ ἀναστηθῆ».
Θὰ θέλαμε κι ἐμεῖς, ἂν ἦταν τρόπος νὰ μὴν κάνωμε λόγο γιὰ τὸν διάβολο καὶ γιὰ τὰ πονηρὰ πνεύματα. Γιατί ὁ καιρός μας δὲν σηκώνει τέτοιο λόγο. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀνέχονται καὶ δὲν θέλουνε νὰ ἀκοῦν γιὰ δαιμονιζόμενους. Δὲν πιστεύουν πὼς ὑπάρχουν τὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ θαρροῦν πὼς ὅσα λέγονται γι’ αὐτὰ στὴ θεία Γραφὴ εἶναι λαϊκὲς ἀντιλήψεις τοῦ παλιοῦ καιροῦ. Ὅμως οἱ ἴδιοι, ποὺ εἰρωνεύονται κάθε λόγο γιὰ τὸν διάβολο καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα, εἶναι γεμάτοι προλήψεις καὶ δεισιδαιμονίες. Ὅσοι πειράζονται, ὅταν ἀκοῦν τὸ Εὐαγγέλιο νὰ ὁμιλῆ γιὰ δαιμονιζόμενους, ὅμως καὶ πιστεύουν στὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ τὰ φοβοῦνται. Μακάρι νὰ πίστευαν στὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ φοβούντανε τὸ Θεό, γιατί τὸ Εὐαγγέλιο δὲν λέγει ψέματα, κι ὁ Θεὸς εἶναι πιὸ δυνατὸς ἀπὸ τὸν διάβολο κι ὅλες τὶς στρατιὲς τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Ἡ θεία Γραφὴ ὁμιλεῖ πολὺ καθαρὰ καὶ δὲν πρέπει νὰ μᾶς μένη ἀμφιβολία πὼς ὁ διάβολος καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα δὲν εἶναι μιὰ πλανεμένη πίστη τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ προσωπικὲς ὑπάρξεις τοῦ πνευματικοῦ κόσμου. Πρέπει νὰ ξεγράψουμε καὶ νὰ ἀρνηθοῦμε πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὴν πίστη μας, γιὰ νὰ φτάσουμε νὰ ποῦμε πὼς δὲν ὑπάρχει ὁ κόσμος τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Καὶ πρέπει νὰ ξεγράψουμε ὅλα τα θαύματα τῶν Εὐαγγελίων καὶ νὰ ἀρνηθοῦμε κάθε ἀξιοπιστία στοὺς ἱεροὺς Εὐαγγελιστές, γιὰ νὰ ποῦμε πὼς οἱ εὐαγγελικὲς διηγήσεις, ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ θεραπεῖες δαιμονιζόμενων ἀνθρώπων, δὲν εἶναι ἀληθινές.
Μερικοί, ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴ νεώτερη φιλοσοφικὴ σκέψη, εἶπαν πὼς δὲν ὑπάρχει ὁ κόσμος τῶν πονηρῶν πνευμάτων καὶ πὼς αὐτὸ ποὺ ἡ θεία Γραφὴ ὀνομάζει σατανᾶ καὶ διάβολο εἶναι προσωποποίηση τοῦ κακοῦ. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀντίληψη εἶναι μία ἐπικίνδυνη κακοδοξία καὶ πλάνη, ποὺ μᾶς πηγαίνει πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὶς βάσεις τῆς πίστεως, ἀπὸ τὸ λόγο δηλαδὴ τῆς θείας Γραφῆς κι ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ στοὺς πειρασμοὺς τοῦ Κυρίου κι ὅπου τα Εὐαγγέλια ὁμιλοῦν γιὰ θεραπεῖες δαιμονιζόμενων ἀνθρώπων, βλέπομε καθαρὰ πὼς τὸ πονηρὸ πνεῦμα δὲν εἶναι μιὰ ἰδέα, ἀλλὰ ἕνα πρόσωπο, καθὼς ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος πρόσωπο εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Κάθε φορὰ ποὺ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔρχεται σὲ σύγκρουση μὲ τὰ πονηρὰ πνεύματα, τὰ ἀκοῦμε νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ ἐκδηλώνονται μέσα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ στὸ αὐριανὸ Εὐαγγέλιο βλέπομε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ ἀπευθύνεται στὸ πονηρὸ πνεῦμα· «Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγὼ σοι ἐπιτάσσω...». Τί πρέπει ἐδῶ νὰ ὑποθέσουμε; Ἂν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν ἀπευθύνεται σὲ κάποιον ποὺ τὸν ἀκούει, τότε λοιπὸν θὰ πῆ πὼς προσαρμόζεται στὶς ἀντιλήψεις τῶν ἀνθρώπων ἐκείνου τοῦ καιροῦ καὶ προσποιεῖται πὼς τάχα ὁμιλεῖ στὸ πονηρὸ πνεῦμα. Μὰ τὰ Εὐαγγέλια δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ φαντασθοῦμε τέτοιο πράγμα γιὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.
