Σάββατο 16 Ιουλίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ



 Κυριακή τν Ἁγίων Πατέρων (Ματθαῖος, 5, 14-19)
+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ,
Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

17  Ἰουλίου 1983
  Ὀρθόδοξη  Ἐκκλησία λέγεται καί εἶναι  Ἐκκλησία Πατέρων. Αὐτό θά πῆ πώς κολουθε  πιστά στή διδασκαλία καί τό παράδειγμα τῶν ἁγίων  Πατέρων. Πατέρες στήν  Ἐκκλησία εἶναι οἱ κληρικοί καί οἱ μοναχοί, πού ξεχωρίζουν γιά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία τους καί γιά τήν ἁγιωσύνη τοῦ βίου. Ἡ ὀρθοδοξία ὡς πρός τήν πίστη καί ἡ ἁγιωσύνη ὡς πρός τόν βίο εἶναι τό διπλό γνώρισμα τῶν ἁγίων  Πατέρων. Ἡ ὀρθόδοξη διδαχή στήν  Ἐκκλησία δέν εἶναι θεωρία· εἶναι ἁγιωσύνη βίου, εἶναι πράξη καί πείρα, πού μεταβιβάζεται ἀπό γενεά σέ γενεά, κι εἶναι αὐτό πού λέμε παράδοση. Ἀξίωμα τῶν ἁγίων  Πατέρων εἶναι τό «Πρᾶξις θεωρίας ἐπίβασις»[1], πού θά πῆ πώς ἐπάνω στήν πράξη, ἐπάνω στήν πεῖρα τῆς γιωσύνης πατάει καί θεμελιώνεται ἡ ἐκκλησιαστική διδαχή κι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία. Αὔριο, πού ἡ  Ἐκκλησία πάλι «μνήμην Πατέρων ἐπιτελεῖ», διαβάζεται στή θεία Λειτουργία εὐαγγελική περικοπή ἀπό τήν «ἐπί τοῦ ρους» ὁμιλία τοῦ  Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Εἶπε ὁ Κύριος στούς   μαθητές του · «Ἐσεῖς εἴσαστε τό φῶς τοῦ κόσμου. Δέν μπορεῖ νά κρυφτῆ μιά πόλη, πού εἶναι χτισμένη ἐπάνω στό  βουνό· οὔτε ἀνάβουν τό λυχνάρι καί τό βάζουν κάτω ἀπό τό καυκί, ἀλλά τό βάζουν στό  λυχνοστάτη καί φωτίζει ὅλο το σπίτι.  Ἔτσι νά λάμψη καί τό φῶς τό δικό σας μπροστά στούς   ἀνθρώπους, γιά νά δοῦν τά καλά σας ἔργα καί νά δοξάσουν τόν πατέρα σας πού εἶναι στούς   ορανούς. Νά μή σᾶς περάση ἀπό τό νοῦ πώς ἦλθα γιά νά καταργήσω τό νόμο τος προφῆτες· δέν ἦλθα γιά νά καταργήσω, ἀλλά νά τηρήσω τό νόμο καί νά τόν συμπληρώσω. Σᾶς βεβαιώνω πώς ὅσο στέκει ὁ ορανς καί ἡ γῆ οὔτ’ ἕνα γιῶτα ἡ μία γραμμή θά καταργηθῆ ἀπό τό νόμο, ὥσπου νά γίνουν λα[2]. Ὅποιος λοιπόν θά καταργήση μία ἀπ’  ατές τίς  πολύ μικρές ἐντολές μου καί θά γίνη ἔτσι κακός δάσκαλος στούς   ἀνθρώπους, αὐτός θά εἶναι ὁ πιό μικρός κι ὁ τελευταῖος ἀπ’  ὅλους στή βασιλεία τῶν ορανν. Κι ὅποιος θά τίς  τηρήση καί θά τίς  διδάξη, αὐτός θά πάρη μεγάλο ὄνομα στή βασιλεία τῶν ορανν».
«Ὅς δ’   ἄν ποιήση καί διδάξη...»[3], ὅποιος θά τηρήση τίς  ἐντολές κι ἔτσι μέ  τό παράδειγμά του θά διδάξη τούς νθρώπους. Πάει νά πῆ πώς τό Εαγγέλιο δέν κηρύσσεται γιά νά μείνη λόγος ἤ, γιά νά τό ποῦμε καλύτερα, τό κήρυγμα τοῦ Εαγγελίου δέν εἶναι λόγος· εἶναι πρῶτα πράξη κι ὕστερα λόγος, εἶναι λόγος πού βγαίνει μέσ’ ἀπό τήν πράξη, εἶναι θεολογία πού στηρίζεται στήν γιωσύνη. Αὐτά τά δύο πηγαίνουν μαζί, κι ἄν εἶναι νά λείψη ν’ ἀπό τά δυό, συμφέρει νά λείψη ἡ θεολογία· γιατί ἡ θεολογία χωρίς τήν ἁγιωσύνη