Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Κυριακή τῶν Μυροφόρων

π. Χρήστου Ζαχαράκη

Πολλές φορές ἀδικοῦμε κάποιους ὅταν τοὺς προσάπτουμε κάποιο χαρακτηρισμό, ποὺ δὲν ἀντιστοιχεῖ οὔτε στὸ βαθμό οὔτε στὴ μορφή ποὺ τὸ ἐννοοῦμε. Ἡ ἀπιστία ἤ ἡ ὁλιγοπιστία τοῦ Θωμᾶ ἦταν πολὺ λιγότερη ἀπὸ τὴ δική μας καὶ ἴδια μὲ τῶν ὑπόλοιπων μαθητῶν, ποὺ σχεδὸν ἐξαφανίστηκαν στὰ δύσκολα. Ὁ Ἰωάννης, ὁδηγούμενος ἀπὸ τὴ μεγάλη ἀγάπη του γιὰ τὸν Κύριο, ἀλλὰ χρησιμοποιώντας καὶ τὶς γνωριμίες του, παρακολουθοῦσε ἀπὸ κοντά τὰ γεγονότα μέχρι καὶ τὸ σταυρό, ὅταν «ησος ον δν τν μητρα κα τν μαθητν παρεσττα ν γπα, λγει τ μητρ ατο· Γναι, δε υἱός σου,   ετα λγει τ μαθητ· δο μτηρ σου». Ὁ Πέτρος ποὺ πρωτοστατοῦσε στὸ ζῆλο καὶ στὴν προθυμία, χρειάστηκε τὸ λάλημα τοῦ κόκκορα καὶ τὸ βλέμμα τοῦ Ἰησοῦ γιὰ νὰ συνέλθει καὶ νὰ ξεσπάσει στὸ κλάμα. Μόνο δυὸ κρυφοί «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων» μαθητές, ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας καὶ ὁ Νικόδημος, ὅταν «πέπαυται τόλμα Μαθητῶν», ζήτησαν τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸν Πιλάτο γιὰ νὰ ἐνταφιάσουν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Ἔπρεπε δηλαδὴ κάτι, καὶ στὴν προκειμένη περίπτωση ὁ θάνατος, νὰ τοὺς συνταράξει κι αὐτοὺς, γιὰ ν᾽ ἀποφασίσουν πὼς ὁ θάνατος καὶ ἡ ζωὴ εἶναι πάνω ἀπὸ κάθε κοινωνικὴ θέση καὶ κοινωνικὸ φραγμό, πάνω ἀπὸ κάθε βόλεμα.
Ὅταν ὁ φόβος καὶ οἱ «λογικοὶ» ὑπολογισμοὶ βασάνιζαν τὸ μυαλὸ τῶν μαθητῶν, οἱ Μυροφόρες γυναῖκες ἔδειχναν πὼς τὶς μεγάλες ὑπερβάσεις τὶς κάνει πάντα ἡ καρδιά! Ἡ καρδιὰ, ποὺ ὁδηγημένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ἀψηφᾶ κάθε «λογικὸ» κοινωνικό φραγμό καὶ ὅριο, ποὺ ἀψηφᾶ τὸν ἴδιο τὸ θάνατο. Καὶ τὸ θάνατο μονάχα ἡ ἀγάπη μπορεῖ νὰ τὸν ἀψηφήσει… Μόνο οἱ γυναῖκες θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, γιατὶ εἶναι αὐτὲς ποὺ ὑπηρετοῦν τὴ ζωή, εἶναι αὐτὲς ποὺ ἀκολουθοῦν, πότε μὲ τὸν πόνο καὶ πότε μὲ τὴ χαρὰ,  ὁλόκληρο τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς, σ᾽ὁλόκληρη τὴν πορεία του, ἀπὸ τὰ σπλάχνα τους μέχρι τὰ σπλάχνα τῆς γῆς, κι ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς γῆς μέχρι τὴν Ἀνάσταση! Γι᾽  αὐτὲς ἡ Ἀνάσταση δὲν εἶναι ὑπόθεση, ἀλλὰ προσδοκία!


