Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Κυριακή Β´ Νηστειῶν (Παραλυτικοῦ)




Κυριακὴ Β´ Νηστειῶν

π. Χρήστου Ζαχαράκη



Οἱ Εὐαγγελικὲς περικοπὲς τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, καὶ γενικότερα τοῦ Τριωδίου, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἔχουν μιὰ πνευματικὴ συνοχή· εἶναι τὸ χέρι τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ βῆμα-βῆμα μᾶς ὁδηγεῖ στὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας, ἕνα δρόμο ποὺ περισσότερο ἀπ᾽ ὅλα τὸν δυσκολεύει ἡ παραλυσία μας. Τὸ «ἔρχου καὶ ἴδε» εἶναι ἡ κλήση, εἶναι ἡ προσωπική συνάντηση μὲ τὸ Χριστό, ποὺ ἄν γίνει, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ δοξάζεις τὸ Θεό καὶ νὰ ἀναφωνεῖς ὅτι «οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν». Ἡ ὀρθὴ καὶ σωστὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ πληρώνεται μέσα στὴ σύναξη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ σημαίνει πὼς ἡ σωτηρία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀτομικό γεγονός. Ἡ σωτηρία ἐπιτυγχάνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία, μὲ τὸν δικό μας πνευματικό ἀγώνα καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ θεραπεύει τὰ ἀσθενῆ. Κι εἶναι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πάλι ποὺ, ἀναπληρώνοντας τὰ ἐλλείποντα, ὅταν ὁ ὄχλος ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ ἡ δική μας παραλυσία ἀπὸ τὴν ἄλλη μᾶς ἐμποδίζουν νὰ πλησιάσουμε τὸ Χριστὸ, θὰ  στείλει ἐκείνους ποὺ θὰ ἀποστεγάσουν καὶ τὸ σπίτι ἀκόμα γιὰ νὰ συναντήσουμε τὸ Χριστό.
Ὁ ὄχλος πάντα μᾶς ἀποπροσανατολίζει καὶ μᾶς ἐμποδίζει νὰ πλησιάσουμε τὴν ἀλήθεια, γιατὶ, ἄν καὶ πλῆθος, ὁ καθένας μένει μόνος του, δὲν ἔχει καταφέρει νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, νὰ συναντήσει τὸν ἄλλο, εἶναι ὀπαδοί. Ὅμως καὶ ἡ δική μας πνευματικὴ παραλυσία, στὴν ὁποία μᾶς ὁδηγοῦν τὰ πάθη, μᾶς κρατᾶ καθηλωμένους γιὰ χρόνια, ἀφήνοντάς μας στὸν πόνο τῆς ἁμαρτίας. Πάθη εἶναι ὅλα ἐκεῖνα ποὺ κλείνουν τὴ ζωὴ στὸν ἑαυτό μας, ποὺ δὲν τὴν ἀφήνουν ἐλεύθερη· ἀγάπη ποὺ φυλακίζεται εἶναι θάνατος.
Πάρα πολὺ χαρακτηριστικό στὴ διήγηση τῆς θεραπείας τοῦ παραλυτικοῦ εἶναι τὸ ὅτι ἐνῶ στὶς ἄλλες διηγήσεις θαυμάτων ὁ Χριστὸς ζητᾶ τὴν πίστη τῶν ἀσθενῶν, στὴ συγκεκριμένη διήγηση «ἰδὼν τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Ἐδῶ δὲν παρακίνησε τὸν Ἰησοῦ στὸ θαῦμα μονάχα ἡ πίστη τοῦ παραλυτικοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ πίστη ἐκείνων ποὺ τὸν ἔφεραν κοντά του. Μᾶς ἐπιβεβαιώνει ἔτσι ἐκεῖνο ποὺ σὲ ἄλλη περίσταση εἶχε πεῖ, ὅτι «οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν». Ὅμως ἐδῶ μιλᾶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ἀφοῦ ἔχουμε τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, -τὴν ἀγάπη τοῦ Πατρός, τὴ χάρη τοῦ Κυρίου καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος-,  τὴν παρουσία τοῦ  λαοῦ   στὸ πρόσωπο τοῦ παραλυτικοῦ καὶ τοῦ ὄχλου, καὶ τῶν λειτουργῶν της στὸ πρόσωπο τῶν τεσσάρων, ποὺ μετέφεραν καὶ ὁδήγησαν τὸν παραλυτικὸ στὸ Χριστό. Οἱ λειτουργοί, ὡς διάκονοι τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, θὰ πρέπει νὰ ἔχουν τέτοια πίστη ὥστε, σηκώνοντας τὰ βάρη τῶν ἀνθρώπων καὶ  παρακάμπτοντας τὸν ὄχλο, νὰ ἀποστεγάζουν ὅ,τι κρύβει τὴν Ἀλήθεια.
Πάντα ὁ Χριστὸς συνδέει τὴ θεραπεία μὲ τὴν συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν, γιατὶ ἡ θεραπεία εἶναι ταυτόχρονα καὶ σωτηρία. Γι αὐτὸ τὸ «ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ παγε εἰς τὸν οἶκόν σου», εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ «στις θέλει πίσω μου λθεν, παρνησάσθω αυτόν καί ράτω τόν σταυρόν ατο καί κολουθήτω μοι». Τὸ κρεβάτι, ὅπου καθηλώνουμε τὸν ἑαυτό μας εἶναι καὶ ὁ σταυρός μας· αὐτὸν τὸν σταυρό ἄς σηκώσουμε… εἶναι ὁ πιὸ βαρύς!