εἶναι τεχνολογία, εἶναι θρησκευτική φιλοσοφία καί τίποτε περισσότερο. Τί νά τήν κάμης τή σοφία χωρίς τήν γιότητα; Τί ἄξια ἔχει ἡ ἐπιστήμη χωρίς τήν ρετή; Τί ὠφελεῖ  ἡ θεολογία χωρίς τήν γιωσύνη; Ὁ Μέγας Βασίλειος ἔγραφε γιά πολλούς τς ἐποχῆς του ὅτι «τεχνολογοῦμεν καί οὐ θεολογοῦμεν»[4]. Κι ὁ ἀρχαῖος Πλάτωνας ὅτι «πσα ἐπιστήμη χωριζομένη ἀρετῆς»[5] εἶναι μᾶλλον πανουργία καί ὄχι φιλοσοφία. Γι’ αὐτό κι ὁ  Ἰησοῦς Χριστός εἶπε· «ὅς δ’ ἄν ποιήσ καί διδάξ...»· αὐτό θέλει νά πῆ ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι λόγος ἔμπρακτος, κι ὅπως διαρκῶς τό λέμε καί τό τονίζομε, ὅτι τίποτε στό  Εὐαγγέλιο δέν ὑπάρχει θεωρητικό, πρόσωπο κι ἔξω ἀπό τά πράγματα.
Τό Εαγγέλιο εἶναι ζωή, κι αὐτό πού λέμε κήρυγμα τοῦ Εαγγελίου εἶναι πρίν ἀπ’  ὅλα ἐνάρετος βίος καί παράδειγμα ζωῆς. Στήν Ἐκκλησία ὅλα εἶναι ζωντανά, ὅλα εἶναι προσωπικά, ὅλα εἶναι παράδειγμα. οράνιος Πατέρας εἶναι πρόσωπο, ὁ Σωτήρας Χριστός εἶναι πρόσωπο, τό πανάγιο Πνεῦμα εἶναι πρόσωπο, ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία εἶναι κοινωνία προσώπων. ὀρθόδοξη πίστη δέν εἶναι «σεσοφισμένος μῦθος» καί θεωρητικό μάθημα· εἶναι ποκάλυψη το ζῶντος Θεοῦ, εἶναι λόγος ζωῆς, ζωντανός ὁ ἴδιος καί ζωντανεμένος στό  βίο τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἁγίων. Μέσα στόν κόσμο ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ πόλη ἡ χτισμένη ψηλά στό  βουνό· ἡ θέση της εἶναι περίοπτη, καί νά θέλη δέν μπορεῖ νά κρυφτῆ. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, μέ  τό «οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ρους κειμένη»[6], παιδεύει τούς χριστιανούς «ἐναγωνίους εἶναι»[7]. Μέσα στόν κόσμο ἡ  Ἐκκλησία εἶναι ἀκόμα τό λυχνάρι, πού τό ἀνάβουν καί τό βάζουν ψηλά, γιά νά φέγγη σ’ ὅλο το σπίτι. Ἡ πόλη ἐπάνω στό  βουνό εἶναι ὁ βίος, καί τό λυχνάρι τοποθετημένο ψηλά εἶναι ὁ λόγος· ὁ βίος νά φαίνεται, ὁ λόγος νά φαίνη.
Ἀλλά ποιά εἶναι ἡ  Ἐκκλησία; Εἶναι τάχα μόνο οἱ κληρικοί; Γι’ αὐτούς λοιπόν λέγει ὁ  Ἰησοῦς Χριστός στήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή; Μεγάλη τιμή θά ἦταν γιά τούς κληρικούς νά εἶναι ατοί μόνο ἡ  Ἐκκλησία· μεγάλη τιμή, ἀλλά καί μεγάλο καί ἀσήκωτο βάρος. Ὅμως καί μεγάλη ἀδικία γιά τούς λαϊκούς, γιά ὅλους τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ. Ἀλλ’ ὄχι,  Ἐκκλησία εἴμαστε ὅλοι μας. Οἱ κληρικοί, γιά νά πηγαίνουν μπροστά καί οἱ λαϊκοί, γιά νά κολουθον. « ποιμήν ὁ καλός», λέγει ὁ  Ἰησοῦς Χριστός, «ἔμπροσθεν πορεύεται καί τά πρόβατα ατ ἀκολουθεῖ»[8]. Οἱ ἄνθρωποι βέβαια στόν καιρό μας ὑπερτονίζουν τό πρῶτο καί ξεχνᾶνε τελείως τό δεύτερο· ἐννοοῦμε οἱ δικοί μας ἄνθρωποι, οἱ ἄνθρωποι τῆς  Ἐκκλησίας.   