Σάββατο 7 Μαΐου 2016

Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ

τὸ μέγα τραῦμα ὁ ἄνθρωπος…
π. Χρήστου Ζαχαράκη

«Tῶν θυρῶν κεκλεισμένων, ἐπέστης Χριστὲ πρὸς τοὺς Μαθητάς. Τότε ὁ Θωμᾶς, οἰκονομικῶς οὐχ εὑρέθη μετ’ αὐτῶν, ἔλεγε γάρ, οὐ μὴ πιστεύσω, ἐὰν μὴ ἴδω κἀγὼ τόν Δεσπότην, ἴδω τὴν πλευράν, ὅθεν ἐξῆλθε τὸ αἷμα, τὸ ὕδωρ, τὸ βάπτισμα· ἴδω τὴν πληγήν, ἐξ ἧς ἰάθη τὸ μέγα τραῦμα ὁ ἄνθρωπος, ἴδω, πῶς οὐκ ἦν, ὡς πνεῦμα, ἀλλὰ σάρξ καὶ ὀστέα, ὁ τὸν θάνατον πατήσας, καὶ Θωμᾶν πληροφορήσας, Κύριε, δόξα σοι».

Ὁ θαυμάσιος αὐτὸς ὕμνος μᾶς παραπέμπει στὸν προφήτη Ἡσαΐα, ὁ ὁποῖος προφητικά ἀποκαλύπτει: «Οὐκ ἐστιν εἶδος αὐτῷ οὐδὲ δόξα· καὶ εἴδομεν αὐτὸν καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος, οὐδὲ κάλλος· ἀλλὰ τὸ εἶδος αὐτοῦ ἄτι- μον καὶ ἐκλεῖπον παρὰ πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων· ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὤν... οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται, καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν πόνῳ καὶ ἐν πληγῇ ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἐν κακώσει. Αὐτὸς δὲ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ με- μαλάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν· παιδείᾳ εἰρήνης ἡμῖν ἐπ ̓ αὐτὸν τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν...». Ὁ Χριστὸς δὲν ἦλθε μέσα στὴ δόξα καὶ τὶς τιμές ἀλλὰ σὰν ξένος, ἄνθρωπος πληγωμένος, ποὺ ἤξερε νὰ βαστάζει τὸν πόνο καὶ τὴν ταλαιπώρια. Τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἄπειρης ἀγάπης Του ἀποκαλύπτεται στὸν πόνο. Ἡ σωτηρία μας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος «περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται», ἡ σωτηρία μας εἶναι ἕνα μυστήριο ποὺ ἱερουργεῖται μὲ τὴν ὀδύνη, ἀφοῦ «τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν».

ἄνθρωπος ὁλόκληρος εἶναι ἡ πληγή, τὸ μέγα τραῦμα, ποὺ γιατρεύεται μὲ τὸ βάπτισμα τοῦ ὕδατος καὶ τοῦ αἵματος τῆς πληγῆς τοῦ Δεσπότου. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ «θανάτῳ θάνατον πατήσας», ὁ ἐλευθερωτὴς τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸ θάνατο, Αὐτὸς ποὺ τελείωσε τὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας μὲ τὴν ὁριστική νίκη τῆς ζωῆς ἐπὶ τοῦ θανάτου. Ἔτσι τὸ βάπτισμα γιὰ τὸν ἄνθρωπο δὲν ἀποτελεῖ μόνο τὴν ἀποδοχή τῆς κλήσης πρὸς τὴ σωτηρία, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀναδοχὴ τῆς θλίψης καὶ τῆς ὀδύνης, ποὺ συνεπάγεται ἡ ἑκούσια ἄρση τοῦ σταυροῦ. Ὁ πόνος εἶναι ἡ ὁδὸς τοῦ σταυροῦ, ποὺ ἐγκαινίασε ὁ Χριστὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ μᾶς ἀπελευθερώνει ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ τὴν ἁμαρτία. Ὁ μεγαλύτερος πειρασμὸς ποὺ δέχεται ὁ ἄνθρωπος σήμερα, τὶς περισσότερες φορὲς χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιεῖ, εἶναι ἡ ἄρνηση τοῦ πόνου καὶ ἡ ταύτισή του μὲ τὸ κακό. Ὅμως χωρὶς πόνο καὶ ὀδύνη, χωρὶς σταυρό δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ εἶναι χριστιανός. Τὸ ἀξίωμα τῶν ἱερῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας «δὸς αἷμα καὶ λάβε πνεῦμα» προδιαγράφει ἀκριβῶς τὴ μαρτυρικὴ πορεία τοῦ πιστοῦ ποὺ ἑκούσια θὰ θελήσει νὰ σηκώσει τὸ σταυρό του. Καὶ εἶναι μαρτυρικὴ ἡ πορεία τοῦ σταυροῦ, γιατὶ πάνω του πρέπει νὰ σταυρώσουμε ὅλη μας τὴν ὕπαρξη, τὴ θεμελιωμένη στὴ ματαιότητα καὶ στὴ ματαιοδοξία τοῦ κόσμου, καὶ νὰ συγκρουστοῦμε μὲ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ἄν καὶ δὲν εἶναι βέβαια ὁ ἑαυτός μας, μᾶς καθοδηγοῦν ὡς ἀξίες καίριες καὶ οὐσιαστικὲς τοῦ βίου μας, στὴν πραγματικότητα ὅμως τρέφουν καὶ μεγαλώνουν τὴν πληγή, μεταμορφώνουν τὸν ἄνθρωπο ὁλόκληρο σ ̓ ἕνα τραῦμα. Ἔχει πολὺ πόνο νὰ δώσουμε ζωὴ σ ̓ ἕνα τέτοιο τραῦμα, ν ̓ ἀπελευθερώσουμε τὴν ψυχή μας καὶ τὴν καρδιά μας ἀπ ̓ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ν ̓ ἀφήσουμε χῶρο μέσα μας γιὰ τὴν Ἀλήθεια. Ὥστε κι ἄν θέλουμε στὸ τέλος νὰ ψηλαφίσουμε, νὰ μὴν τὸ κάνουμε γιὰ νὰ πιστέψουμε, ἀλλὰ γιὰ νὰ ξεδιψάσουμε τὸν πόθο μας, ν ̓ ἀγγίξουμε τὴ ζωντανὴ μας Ἐλπίδα...

