Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

  ΠΑΝΑΓΙΑ, Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
+Βασίλη Στογιάννου, καθηγητῆ Θεολογικῆς ΑΠΘ

Ἑορτάζομε αὔριο, ἀγαπητοί ἀκροατές τήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, τῆς Παναγίας Μητέρας τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἑορτή ὀρθόδοξη καί ἑλληνική ἡ αὐριανή ἑορτή. Πολλά λόγια δέν χρειάζονται γιά νά ἔλθει στό νοῦ καί στήν καρδιά μας ἡ ἀγάπη καί ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ Ἕλληνα καί τοῦ ὀρθόδοξου γιά τήν συμπαράσταση τῆς Παναγίας σέ ἀτομικές καί ἐθνικές δύσκολες ὧρες. Ὅλοι ἔχομε πείρα τῆς προστασίας καί τῆς ἀγάπης, τῆς συμπαραστάσεως καί τῆς στοργῆς της. Κι ὅλοι ξέρομε ὅτι στίς στενοχώριες μας ἡ μόνιμη ἐπίκλησή μας εἶναι «βοήθα Παναγία μου». Αὐτή ἡ πείρα μας, ἀτομική καί συλλογική, δείχνει καθαρά πόση ἐμπιστοσύνη ἔχομε στήν Θεοτόκο. Δείχνει πόσο στερεωμένη εἶναι στήν καρδιά μας ἡ ἀγάπη γιά τήν Παναγία Δέσποινα. Θά μποροῦσε νά ἀναφέρει κανείς πλῆθος ἀπό ποιήματα καί τραγούδια, παλαιά καί σύγχρονα, πού ἀναφέρονται στήν Κυρία Θεοτόκο. Θά μπορούσαμε νά ἀπαριθμήσομε ἑκατοντάδες πίνακες ζωγραφικούς καί ὁ κατάλογος τῶν θαυματουργῶν εἰκόνων της μόνο στή χώρα μας θά χρειαζόταν ὥρα πολύ περισσότερη ἀπ’ ὅσο διαρκεῖ ἡ ἐκπομπή μας. Δέν θά ἀναφερθοῦμε ὅμως σ’ αὐτή τήν πλευρά τοῦ ἑορτασμοῦ. Θά θυμίσομε μόνο μερικές ἀπό τίς πτυχές τῆς ζωῆς τῆς Παναγίας, γνωστές σ’ ὅλους μας ἄλλωστε. Μ’ ἕνα μόνο σκοπό: νά κάνομε πιό συνειδητό καί πιό γνήσια ὀρθόδοξο τόν ἑορτασμό.
Ἑορτάζομε αὔριο Μαρία τήν Παρθένο. Δέν πρόκειται γιά τονισμό μόνο τοῦ ὑπερφυσικοῦ τρόπου τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ὀνομασία τῆς Θεοτόκου ὡς Παρθένου δέν τονίζει μόνο μιά πτυχή τῆς ζωῆς της, ἀλλά χαρακτηρίζει τό σύνολο τοῦ βίου της καί μᾶς δίνει ἕνα χαρακτηριστικό γνώρισμά της. Εἶναι «παρθένος ἁγνή» ἡ Παναγία μας. Ὄχι μόνον ἐξωτερικά, ἀλλά σ’ ὅλη τήν ἔκταση, σ’ ὅλη τήν ὀμορφιά καί σ’ ὅλο το βάθος πού ἔχει ἡ ἔννοια στήν ἁγία Γραφή. Ἡ ἁγνότητα εἶναι μιά ἄλλη ἔκφραση γιά νά τονιστεῖ ἡ ὀμορφιά τῆς ψυχῆς τῆς Θεοτόκου. Αὐτό πού οἱ ζωγράφοι τό ἔδωσαν μέ τήν γαλήνια καί ὑπερκόσμια χάρη τῆς μορφῆς, αὐτό τό ἴδιο γνώρισμα ἡ θεολογία καί ἡ ποίηση τό ἐκφράζει μέ τήν ἁγνότητα τῆς Παναγίας. Ἁγνότητα εἶναι ἡ δυνατότητα νά βλέπει κανείς τόν κόσμο, ὅπως τόν ἔβλεπε ὁ Ἀδάμ πρίν πέσει. Εἶναι ἡ ἀντιμετώπιση πραγμάτων καί ἀνθρώπων ὡς πλασμάτων τοῦ Θεοῦ, χωρίς κανένα τεῖχος ἐγωισμοῦ καί ἐκμεταλλεύσεως ἀνάμεσά τους. Ἁγνότητα εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, πού ἀντικρύζει τόν συνάνθρωπο ὡς πλάσμα τοῦ ἴδιου Θεοῦ — Πατέρα καί ὄχι ὡς μέσο γιά τήν ἱκανοποίηση τοῦ ἐγωισμοῦ μας. Ἁγνότητα εἶναι ἡ καθαρή ματιά, πού βγαίνει ἀπό μιά καθαρή καρδιά, πού ἔχει δεχθεῖ τή χάρη καί τήν ὀμορφιά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτή τήν ἁγνότητα εἶχε ἡ Παναγία καί αὐτή τήν ἁγνότητα ὑμνεῖ καί ἡ Ἐκκλησία, ὅταν τονίζει τήν παρθενική της χάρη. Δέν εἶναι μιά φυσική λεπτομέρεια, ἀλλά δῶρο τοῦ Θεοῦ καί χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἐπισκέφθηκε τήν ταπεινή κόρη στήν Ἰουδαία. Εἶναι μιά χάρη πού ἦλθε νά στέψει σάν στέμμα τήν ταπείνωση τῆς Παναγίας. «Ἰδού γάρ ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωσαν τῆς δούλης αὐτοῦ», λέγει ἡ ἴδια στήν γνωστή ὠδή της. Ἡ παρθενία εἶναι μιά πτυχή τῆς ἁγνότητας. Καί ἡ ἁγνότητα εἶναι ἕνα λουλούδι πού βλάστησε σέ μιά καρδιά γεμάτη ταπείνωση. Ταπείνωση πού σημαίνει ὑπακοή στό Θεό, ἀποδοχή τῆς καθοδηγήσεως ἀπό τό πανάγιο Πνεῦμα του, ἀντίκρυσμα τοῦ κόσμου μέ τό κριτήριο τῆς ἀγάπης του. Ἡ ταπείνωση, πού ἀποτελεῖ τό ὑπόβαθρο τῆς ἁγνότητας τῆς Παναγίας μας, δέν εἶναι μιά πράξη εὔκολη ἤ φυσική τάση μέσα στόν ἄνθρωπο. Εἶναι πράξη ἡρωική, νίκη πάνω στή φυσική ροπή τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν ἀνταρσία, τήν ὕβρη, τόν ἐγωκεντρισμό. Ἀκόμη καί προφῆτες, ὅπως ὁ Ἰωνάς, αἰσθάνονται ἀδύναμοι νά ὑπακούσουν ἀπόλυτα στόν Θεό. Ἡ Παναγία ὅμως ὑπακούει, χωρίς ἐνδοιασμούς, χωρίς προσωπικά κριτήρια, χωρίς ὑστερόβουλες σκέψεις. Αὐτή ἡ ὑπακοή τῆς δίνει τήν καθαρότητα καί τήν ἁγνότητα τῆς καρδιᾶς, πού λάμπει καί στή ζωή της, πού δίνει στόν χαρακτηρισμό της ἀπό τήν Γραφή καί τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ὡς Παρθένου ἕνα οὐσιαστικό νόημα.
Ἑορτάζομε αὔριο τήν Κοίμηση τῆς Παναγίας Θεοτόκου. Αὐτή ἡ ὀνομασία τῆς ταπεινῆς κόρης ἀπό τήν Ἰουδαία εἶναι χαρακτηρισμός πού δόθηκε στό πανάγιο πρόσωπό της κατά τίς μεγάλες χριστολογικές διαμάχες τοῦ 4ου αἰῶνος. Προφυλάσσει ἀπό μίαν ἀπομόνωση τοῦ προσώπου της, πού θά μποροῦσε νά ὁδηγήσει σέ παρεξηγήσεις, κυρίως ἀπό τούς εἰδωλολάτρες τῆς ἐποχῆς. Ἡ τιμή στήν Παναγία δίνεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, γιατί αὐτή γέννησε τόν σωτῆρα Χριστό, τόν ἐνσαρκωθέντα Θεό Λόγο. Γι’ αὐτό  τιμᾶται ἀπό τήν Ἐκκλησία καί γι’ αὐτό ὀνομάζεται Θεοτόκος. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι τόσο στήν εἰκονογραφία μας, ὅσο καί στήν ὑμνογραφία μας συνδέεται πάντοτε μέ τόν σωτήρα Χριστό. Δέν εἶναι ἡ θεοποίηση τῆς γυναίκας ἡ Παναγία μας. Δέν ἀντικατέστησε τίς θεές τοῦ εἰδωλολατρικοῦ πανθέου. Εἶναι ἡ μητέρα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος γιά τήν σωτηρία μας Λόγου τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πάντα ἡ Θεοτόκος. Πέφτουν στό κενό  οἱ κατηγορίες παλαιῶν καί νέων αἱρετικῶν, ὅταν μᾶς κατηγοροῦν γιά ὑπερβολική δῆθεν τιμὴ πρὸς τὴν Παναγία. Καὶ εἶναι ἄσφαιρα καὶ ἀκίνδυνα   τά πυρά τῶν χιλιαστῶν καί ὁρισμένων  προτεσταντῶν σ’ αὐτό τό θέμα. Αὐτοί δέν μπόρεσαν νά καταλάβουν σωστά τήν τιμή πρός τήν Θεοτόκο, γιατί ποτέ τους δέν ἔνιωσαν τήν ἀξία καί τήν ὀμορφιά τῆς ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ, πού διάλεξε τήν Μαρία γιά νά γεννήσει τόν Χριστό. Ἡ Ἐκκλησία πάντα συνδέει τήν Παναγία μέ τόν Υἱό της καί Υἱό τοῦ Θεοῦ, γιά νά τονίσει πώς ὁ Χριστός εἶναι ἀληθινός Θεός καί ἀληθινός ἄνθρωπος. Κι αὐτή ἡ ἀλήθεια φαίνεται μόνον ὅταν κατανοηθεῖ σωστά καί ὀρθόδοξα ἡ θέση τῆς Παναγίας στήν ἐκπλήρωση τῆς θεϊκῆς βουλῆς γιά τήν σωτηρία μας. Εἶναι Θεοτόκος ἡ Παναγία Μαρία, γιατί γέννησε τόν σαρκωθέντα Θεό Λόγο. Κι αὐτή της ἀκριβῶς ἡ ἰδιότητα τήν κάνει νά ἔχει τή δύναμη τῆς μεσιτείας γιά ὅλους μας. Παρακαλεῖ τόν Χριστό γιά μᾶς, ἐπειδή εἶναι μητέρα του, Θεοτόκος.
Ἡ Παναγία Θεοτόκος εἶναι ἀκόμη Μητέρα ὅλων μας. Ἐδῶ δέν πρόκειται πιά τόσο γιά δογματική, θεωρητική ἀλήθεια, ἀλλά γιά πρακτική, καθημερινή ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας στό διάβα τῶν αἰώνων. Ἀπό τή στιγμή τῆς πρώτης παρεμβάσεώς της στό θαῦμα τῆς Κανά μέχρις αὐτή τήν ὥρα, ποτέ δέν ἔπαψε ὁ ἄνθρωπος νά παρακαλεῖ τήν Παναγία νά μεσιτεύσει στόν Υἱό της καί Σωτήρα μας γιά κάποιο αἴτημά του. Δέν εἶναι προσφυγή σέ μιά βασίλισσα αὐτή ἡ ἱκεσία μας πρός τήν Θεοτόκο, ἀλλά καταφυγή στήν Μητέρα τοῦ Χριστοῦ πού τήν νιώθομε καί ὡς δική μας Μητέρα. Κι ἔτσι ἐξηγεῖται ὅτι τῆς λέμε τόν καθημερινό μας πόνο, τῆς ἐξομολογούμαστε τίς κρυφούς καϋμούς καί τά βάσανά μας, τῆς ἐμπιστευόμαστε τίς μύχιες σκέψεις μας καί τίς βαθύτερες ἐπιθυμίες μας. Μερικοί ἴσως θεωροῦν παιδιάστικά τὰ αἰτήματα τῶν πιστῶν πρός τήν Παναγία, ἄλλοι μπορεῖ νά τά βρίσκουν ἀκόμη καί παράλογα. Ξεχνοῦν ὅτι στή μητέρα του κανείς μπορεῖ νά πεῖ ὅλα ὅσα αἰσθάνεται, ἀκόμη κι ἄν εἶναι παράλογα. Γιατί ἔχει ἐμπιστοσύνη στή μητρική της ἀγάπη, πού ξέρει νά δέχεται τά πάντα, πού βρίσκει ἕνα λόγο συμπόνοιας καί συμπαράστασης ἀκόμη καί στά πιό παιδιάστικα λόγια μας.
Εἶναι ἀληθινά Μητέρα ὅλων μας ἡ Παναγία Θεοτόκος. Γιατί εἶναι αὐτή πού ἀντιπροσωπεύει τό γένος μας στήν ἐκπλήρωση τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία μας. Ὅπως ἡ Εὔα εἶναι ἡ σαρκική μητέρα μας, ἔτσι ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ κατά πνεῦμα μητέρα μας. Αὐτή βρίσκεται στήν ἀρχή τῆς Ἐκκλησίας καί αὐτή ἀντιπροσωπεύει τήν Ἐκκλησία ὡς τήν νέα ἀνθρωπότητα πού διαπνέεται ἀπό τή ζωογόνο πνοή τοῦ Παρακλήτου. Εἶναι Μητέρα ὅλων των πιστῶν ἡ Παναγία, γιατί δέν παύει οὔτε στιγμή νά μεσιτεύει γιά τήν σωτηρία ὅλων μας μέ τήν θέρμη τῆς ἀγάπης, πού μόνο μιά παναγνή μητρική καρδιά μπορεῖ νά ἔχει.
Εἶναι ὅμως καί Μητέρα μας, καθενός ἀπό μᾶς ἡ Παναγία. Ἔτσι τήν αἰσθανόμαστε ὅλοι, γι’ αὐτό τήν ἐπικαλούμαστε σέ κάθε δύσκολη ὥρα, γί᾽  αὐτό προσφεύγομε σ’ αὐτήν σε κάθε πόνο ἡ χαρά. Κι αὐτό πολύ δικαιολογημένα. Γιατί ἔζησε ὡς μητέρα κατά τήν ἐπίγεια ζωή της. Πέρασε τά χρόνια πού ἔζησε στή γῆ μέσα στή φροντίδα γιά τόν Υἱό της. Ἡ ταπείνωσή της δέν σταμάτησε μέ τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά συνεχίστηκε σ’ ὅλα τὰ κατοπινά χρόνια. Μέσα στήν καθημερινή σιωπή τῆς μητρικῆς φροντίδας κύλισε ὁλόκληρη ἡ ζωή της. Ἔζησε ὡς μητέρα καί ἀγάπησε ὡς μητέρα, ἀλλά καί πόνεσε ὡς μητέρα ὅλες ἐκεῖνες τίς δύσκολες ὧρες τοῦ Πάθους τοῦ Χρίστου. Αὐτή της ἡ ζωή, μέσα στήν καθημερινή σιωπή τῆς ἀγάπης, τήν κάνει νά βρίσκεται πιό κοντά μας, δίπλα μας, ἕτοιμη νά ἀκούσει κάθε αἴτημά μας. Ἀπό αὐτή τή συναίσθηση πηγάζει καί ἡ δική μας ἐμπιστοσύνη στό μεσιτικό της ρόλο, εἴτε γιά παράκληση πρός τόν Θεό γιά νά μᾶς συγχωρήσει κάποιο ἀνόμημα πρόκειται εἴτε γιά τήν ἐκπλήρωση κάποιου αἰτήματος προσφύγουμε στήν ἀγάπη της.
Ἑορτάζομε αὔριο, ἀγαπητοί ἀκροατές, τήν Κοίμηση τῆς Παναγίας παρθένου Θεοτόκου καί Μητέρας ὅλων μας. Δέν χρειάζεται νά ποῦμε περισσότερα γιά τούς χίλιους - δυό λόγους πού μᾶς κάνουν νά τήν αἰσθανόμαστε δίπλα μας, ἕτοιμη νά μᾶς συντρέξει, νά μᾶς βοηθήσει, νά μεσιτεύσει γιά μᾶς. Ἴσως θά ἔπρεπε νά θυμήσουμε πώς ἡ τιμή στήν Παναγία δέν μπορεῖ νά ἐξαντληθεῖ μέ τή συμμετοχή στόν ἑορτασμό πού γίνεται στούς ναούς μας. Δέν φθάνει νά προσφέρει κανείς ἕνα δῶρο ἤ νά ἐκπληρώσει ἕνα τάμα εὐγνωμοσύνης. Αὐτό εἶναι καλό, μά δέν ἀρκεῖ γιά νά φέρει τή γνήσια χαρά γιά τήν προκοπή μας τήν πνευματική στήν μεγάλη μας Μητέρα. Αὐτή προσμένει τήν στιγμή πού ἄλλα, πνευματικά εὐχαριστήρια θά προσκομίσομε στό Θεό καί στόν Υἱό της γιά νά ἐκφράσομε τήν εὐγνωμοσύνη μας. Περιμένει τήν ὥρα πού μέ τήν ἄκακη περηφάνεια τῆς Μητέρας θά μπορέσει νά δείξει τήν πνευματική μας προκοπή στόν οὐράνιο Πατέρα μας. Προσμένει νά δεῖ πώς ἀκολουθοῦμε τά δικά της βήματα, τόν δικό της τρόπο ζωῆς. Κι αὐτός ὁ δρόμος εἶναι πρῶτα - πρῶτα ταπείνωση, ὅπως ἦταν πάντα στή δική της ζωή. Εἶναι ἡ ἀποδοχή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ στίς λεπτομέρειες τῆς καθημερινῆς ζωῆς, χωρίς καμιά ἔκφραση πικρίας ἡ διαμαρτυρία. Εἶναι ἁγιότητα σέ βάθος καί ὄχι μόνο σέ πράξεις πού ἔχουν γιά στόχο τή διατήρηση τοῦ καλοῦ μας ὀνόματος μεταξύ των ἀνθρώπων. Εἶναι ἁγνότητα νοῦ καί καρδιᾶς, πού βγαίνει μέσα ἀπό τήν ἀναγέννησή μας ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα. Εἶναι ἀκόμη ὁ δρόμος τῆς Παναγίας ὁ δύσβατος δρόμος τῆς πρακτικῆς, συγκεκριμένης καί καθημερινῆς ἀγάπης στή σχέση μας μέ τόν Θεό, τούς συνανθρώπους καί τόν κόσμο. Εἶναι ἀκόμη θυσία τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τῶν ἐγωιστικῶν ἐπιδιώξεών μας γιά χάρη τῶν ἀδελφῶν. Εἶναι κοντολογῆς δρόμος ἀγάπης γιά τά παιδιά τοῦ Θεοῦ, ἀνεξάρτητα ἀπό τή στάση τους ἀπέναντί μας, ἀγάπη γιά τή νέα γενιά, ἀγάπη γιά ὅσους ἀγωνίζονται, ἀγάπη γιά ὅσους βρίσκονται στό τέρμα τοῦ δρόμου. Ἡ ταπείνωση καί ἡ ἁγνότητα, ἡ ἀγάπη καί ἡ θυσία, νά τά γνωρίσματα πού ἡ Παναγία προσμένει ἀπό ὅλους μας, ἀπό ὅλα τὰ πνευματικά της παιδιά. Ἡ προσφορά αὐτῶν τῶν δώρων, στό μέτρο πού τό μποροῦμε, θά εἶναι καί ὁ σωστότερος ἑορτασμός τῆς παναγίας μνήμης της.

 Βασ. Στογιάννος, «Ἡ Ἐκκλησία στήν ἱστορία καί στό παρόν», Ἐκδόσεις Π. Πουρναρᾶ – Θεσσαλονίκη 1982  σελ. 93-98