Ἐκκλησία βέβαια δέν εἶναι ἱεροκρατία, ἄλλ’ ὅμως οὔτε καί λαοκρατία. ἱερέας «θεί δικαί» εἶναι ὁ ποιμένας τῆς  Ἐκκλησίας· εἶναι φορτωμένος μέ  πολλές εθνες καί σηκώνει πολλά βάρη. Φροντίζει νά εἶναι καλός ποιμένας καί δέν ζητάει παρά οἱ λαϊκοί νά τόν κον καί νά κολουθον. Στήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχουν ἀνεύθυνοι ἄνθρωποι· ὅταν ἔχωμε, καί πολύ σωστά, τήν ξίωση οἱ Ἱερεῖς μας νά εἶναι καλοί ποιμένες, δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε τό λόγο τοῦ Ἀποστόλου, ὅταν γράφη· «Πείθεσθε τοῖς γουμένοις ὑμῶν καί ὑπείκετε...»[9]. Ἐδῶ βέβαια ὑπάρχει πολλή ἀντιλογία, γιατ’ εἴμαστε ὅλοι ἐπηρεασμένοι ἀπό τό σύγχρονο πνεῦμα κι ἔχομε τήν ξίωση νά εἰσαγάγωμε στό  πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας σύγχρονες ντιλήψεις καί νά τήν μεταβάλωμε σ’ ἕναν καθαρά ἀνθρώπινο καί πολιτικό ὀργανισμό.
Ἀλλά δέν εἶναι αὐτό τό πνεῦμα καί ἡ παράδοση τῶν Πατέρων τῆς  Ἐκκλησίας. Ἀλλά βέβαια, ὅταν ὁμιλοῦμε γιά Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τούς τοποθετοῦμε σέ μιά περασμένη καί πολύ μακρινή ἐποχή, καί σχηματίζομε τή γνώμη ὅτι μιά φορά σαν οἱ Πατέρες καί πώς τώρα πιά στήν  Ἐκκλησία δέν πάρχουν ἱερεῖς καί καλοί ποιμένες, ὅπως ἐκεῖνοι. Γι’ αὐτό καί δικαιολογοῦμε τήν ὁποιαδήποτε στάση μας πέναντι στούς   ἱερεῖς μας καί στήν  Ἐκκλησία, μιά καί δέν πάρχουν οἱ ρχαοι ἐκεῖνοι μεγάλοι καί ἱεροί ἄνδρες, γιά νά τούς κούσωμε καί νά τούς κολουθήσουμε. Ἀλλά ἡ Ἐκκλησία εἶναι πάντα ἡ  Ἐκκλησία, ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος «οἶκος Θεοῦ ζῶντος, στλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας»[10].  Ἐκκλησία Πατέρων, καθώς καί  Ἐκκλησία Μαρτύρων. Ὅποιες κι ἄν εἶναι οἱ ἀντιλήψεις καί οἱ προκαταλήψεις τῶν νθρώπων, δέν μποροῦν νά ἀλλάξουν τήν τάξη τῶν θείων πραγμάτων, κι ὅπως πάλι γράφει ὁ Ἀπόστολος· «Τί γάρ εἰ ἠπίστησάν τινες, μή ἡ ἀπιστία αὐτῶν τήν πίστιν τοῦ Θεοῦ καταργήσει;»[11]. Τί σημασία ἔχει ἄν μερικοί ἔγιναν ἄπιστοι; Μήπως ἡ ἀπιστία τους μπορεῖ νά καταργήση τήν ξιοπιστία το Θεοῦ; Γιατί ὁ Θεός μαρτυρεῖ γιά τήν  Ἐκκλησία, ὅτι μένει «εἰς τόν αἰῶνα»[12]· ἄλλο βέβαια ποιό εἶναι πάντα τ χρέος καί ἡ εθύνη τν χριστιανῶν κι ἐκείνων πού ποιμαίνουν τήν  Ἐκκλησία.
Ὁ δογματικός Ὅρος, δηλαδή ἡ Πράξη, πού ὑπόγραψαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες στήν τέταρτη οἰκουμενική Σύνοδο, ρχίζει ἔτσι· «Ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι...», δηλαδή ἀκολουθώντας τούς θείους Πατέρες. Αὐτή εἶναι ἡ γραμμή τῆς  Ὀρθοδοξίας· οἱ Ἀπόστολοι ἀκολουθοῦνε στό  Χριστό, οἱ Πατέρες κολουθονε στούς   Ἀποστόλους, ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε στούς   Πατέρες. Μιά ἀδιάσπαστη ἁλυσίδα εἶναι ἡ  Ἐκκλησία ἀπό τό Χριστό ἕως ἐμᾶς. Αὐτή τή γραμμή ς κρατήσουμε κι ἐμεῖς. ς μένωμε πιστοί κι ἀφωσιωμένοι στήν  Ἐκκλησία, γιά νά εἴμαστε μέ  τούς Πατέρες, γιά νά εἴμαστε μέ  τούς Ἀποστόλους, γιά νά εἴμαστε μέ  τό Χριστό. Ἀμήν.