Σάββατο 23 Απριλίου 2016

Κυριακή τῶν Βαΐων

π. Χρήστου Ζαχαράκη

«Τήν ψυχωφελῆ πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν, τήν ἁγίαν ἑβδομάδα τοῦ πάθους σου αἰτοῦμεν κατιδεῖν, Φιλάνθρωπε…».  Στὸ Εὐαγγέλιο τῆς προηγούμενης Κυριακῆς ὁ Χριστὸς, ὅταν οἱ δύο μαθητές ζήτησαν νὰ καθίσουν δεξιὰ καὶ ἀριστερά «ἐν τῇ δόξη του», ἀπάντησε «οὐκ οἴδατε τὶ αἰτεῖσθε». Σήμερα, Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ζητοῦμε νὰ γνωρίσουμε τὴν ἁγία ἑβδομάδα τοῦ πάθους του. Ὅμως προϋπόθεση αὐτῆς τῆς γνώσης εἶναι ἡ ἐκ-πλήρωση τῆς Τεσσαρακοστῆς. Γιατὶ ἡ Μ. Τεσσαρακοστὴ δὲν ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο ν᾽ ἀγγίζει τὸν κόσμο, δὲν ἀφήνει νὰ χτίζει στὸν κόσμο. Ὁ κόσμος ὀνειρεύεται ἐξουσία καὶ αὐτὴν ἐπαγγέλεται, ὁ Χριστὸς προσφέρεται θυσία καὶ αὐτὴν εὐαγγελίζεται. Ἡ εἴσοδος στὰ Ἱεροσόλυμα εἶναι θριαμβευτική, μὰ ὄχι γιὰ τὸν κόσμο, μονάχα γιὰ τὴ ζωή...
      Ἡ εἴσοδος στὰ Ἱεροσόλυμα εἶναι ἡ πλήρης ἀνατροπή! Ἀνατροπὴ τῆς     ἐξουσίας ἀπ᾽ ὅπου κι ἄν προέρχεται. Περιμένουμε καὶ προϋπαντοῦμε τὸ Χριστό, ποὺ ἔρχεται ὡς ἐλευθερωτής. Καὶ ὅπως οἱ Ἐβραῖοι τὸν προϋπαντοῦσαν στὰ Ἱεροσόλυμα, δίχως καλά-καλά νὰ καταλαβαίνουν τὸ γιατί, ἔτσι κι ἐμεῖς -μακρυά ἀπό τὸ νόημα αὐτοῦ τοῦ ἐρχομοῦ- τὸν ὑποδεχόμαστε καὶ γιορτάζουμε γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουμε μᾶλλον τὴ θρησκευτική μας πεποίθηση, θεωρώντας ὅτι καὶ μόνο ἡ ἰδεολογική μας προσήλωση στὸ Εὐαγγέλιο μᾶς κατατάσσει στοὺς θριαμβευτές. Κανείς ὅμως δὲν φαντάζεται ποῦ ὁ Χριστὸς ὁδεύει, κανεὶς δὲν ὑποψιάζεται ὅτι ὁ Σταυρός εἶναι μονάχα πόνος καὶ θυσία. Ἀκόμα καὶ τὸν Σταυρὸ τὸν θέλουμε ὡραιοποιημένο, ὅμως Σταυρός χωρίς θυσία δὲν φέρνει τὴν Ἀνάσταση. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι ὅ,τι κυοφορεῖ ὁ Σταυρός, σ᾽ ἄλλους ἀνάσταση ζωῆς καὶ σ᾽ ἄλλους ἀνάσταση κρίσεως.  Ὁ Χριστός ἔρχεται πάνω σ᾽ ἕνα γαϊδουράκι, ἀνατρέποντας κάθε μας προσδοκία καὶ ἀποκλείοντας κάθε ὑποψία θριαμβολογίας καὶ ἑορτασμοῦ. Ὅταν ξέρεις ποῦ βαδίζεις δὲν γιορτάζεις, δὲν λὲς μεγάλα λόγια, μόνο προχωρᾶς ἀποφασιστικά, ἥσυχα, ταπεινά.