Ρητὰ λέγεται στὴ θεία Γ ραφὴ πὼς ὁ Χριστὸς ἦλθε γιὰ νὰ συντρίψη τὸ σατανᾶ, γιὰ νὰ καταργήση «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τουτέστι τὸν διάβολον». Ὁ σατανᾶς εἶναι ὁ Ἑωσφόρος, ὁ ἀρχάγγελος, ποὺ ἔπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους ποὺ τὸν ἀκολούθησαν στὴν ἀνταρσία του ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ τὸ μεγάλο καὶ τραγικὸ γκρέμισμα εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς· «Ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα», εἶδα τὸ σατανᾶ σὰν ἀστραπὴ νὰ πέφτη ἀπὸ τὸν οὐρανό. Αὐτὸς ἀπὸ τότε ἀντιστρατεύεται στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ καὶ σ’ αὐτὸν ὀφείλεται ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξαιτίας ποὺ ἔπεσε ὁ ἄνθρωπος ἦλθε ὁ Χριστός, γιὰ νὰ γλυτώση τὸ πλάσμα ἀπὸ τὴν καταδυναστεία τοῦ διαβόλου. Πῶς μποροῦμε σὲ τοῦτο τὸ σημεῖο νὰ ἀρνηθοῦμε καὶ νὰ παρερμηνεύσουμε τὸ λόγο τῆς θείας Γραφῆς, ποὺ εἶναι πολὺ σαφὴς καὶ κατηγορηματικός; Ὁ διάβολος καὶ τὸ ἔργο του εἶναι μιὰ πραγματικότητα στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου.
Ὁ σατανᾶς εἶναι τὸ πνεῦμα καὶ ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ. Ἂν δὲν ἦταν, θὰ ἔπρεπε νὰ ζητήσουμε τὴν αἰτία αὐτὴ μέσα μας· κι ἂν εἶναι μέσα μας ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ, τότε τὸ κακὸ εἶναι στὴ φύση μας, κάτι δηλαδὴ ποὺ τὸ δημιούργησε ὁ Θεός. Ἀλλὰ τότε μάταιο εἶναι νὰ ἀγωνιζώμαστε καὶ νὰ θέλωμε νὰ γίνωμε καλύτεροι· δὲν ὑπάρχει τρόπος, γιατί ἡ αἰτία κι ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ εἶναι μέσα μας. Εἴμαστε ὅ,τι εἴμαστε· ὅ,τι ὁ καθένας γεννιέται, ὄχι κι ὅ,τι μπορεῖ νὰ γίνη μὲ τὴν ἀνατροφὴ καὶ τὴν παιδεία καὶ τὴ θεία χάρη... Ἂν ἀφήσουμε νὰ περάση ἀπὸ τὸ μυαλό μας γιὰ μιὰ στιγμὴ μιὰ τέτοια σκέψη, τότε μπροστὰ μας γκρεμίζεται ὅλη ἡ ζωὴ καὶ ἡ πίστη μας, κάθε ἔννοια νόμου καὶ δικαιοσύνης καὶ παιδείας καὶ κάθε προσπάθεια γιὰ ἠθική μας βελτίωση. Μὰ ἡ Ἐκκλησία διδάσκει καθαρὰ πὼς ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ στὸν κόσμο εἶναι ὁ σατανᾶς· ἀλλιῶς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ Θεός, παρεκτὸς κι ἂν ποῦμε ὅτι στὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει τὸ κακό. Ὁ σατανᾶς εἶναι ὁ «ἀντικείμενος», ἐκεῖνος δηλαδὴ ποὺ ἐναντιώνεται στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

Στὸ αὐριανὸ Εὐαγγέλιο δὲν θὰ πρέπει νὰ περάσουμε ἀπαρατήρητα τὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ· «Ὦ ἄπιστη γενεά! Ὥς πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Ὥς πότε θὰ σᾶς βαστάξω;». Καὶ θὰ πρέπει τὰ λόγια αὐτὰ νὰ τὰ συνδυάσουμε μὲ ὅσα προφητικὰ γράφει ὁ Ἀπόστολος σχετικὰ μὲ τοὺς ἔσχατους καιρούς. Πρῶτα θὰ ἔλθη ἡ ἀποστασία καὶ θὰ ἀποκαλυφθῆ «ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ὁ ἀντικείμενος καὶ ὑπεραιρόμενος ἐπὶ πάντα λεγόμενον Θεὸν ἤ σέβασμα...». Φοβούμαστε καὶ δὲν θέλομε νὰ ποῦμε μήπως ἐμεῖς εἴμαστε ἡ ἄπιστη γενεά, ποὺ δὲ θὰ μπορέση πιὰ νὰ μᾶς ἀνεχθῆ καὶ νὰ μᾶς βαστάξη ὁ Θεός. Γιατί δὲν εἶναι ψέμα πὼς καὶ ἀποστατήσαμε καὶ πήραμε τὸ δρόμο τῆς καταστροφῆς καὶ ἤρθαμε ἀντιμέτωποι στὸ Θεὸ καὶ σὲ κάθε ἱερὸ καὶ ὅσιο, ποὺ ὡς τώρα σεβάστηκαν οἱ ἄνθρωποι. Μπροστά σε μιὰ τέτοια πραγματικὴ καὶ ἀναντίρρητη κατάσταση τοῦ κόσμου οἱ πιστοὶ δὲν ἔχουν παρὰ νὰ λένε κάθε μέρα «Πάτερ ἠμῶν... ρύσαι ἠμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ». Ἀμήν.