[1] Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Κατά ‘Iουλιανοῦ Α' 113, MPG 35, 649, 652.

[2]  Λουκ. 16, 17.

[3] Ματθ. 5, 19.

[4] Μεγ. Βασιλείου,  Ἐπιστολή 90.

[5]  Πλάτωνος Μενέξενος, 246e 7-9
[6]  Ματθ. 5, 14.
[7] Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημα εἰς τόν ἅγιον Ματθαῖον τόν Εὐαγγελιστήν, MPG 57.232.82.

[8] Ἰω. 10,4.

[9] Ἐβρ. 13,7.

[10] Α'Τιμ. 3, 15.

[11] Ρωμ. 3, 3.

[12] Ἡσ. 40, 8. Β' Ἰω. 3.

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Κυριακή Β´ Ματθαίου

Ἡ κλήση τῶν μαθητῶν


+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Ἡ αὐριανή εὐαγγελική περικοπή ὁμιλεῖ γιά τήν κλήση τῶν πρώτων Ἀποστόλων. Ὅταν ἦρθε ὁ καιρός γιά νά ἀρχίση τό δημόσιο ἔργο του, τότε ὁ Ἰησοῦς Χριστός κάλεσε κοντά του ἐκείνους, πού θά τούς προετοίμαζε καί θά τούς ἔστελνε γιά νά κηρύξουν στόν κόσμο τό Εὐαγγέλιο. Αὐτό τό μεγάλο καί σπουδαῖο ἔργο ὁ Θεός δέν τό ἀνέθεσε οὔτε στούς σοφούς οὔτε στούς ἰσχυρούς, ἀλλά σέ ἁπλούς καί ἀγράμματους ἀνθρώπους. Γιατί τό Εὐαγγέλιο εἶναι σοφία καί δύναμη Θεοῦ· εἶναι ἀπό μόνο του σοφό καί δυνατό καί δέν χρειάζεται τή σοφία καί τή δύναμη τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Ἀπόστολος γράφει ὅτι ὁ Θεός «ἐξελέξατο τά μωρά καί τά ἀσθενῆ το κόσμου... ὅπως μή καυχήσηται πᾶσα σάρξ»[1]· διάλεξε κι ἔκαμε Ἀποστόλους ἀγράμματους κι ἀδύνατους ἀνθρώπους, γιά νά μήν καυχηθῆ κανένας πώς μέ δική του σοφία καί δύναμη νίκησε ὁ Χριστός τόν κόσμο. Μά ς ἀκούσωμε στή γλώσσα μας τήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή.

«Ἐκεῖνο τόν καιρό διαβαίνοντας ὁ Ἰησοῦς κοντά στή θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δυό ἀδελφούς, τό Σίμωνα πού λέγεται καί Πέτρος καί τόν ἀδελφό του τόν Ἀνδρέα, νά ρίχνουν τά δίχτυα στή θάλασσα· γιατί ἦσαν ψαράδες. καί τούς λέγει· « Ἐλᾶτε μαζί μου καί θά σᾶς κάμω ψαράδες ἀνθρώπων». Κι αὐτοί ἀμέσως παράτησαν τά δίχτυα καί τόν ἀκολούθησαν. Καί πηγαίνοντας πιό πέρα εἶδε ἄλλους δυό ἀδελφούς, τόν  Ἰάκωβο, τό γιό τοῦ Ζεβεδαίου καί τόν ἀδελφό του τόν  Ἰωάννη, μέσα στή βάρκα μαζί μέ τόν πατέρα τους τό Ζεβεδαῖο νά ἑτοιμάζουν τά δίχτυα, καί τούς κάλεσε. Κι αὐτοί ἀμέσως παράτησαν τή βάρκα καί τόν πατέρα τους καί τόν ἀκολούθησαν. Καί περιώδευε ὁ  Ἰησοῦς ὅλη τή Γαλιλαία καί δίδασκε στίς συναγωγές τῶν  Ἰουδαίων, κήρυττε τό Εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί θεράπευε κάθε ἀρρώστια καί κάθε ἀνημπόρια μέσα στό λαό».

Δυό πράγματα μᾶς κάνουν ἐντύπωση σ  αὐτή τήν εὐαγγελική περικοπή· ἡ ἐργατικότητα τῶν ἀνθρώπων τούς ὁποίους καλεῖ ὁ  Ἰησοῦς Χριστός καί ἡ ὑπακοή τους.  ς ποῦμε πρῶτα γιά τήν ἐργατικότητα. Καί τούς τέσσερις ὁ  Ἰησοῦς Χριστός τούς βρῆκε νά ἐργάζωνται κι ἀπό τήν ἐργασία τούς κάλεσε. σαν ἄνθρωποι πού κέρδιζαν τό ψωμί τους μέ τόν κόπο τους. Καί δέν εἶναι χωρίς σημασία ὅτι τέτοιους ἀνθρώπους κάλεσε ὁ Χριστός γιά νά τούς κάμη ἀποστόλους. Μαζί μέ τ᾽  λλα ἦσαν ἄνθρωποι ψημένοι στή δουλειά, ἱκανοί γιά νά ἀντέξουν στούς κόπους καί τίς ταλαιπωρίες τῆς ἱεραποστολῆς. Γιατί μπορεῖ νά μή χρειάζεται ὁ Θεός γιά τό ἔργο του τή σοφία καί τή δύναμη τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά χρειάζεται τόν κόπο τους καί τή θέλησή τους. Ἕνας ἀπό τούς μεγάλους Πατέρες τῆς  Ἐκκλησίας λέγει χαρακτηριστικά ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο χωρίς νά τόν ρωτήση, ἀλλά δέν τόν σώζει χωρίς τή θέλησή του. Χρειάζονταν λοιπόν γιά τό ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς, καί πάντα χρειάζονται γιά τήν  Ἐκκλησία, ἄνθρωποι πού νά μποροῦν καί νά θέλουνε νά ἐργασθοῦν. Μά καί πάλι, ὅσος κι ἄν εἶναι, ποτέ δέν φτάνει ὁ κόπος τοῦ ἀνθρώπου γιά τό ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὁ Θεός κι ἡ χάρη του, ζητώντας νά ὑπάρχη στόν ἄνθρωπο τό ὅσο αὐτός μπορεῖ, ξέρει νά θεραπεύη τά ἀσθενῆ καί νά ἀναπληρώνη τά ἐλλείποντα. Μήν ἀρνηθῆς ἐσύ νά κάμης ὅ,τι μπορεῖς κι ὁ Θεός θά κάμη γιά σένα ὅ,τι θέλει κι ὅ,τι πρέπει.
Ἀλλά τό νά καλέση ὁ  Ἰησοῦς Χριστός γιά ἀποστόλους, ἐργατικούς ἀνθρώπους, αὐτό εἶναι μιά τιμή τοῦ Θεοῦ πρός τήν ἐργασία. Κι ἀλήθεια κάθε τίμια ἐργασία εἶναι  εὐλογημένη ἀπό τό Θεό. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἐργάζεται κι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἄνθρωπος ἐδῶ στή γῆ, ἐργάστηκε, γι   αὐτό καί εἶπε· « πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται κγώ ἐργάζομαι»[2]. Πολλοί θαρροῦν πώς ἡ ἐργασία εἶναι καταδίκη καί θέλουν, ἄν εἶναι τρόπος, νά μήν ἐργάζωνται. Ὅμως ἡ ἐργασία εἶναι ὁ κλῆρος καί ἡ τιμή τοῦ ἀνθρώπου. Κάθε τίμιος ἄνθρωπος ἐργάζεται καί προκόβει μέ τόν ἱδρώτα του. Μόνο ἐκεῖνοι πού δέν θέλουν νά ἐργασθοῦν καί φοβοῦνται νά κουρασθοῦν, κάθονται καί συζητοῦν πῶς θά βρεθῆ ἕνας τρόπος νά μήν ἐργάζωνται οἄνθρωποι καί νά πληρώνωνται καλά. Οἱ χριστιανοί αὐτά δέν τά ξέρουν καί δέν τά ἀκοῦνε. Βλέπουν τόν  Ἰησοῦ Χριστό πού ἐργαζότανε, κι ἀκοῦνε τόν Ἀπόστολο πού γράφει · «Εἰ τίς οὐ θέλει ἐργάζεσθαι μηδέ ἐσθιέτω»[3]. Γι αὐτό καί φροντίζουν νά ἔχουν τήν ἐργασία τους καί τό ἐπάγγελμά τους.  Ἐπάγγελμα θά πῆ ὑπόσχεση· εἶναι ἡ ὑπόσχεση πού κάθε τίμιος ἄνθρωπος δίνει στό Θεό καί στούς ἀνθρώπους, ὅτι στό βίο του διαλέγει νά κάμη μιά ρισμένη ἐργασία. Βέβαια στόν καιρό μας σχετικά μέ τήν ἐργασία καί τό ἐπάγγελμα ἀπασχολοῦν τόν κόσμο πολλά καί μεγάλα προβλήματα, μέ τά ὁποῖα οὔτε θέλομε οὔτε καί μποροῦμε νά ἀσχοληθοῦμε τώρα.

Ἀλλά εἴπαμε πώς αὐτοί, τούς ὁποίους κάλεσε ὁ  Ἰησοῦς Χριστός γιά νά τούς κάμη ἀποστόλους, καθώς τό βλέπομε στήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή, ἦσαν καί ἄνθρωποι πρόθυμης ὑπακοῆς. Εἶναι μεγάλο πρᾶγμα ἡ ὑπακοή· ἡ ὑπακοή τῶν μικρῶν πρός τούς μεγάλους, ἡ ὑπακοή τῶν χριστιανῶν στήν  Ἐκκλησία, ἡ ὑπακοή τῶν πολιτῶν στούς νόμους τοῦ Κράτους, ἡ ὑπακοή ὅλων, ἀρχόντων καί ἀρχομένων, στό νόμο τοῦ Θεοῦ. Μόλις ο ψαράδες κουσαν τό κάλεσμα τοῦ  Ἰησοῦ Χριστοῦ τά παράτησαν ὅλα καί τόν ἀκολούθησαν. Μά θά τύχη κάποιος νά πῆ· «Ἦταν ὁ Χριστός πού τούς καλοῦσε, κι αὐτοί ἦσαν ἀπό τούς μαθητές τοῦ βαπτιστῆ  Ἰωάννη», κι ὁ  Ἰωάννης κάθε μέρα ἔδινε μαρτυρία κι ἔδειχνε τόν  Ἰησοῦ Χριστό· «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ...»[4]. Ὅμως κι ἐμᾶς ὁ ησους Χριστός μᾶς καλεῖ καί δέν ὑπακούομε καί δέν τόν ἀκολουθοῦμε, κι ς ἔχωμε τή μαρτυρία τῆς  Ἐκκλησίας καί τή νίκη τῆς πίστεως μέσα σέ δυό χιλιάδες χρόνια. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός «ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις»[5], ὄχι μόνο μέσα σέ σαράντα ἡμέρες ἔδειξε στούς Ἀποστόλους ὅτι ἀναστήθηκε, ἀλλά καί μέσα σέ εἴκοσι αἰῶνες ἔδειξε στόν κόσμο πώς εἶναι ὁ Κύριος καί ὁ Θεός, «ὁ ὤν καί ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος»[6].
Τό Εὐαγγέλιο πού ἀκοῦμε, ὁ Χριστός εἶναι, καί ἡ  Ἐκκλησία πού μᾶς ὁμιλεῖ, ὁ Χριστός εἶναι. Καί τώρα δέν μᾶς λέγει νά ἀφήσουμε τήν ἐργασία μας καί τούς γονεῖς μας καί τά παιδιά μας κι ὅ,τι ἔχομε γιά νά τόν ἀκολουθήσουμε. Ἀλλά μᾶς λέγει νά κοιτάζουμε τήν ἐργασία μας, νά φροντίζουμε τούς γονεῖς μας, νά ἀγαπᾶμε τή γυναίκα μας καί τά παιδιά μας, νά ἀγαποῦμε τόν τόπο μας.  Ἔρχονται ὅμως κάποιοι κακοί καί πονηροί ἄνθρωποι κι ἐκείνους τούς ἀκοῦμε καί τούς δίνομε τόν ἑαυτό μας. Πιότερη πίστη κι ἐμπιστοσύνη δίνομε σ  ἐκείνους, πού μᾶς ξεγελοῦν παρά σ  ἐκείνους πού μᾶς συμβουλεύουν στό καλό. Τόν ἱερέα σου δέν τόν ἀκοῦς, τόν κάθε αἱρετικό καί ψευδοπροφήτη τόν ἀκοῦς. Ὁ ἱερέας σέ καλεῖ στήν  Ἐκκλησία, προσεύχεται καί λειτουργεῖ γιά σένα, σέ συμβουλεύει σάν πατέρας, σοῦ κηρύττει τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί σοῦ δείχνει τό δρόμο τῆς προκοπῆς. Τόν ἱερέα λοιπόν δέν τόν ἀκοῦς καί τόν βλέπεις γιά ἐχθρό σου, γιατί ἔτσι σέ δίδαξαν ἐκεῖνοι τούς ὁποίους ἀκοῦς. Μά ὅποια κι ἄν εἶναι ἡ κακή σου γνώμη, ἡ  Ἐκκλησία σου, γιατί ἀνήκεις ἀκόμα στήν  Ἐκκλησία, δέν θά πάψη νά σέ ἀγαπᾶ καί νά προσεύχεται γιά σένα.
Δυό μεγάλες ἀρετές εἶναι ἡ ἐργασία καί ἡ ὑπακοή· νά ἐργαζώμαστε τό καλό καί νά ὑπακούωμε στό καλό. Κι ς μήν πῆ κανείς πώς δέν ξέρει ποιό εἶναι τό καλό. Τό καλό εἶναι ὅ,τι θέλει κι ὅ,τι λέγει ὁ Ἴησους Χριστός. Τί λέγει μέσα μας, τό γράφει τό Εὐαγγέλιο, τό κηρύττει ἡ  Ἐκκλησία. Κανένας δέν θά βρεθῆ γιά νά πῆ πώς δέν τό ξέρει. Τό βλέπομε στή ζωή τῶν Ἁγίων, πού αὐτά τά δυό εἶναι τά γνωρίσματά τους· ἡ ἐργασία καί ἡ ὑπακοή. Τό βλέπομε στό παράδειγμα τῶν πρώτων, πού καλεῖ ὁ  Ἰησοῦς Χριστός γιά νά τούς κάμη Ἀποστόλους· ἐργάζονταν κι ὅταν τούς κάλεσε ὑπήκουσαν. Θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ τίμια ἐργασία, θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι καί ἡ ὑπακοή. Ἀμήν.




[1] Α' Κορ. 1,27...30.

[2] Ἰω. 5, 17.

[3] Β' Θεσ. 3, 10.

[4] Ἰω. 1,37.

[5] Πράξ. 1, 3.

[6] Ἀποκ. 1,4.4, 1. 11, 17. 16,5.