«Εὐλογημένος ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»!  

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Γενέσεως τὸ ἀνάγνωσμα



(Κεφ. ΙΗ’: 20-33)

Εἶπε Κύριος· Κραυγὴ Σοδόμων καὶ Γομόρρας πεπλήθυνται πρός με, καὶ αἱ ἁμαρτίαι αὐτῶν μεγάλαι σφόδρα. Καταβὰς οὖν ὄψομαι, εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν τὴν ἐρχομένην πρός με, συντελοῦνται, εἰ δὲ μή, ἵνα γνῷ. Καὶ ἀποστρέψαντες ἐκεῖθεν οἱ ἄνδρες, ἦλθον εἰς Σόδομα. Ἀβραὰμ δὲ ἔτι ἦν ἑστηκὼς ἔναντι Κυρίου. Καὶ ἐγγίσας Ἀβραάμ, εἶπε· Μὴ συναπολέσῃς δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς, καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής, ἐὰν ὦσι πεντήκοντα δίκαιοι ἐν τῇ πόλει, ἀπολεῖς αὐτούς; οὐκ ἀνήσεις πάντα τόν τόπον ἕνεκεν τῶν πεντήκοντα δικαίων, ἐὰν ὦσιν ἐν αὐτῇ; Μηδαμῶς σὺ ποιήσῃς ὡς τὸ ῥῆμα τοῦτο, τοῦ ἀποκτεῖναι δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς, καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής, μηδαμῶς, ὁ κρίνων πᾶσαν τὴν γῆν, οὐ ποιήσεις κρίσιν. Εἶπε δὲ Κύριος· Ἐὰν εὕρω ἐν Σοδόμοις πεντήκοντα δικαίους ἐν τῇ πόλει, ἀφήσω πάντα τὸν τόπον δι' αὐτούς. Καὶ ἀποκριθεὶς Ἀβραάμ, εἶπε· Νῦν ἠρξάμην λαλῆσαι πρὸς τὸν Κύριόν μου, ἐγὼ δέ εἰμι γῆ καὶ σποδός. Ἐὰν δὲ ἐλαττονωθῶσιν οἱ πεντήκοντα δίκαιοι εἰς τεσσαρακονταπέντε, ἀπολεῖς, ἕνεκεν τῶν πέντε, πᾶσαν τὴν πόλιν. Καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω, ἐὰν εὕρω, ἐκεῖ τεσσαρακονταπέντε. Καὶ προσέθηκεν ἔτι λαλῆσαι πρὸς αὐτόν, καὶ εἶπεν· Ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ τεσσαράκοντα; Καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω, ἕνεκεν τῶν τεσσαράκοντα. Καὶ εἶπε· Μήτι, Κύριε, ἐὰν λαλήσω; ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ τριάκοντα; Καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω, ἕνεκεν τῶν τριάκοντα. Καὶ εἶπεν· Ἐπειδὴ ἔχω λαλῆσαι πρὸς τὸν Κύριον, ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ εἴκοσι; Καὶ εἶπεν· Οὐ μὴ ἀπολέσω, ἕνεκεν τῶν εἴκοσι. Καὶ εἶπε· Μήτι, Κύριε, ἐὰν λαλήσω ἔτι ἅπαξ; ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ δέκα; Καὶ εἶπεν, οὐκ ἀπολέσω, ἕνεκεν τῶν δέκα. Ἀπῆλθε δὲ ὁ Κύριος, ὡς ἐπαύσατο λαλῶν τῷ Ἀβραάμ, καὶ Ἀβραὰμ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ.