Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Κυριακή ΙΒ´Λουκᾶ

Τῶν δέκα Λεπρῶν
π. Χρήστου Ζαχαράκη

Κάθε θαῦμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχει καὶ κάτι τὸ ξεχωριστό. Εἴτε ἀπὸ τὸ Θεό, εἴτε ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Στὴ διήγηση τῆς θεραπείας τῶν δέκα λεπρῶν στεκόμαστε  συνήθως στὴν ἀχαριστία τῶν ἐννέα θεραπευμένων ἤ στὴν εὐγνωμοσύνη τοῦ ἑνός. Ὅμως τὸ νόημά της, πέρα ἀπὸ τὸ προφανές καὶ αὐτονόητο, εἶναι πιὸ οὐσιαστικό. Μᾶς τὸ ἐπιβεβαιώνει ἡ τελευταία φράση τοῦ Κυρίου στὸν πρώην λεπρό· «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Μιλάει γιὰ σωτηρία, δὲν μιλάει γιὰ θεραπεία. 
Ἡ ὅλη διήγηση μᾶς παραπέμπει στὸ σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας. Ὁ Θεὸς ἀκούγοντας τὴν κραυγὴ τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ προσφέρει τὸ ἔλεός του. Κατεβαίνει ὁ ἴδιος στὴ γῆ, γίνεται ἄνθρωπος. Ἡ ἀγάπη σὲ βγάζει πάντα ἔξω ἀπὸ τὰ ὅριά σου, διαφορετικά δὲν εἶναι ἀγάπη. Ξανάφερε στὸν ἄνθρωπο ὅ,τι εἶχε ἀπαρνηθεῖ, τὸ κατ᾽εἰκόνα· τοῦ τὸ ξανάδωσε καθαρό, ἀπαλλαγμένο ἀπ᾽τὴ φθορά καὶ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου, τοῦ ἄνοιξε τὸ δρόμο... Εἶναι ἡ θεραπεία. «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν». Ἡ θεραπεία εἶναι γιὰ ὅλους ἀνεξαιρέτως.
Ὅμως ἡ θεραπεία δὲν εἶναι πάντα καὶ ἡ σωτηρία. Ἡ θεραπεία ἀφορᾶ στὸ ἐφήμερο, ἡ σωτηρία στὸ αἰώνιο. Ἡ θεραπεία εἶναι ὁ δρόμος· ἡ σωτηρία τὸ τέρμα. Οἱ περισσότεροι θεωροῦν τὴν θεραπεία τὸ τέρμα. Ὁ Χριστὸς εἶπε: «οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ' ἵνα σώσω τὸν κόσμον»(Ἰω. 12, 47). Ὅσοι μένουν στὴ θεραπεία ἀσχολοῦνται μὲ τὴν κρίση, ὅσοι ἐπιζητοῦν τὴ σωτηρία δοξάζουν τὸ Θεό. Ἐξάλλου ἡ θεραπεία δὲν εἶναι ἔργο δικό μας, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ. Μᾶς τὴν πρόσφερε ὁ Κύριος ἅπαξ διὰ παντὸς μὲ τὸ Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασή του. Ἡ σωτηρία ὅμως, πέρα ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ,  θέλει καὶ τὴ δική μας συγκατάθεση. Σωτηρία εἶναι ἡ ταύτηση τῆς θέλησής μας μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Σωτηρία δὲν εἶναι νὰ ξανακλείσουμε τὸν ἑαυτό μας, ὀρθώνοντας γύρω μας ἕνα τεῖχος ἠθικῶν ἀρχῶν, ὅρων καὶ ὀρίων, ἀλλὰ ὑπερβαίνοντάς τα, νὰ μποροῦμε νὰ χαροῦμε τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, ὅπως μᾶς τὴν παρέδωσε ὁ Θεός. Γι᾽ αὐτὸ ἐκεῖνος ποὺ σώθηκε ἦταν ὁ «ἀλλογενὴς» Σαμαρείτης, γιατὶ δὲν εἶχαν σηκωθεῖ «μεγάλα καὶ ὑψηλὰ γύρω του τὰ τείχη» τῆς ἠθικῆς αὐτάρκειας. Μποροῦσε ἐλεύθερα νὰ ἐκφράζει τὴ χαρά του γιὰ ὅ,τι τοῦ ᾽δωσε ὁ Κύριος, νὰ τὸ ζεῖ πραγματικὰ  καὶ νὰ δοξάζει τὸ Θεό.

Σωτηρία εἶναι καὶ τὸ νὰ μπορεῖς  νὰ κρατήσεις ὁλόκληρο κι ἀνόθευτο αὐτὸ ποὺ σοῦ ᾽δωσε ὁ Θεός. Στὸ τέλος ὁ Χριστὸς ἀπέλυσε τὸν Σαμαρείτη μὲ μιὰ εὐχή: «ἀναστὰς πορεύου, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε», δηλαδή «σήκω και συνέχισε τὴν πορεία σου μὲ τὴν ἴδια πίστη ποὺ σ᾽ ἔσωσε».  Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι ἐφησυχασμός, ἀλλὰ μία διαρκὴς πορεία· φτάνει μονάχα νὰ τὴ διαβαίνεις μὲ ἀγάπη...

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Κυριακή μετά τα Φῶτα

          π. Χρήστου Ζαχαράκη

Τὴν Κυριακὴ πρὶν τὰ Φῶτα τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς μίλησε γιὰ τὴ μετάνοια ὡς ἔργο τοῦ Προφήτη· σήμερα, Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα,   μᾶς ἀποκαλύπτει πὼς ἡ μετάνοια εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ φανερώνει τὸ πόσο μεγάλο καὶ  σημαντικὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας εἶναι τὸ θέμα τῆς μετάνοιας, ἐνῶ παράλληλα δείχνει καὶ τὸ πόσο ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ μετάνοια, - οὐσιαστικὰ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεό -,  ὅταν τὴν ἀντιμετωπίζουμε εἴτε ψυχολογικὰ ὡς μεταμέλεια, εἴτε νομικίστικα ὡς ἄφεση. Ἡ ἄμεση σύνδεσή της μὲ τὴ Βάπτιση τοῦ Κυρίου φωτίζει «τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου», εἶναι ἀκριβῶς τὸ θεῖο ἐκεῖνο φῶς ποὺ ἀνατέλει μέσα στὴ σκοτεινὴ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐπιστρέφει στὸ Θεό. Ἡ ἐπιστροφὴ εἶναι ποὺ φέρνει τὴ μετάνοια, ἄν δὲν λάμψει τὸ φῶς μέσα σου δὲν μετανοιώνεις ποτὲ, παρὰ μόνο προσθέτεις στὴν ψυχή σου καὶ τὸ βάρος τῶν θλίψεων καὶ τῶν ἐνοχῶν. Μονάχα ὅταν πλησιάσεις τὸ φῶς μπορεῖς νὰ δεῖς καθαρά, μόνον τότε διαλύονται τὰ σκοτάδια μέσα σου καὶ γνωρίζεις τὸν ἑαυτό σου.
Ἡ σύνδεση   τῆς μετάνοιας μὲ τὴ Βάπτιση τοῦ Κυρίου καὶ πολὺ περισσότερο ἡ ἴδια ἡ Βάπτισή Του, μᾶς ἀποκαλύπτουν τὴν πραγματικὴ φύση καὶ τὸ νόημα τῆς μετάνοιας. Ἡ Βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δὲν ἦταν συμβολική, ἀλλὰ πραγματική! «οτω γρ πρέπον στν μν πληρσαι πσαν δικαιοσύνην». (Μθ. 3. ..) Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Βαπτίσματος τοῦ Χριστοῦ. Μετάνοια λοιπὸν εἶναι νὰ ζεῖς τὴ ζωὴ τῆς Βαπτίσεως· πρῶτα ὡς ἀποταγὴ τοῦ Σατανᾶ, τῶν ἔργων του, τῆς λατρείας καὶ τῶν ἀγγέλων του κι ἔπειτα ὡς  σύνταξη μὲ τὸ Χριστό! Ἡ κολυμβήθρα, ἡ Ἐκκλησία, εἶναι ὁ τάφος τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου, μὰ ταυτόχρονα καὶ ἡ Ἀνάσταση τῆς ζωῆς. Ἡ μετάνοια εἶναι τὸ λευκὸ ἔνδυμα τῆς βαπτίσεως, εἶναι ὅ,τι βάζει ὁ ἄνθρωπος στὸ μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας.

Μετάνοια εἶναι  ν᾽ ἀφήσεις  τὴ χώρα καὶ τὴ σκιὰ τοῦ θανάτου καὶ νὰ ἐπιλέξεις νὰ ζεῖς στὸ φῶς, ποὺ μᾶς φανερώθηκε. Ὁσο πλησιάζεις τὸ φῶς, τόσο διαλύονται τὰ σκοτάδια μέσα σου Μαζὶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση ἁγιάζεται ὁλόκληρη  ἡ κτίση, ἡ ὁποία τρομάζει μὲ τὴ θέα καὶ τὸ «ἄγγιγμα» τοῦ Θεοῦ· «ἡ θάλασσα εἶδε καὶ ἔφυγεν, ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὁπίσω· τὰ ὄρη ἐσκίρτησαν».

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

Ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα...

Ἡ παραβολή τοῦ Δείπνου
   π. Χρήστου Ζαχαράκη

Ἕνα μεγάλο δεῖπνο ἔχει ἑτοιμαστεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ, ἡ τράπεζα τῆς Εὐχαριστίας, στὴν ὁποία καλεῖ ὁ Θεός τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ παραβολὴ τοῦ μεγάλου δείπνου εἶναι ἴσως ἡ πλέον ἀποκαλυπτικὴ παραβολὴ τοῦ Κυρίου! Πρῶτα-πρῶτα μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν κλήση μας,  ποὺ εἶναι ἡ μετοχή μας στὸ Δεῖπνο τῆς Εὐχαριστίας. Ὅλοι, ποὺ δέχονται τὸ κάλεσμα τοῦ Θεοῦ καὶ μετέχουν στὴν Τράπεζα τοῦ Κυρίου, γίνονται «σύσσωμοι καὶ σύναιμοι» τοῦ Χριστοῦ, ἐνώνονται στὴ Χάρη Του, δέχονται τὴ χαρὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Κι εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ μιὰ ἁπλὴ κοινωνία καλεσμένων τὴ μεταβάλει σὲ Θεία, γιατὶ αὐτὸ ποὺ προσφέρεται στὸ Δεῖπνο εἶναι ἡ Ζωή.
Ἔπειτα ἡ παραβολὴ ἀποκαλύπτει καὶ τὴν πνευματική μας γύμνια, τὴν ἀδυναμία μας νὰ συμ-μετάσχουμε στὸ Δεῖπνο. Οἱ προφάσεις ποὺ προβάλουν οἱ καλεσμένοι, πέρα ἀπὸ τὴν προσκόληση στὶς γήινες ἐπιθυμίες καὶ ἠδονές, φανερώνουν τὴν οὐσιαστικὴ ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἁμαρτία, καὶ τὴν ἄρνησή του νὰ τὴν ἀπεκδυθεῖ. Στὴ διήγηση τῆς ἴδιας παραβολῆς ἀπὸ τὸν Ματθαῖο, γιὰ τὴ μετοχὴ τῶν καλεσμένων στὸ γαμήλιο δεῖπνο ἀπαραίτητο εἶναι τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου, ποὺ κι αὐτὸ ἀκόμα εἶναι προσφορὰ τοῦ οἰκοδεσπότη. Αὐτὴ ἡ λεπτομέρεια, γνωστή στὸν ἰουδαϊκό κόσμο,   δὲν ἀναφέρεται στὶς εὐαγγελικές διηγήσεις, ἑρμηνεύει ὅμως τὴ φαινομενική «σκληρότητα» στὴν ἀντιμετώπιση τοῦ μὴ ἐνδεδυμένου μὲ τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν βασιλιά: «δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἐκβάλετε αὐτὸν εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον».
 Ἐκεῖνο ποὺ στὴν ἄλλη διήγηση ὀνομάζεται ἔνδυμα, στὴ σημερινὴ ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὴν περιουσία, «ἀγρὸν ἠγόρασα», ἀπὸ τὴν ἐργασία «ζεύγη βοῶν», καὶ τὴν οἰκογένεια «γυναῖκα ἔγημα». Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ ἄνθρωπος σ᾽ὁλόκληρο τὸ βίο του ἀγωνίζεται γι᾽ αὐτά. Ὅμως τὸ λάθος κι ἡ ἁμαρτία του εἶναι πὼς ἐκεῖνα ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ δίνει σὰν μέσα νὰ βαδίζει πρὸς τὴ ζωή, αὐτὸς τὰ κάνει σκοπό, μὲ ἀποτέλεσμα, ἄν καὶ πασχίζει, νὰ μὴν τὴν ἀγγίζει ποτέ.  Ἀποκλείει ἔτσι ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ εὐχαριστιακὸ δεῖπνο. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ οἰκοδεσπότης λέγει τὸ «οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου», ὅταν πλέον ἀρνηθοῦν οἱ προσκαλεσμένοι.

Ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει ὅρια· «ἔτι τόπος ἐστί». Ὁ Θεὸς θέλει τὸν ἄνθρωπο ἔτσι ὅπως εἶναι, μὲ τὴν ἁμαρτία του· «ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ῥύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε». Ὁ Θεὸς τὸ μόνο ποὺ ζητᾶ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο εἶναι νὰ τιμήσει τὴν πρόσκλησή Του· ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἀποδέχεται εἶναι κι ὁ ἐκλεκτός!

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

Περὶ πλούτου...

Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ*


...Ἐσύ εἶσαι πλούσιος. Καί δέν ξέρω πού τά βρῆκες καί πῶς τά μάζεψες ὅσα ἔχεις. Καί συμβαίνει νά ὁμιλῆς καί σύ γιά φυσικούς νόμους. Καί πιστεύεις λοιπόν πώς αὐτὴ εἶναι ἡ φυσική τάξη· ἄλλοι νά εἶναι πλούσιοι κι ἄλλοι φτωχοί· ἄλλοι νά εἶναι χορτάτοι κι ἄλλοι πεινασμένοι. Δέν σέ ἀδικῶ· αὐτή εἶναι ἡ πίστη σου κι ἔτσι σκέφτεσαι. Κι ὄχι μόνο ἔτσι σκέφτεσαι, ἀλλά καί κάνεις ὅ,τι μπορεῖς γιά νά διαιωνίζει μιά τέτοια τάξη στόν κόσμο. Μαζεύεις ὅσα μπορεῖς καί μ’ ὅποιον τρόπο μπορεῖς κι ἐλπίζεις στήν ἀδηλότητα τοῦ πλούτου σου. Γιά νά σκεφθῆς ἀλλιώτικα, ὅπως δηλαδή λέγει τό Εὐαγγέλιο, πρέπει νά ξεπεράσης στό λογισμό σου τά ὅρια τῶν λεγόμενων φυσικῶν νόμων. Ὅταν θά δεχθῆς καί θά καταλάβης ὅτι ὄχι ἡ τυφλή φυσική ἀνάγκη, ἀλλά φωτισμένος νοῦς καί ἐλεύθερη συνείδηση διέπει τήν κίνηση τοῦ κόσμου καί τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, τότε θά δῆς ἀλλιώτικα τὰ πράγματα. Τότε θά δῆς πώς ἡ χορτασιά ἡ δική σου καί ἡ πείνα τοῦ φτωχοῦ δέν εἶναι τό σωστό καί τό δίκαιο. Τότε θά δῆς πώς ὅ,τι δίνει ἡ γῆ δέν εἶναι μόνο γιά σένα, μά γιά ὅλους πού ζοῦνε ἐπάνω στή γῆ. Μόνο μιά πίστη ὀρθή μᾶς ἀνοίγει τά μάτια, γιά νά δοῦμε σωστά τόν κόσμο καί τή ζωή. Γιατί τώρα, χωρίς νά πιστεύωμε στούς πνευματικούς λόγους τοῦ κόσμου καί τῆς ζωῆς, ὁμιλοῦμε γιά ἐλευθερία καί δικαιοσύνη καί εἰρήνη καί γιά ὅλα ὅσα ἀποτελοῦν ἀκοίμητους πόθους τοῦ ἀνθρώπου καί τῶν λαῶν. Καί ποῦ θά τά στηρίξουμε ὅλ’ αὐτά, καί πῶς θά τά ἐξασφαλίσουμε στόν κόσμο; Ἡ δικαιοσύνη καί ἡ ἐλευθερία καί ἡ εἰρήνη εἶναι γεννήματα, πού τά σπέρματά τους τά γονιμοποιοῦν μέσα μας ὄχι οἱ φυσικοί λεγόμενοι νόμοι, ἀλλά οἱ ἀναλλοίωτοι πνευματικοί λόγοι, ὁ Θεός δηλαδή καί ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλά οἱ ἄνθρωποι ἔφτασαν καί δέν πιστεύουν πιά στό Θεό. Καί παλεύουν γιά πράγματα, πού μόνο ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ τούς τά ἔμαθε. Ἐκράτησαν τά πράγματα καί ἀρνιοῦνται τό Θεό. Καί δέν εἶναι κἄν πράγματα, γιά τά ὁποῖα λένε πώς ἀγωνίζονται οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι. Εἶναι μόνο λέξεις· λέξεις χωρίς περιεχόμενο, πού τίς ἐπαναλαμβάνουν ὅλοι κι ὁ καθένας τίς ἐννοεῖ μέ δικό του τρόπο. Τό ἴδιο, καθώς ἕνας - ἕνας σκέφτονται οἱ ἄνθρωποι, σκέφτονται καί οἱ λαοί, κι ὁ κόσμος ἔχει φτάσει σέ τέτοιο σημεῖο ἀσυνεννοησίας, σάν τότε στόν πύργο τῆς Βαβέλ. Ὅλοι φοβοῦνται μιά γενική καταστροφή τῆς γῆς, κι ὅλοι γιά νά τήν ἀποτρέψουν χρησιμοποιοῦν τήν ὑλική δύναμη τοῦ πλούτου. Δουλεύουν οἱ ἄνθρωποι, παράγει ἡ γῆ, κι ὅλα ξοδεύονται γιά πολεμικούς ἐξοπλισμούς. Ἐν τῷ μεταξύ τὰ δύο τρίτα τῶν κατοίκων τῆς γῆς πεινοῦν καί πολλές χιλιάδες ἀνθρώπων πεθαίνουν μέσα στή στέρηση καί τήν ἐξαθλίωση. Τί κάνει λοιπόν ὁ πλοῦτος, καί πώς δέν ἔγινε καλύτερη ἡ ζωή τῶν ἀνθρώπων μέ τόσα ἀγαθά, πού δέν ὑπῆρχαν ποτέ, ἀλλά καί ποτέ δέν ἦσαν τόσο ἄδικα μοιρασμένα; Ἀλλά ὁ ὑλικός πλοῦτος ὄχι μόνο δέν κάνει καλύτερη τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί τήν χειροτερεύει. Ἀντιστρέφονται οἱ ὅροι, κι ἐνῶ εἶναι ὁ πλοῦτος γιά τόν ἄνθρωπο, γίνεται ὁ ἄνθρωπος γιά τόν πλοῦτο. Ὑποδουλώνεται ὁ κύριος στόν ὑπηρέτη. Ὁ Θεός εὐλογεῖ, ἀνατέλλει τόν ἥλιο καί βρέχει «ἐπί δικαίους καί ἄδικους[1]». Καί ἡ γῆ γεννάει γιά νά τρέφωνται καί νά ἀπολαύουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Κι ὅμως, γιά τήν πνευματική ἀναπηρία τῶν ἀνθρώπων καί γιά τήν ἠθική τους ἀνικανότητα, ὁ πλοῦτος γίνεται ἐμπόδιο γιά νά ζήσουν καλύτερα καί κινδυνεύουν ἐξαιτίας του νά χαθοῦν. Γιατί, ἄν τά ἀγαθά τῆς γῆς εἶναι γιά τόν ἄνθρωπο, τότε θά πρέπει νά τά δοῦμε καί νά τά διαχειριστοῦμε σέ σχέση μέ τόν ἄνθρωπο, κι ὄχι μόνο μέ βάση κάποιους νόμους καί κανόνες τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης. Ὁπωσδήποτε μᾶς χρειάζεται νά ξέρωμε τόν ἄνθρωπο, νά τόν ἀγαπήσουμε, νά τόν τιμήσουμε καί νά τόν σεβαστοῦμε. Μά ὅλ’ αὐτὰ εἶν’ ἔξω ἀπό τούς σκοπούς τῶν πολιτικῶν καί οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν. Αὐτές βλέπουν τόν ἄνθρωπο σάν οἰκονομική μονάδα καί σάν μέσο, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι σκοπός στή ζωή καί πρόσωπο στόν κόσμο.


[1] . Μθ. 5, 45-46.

* Ἀπόσπασμα κηρύγματος στὴν ΙΓ´Λουκᾶ.
     Πηγή: http://inagdimkoz.gr

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Κυριακή τοῦ Παραλύτου

«Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω...»
π. Χρήστου Ζαχαράκη

Στὸ δοξαστικὸ τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς τοῦ Θωμᾶ, ὁ ὑμνογράφος σὲ μιὰ καταπληκτικὴ καὶ μοναδική, νομίζω, εἰκόνα,  παρουσιάζει τὸν Θωμᾶ νὰ θέλει νὰ δεῖ τὴν πληγή τοῦ Κυρίου, μὲ τὴν ὁποία «ἰάθη τὸ μέγα τραῦμα, ὁ ἄνθρωπος». Τὸ «μέγα τραῦμα», ἡ μεγάλη πληγή, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος! Μεταφερόμαστε δυὸ Κυριακὲς ἀργότερα, στὴ διήγηση τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Κυριακῆς τοῦ Παραλύτου· ἕνας ἄνθρωπος βασανιζόταν μέσα στὴν ἀρρώστια του, ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι του, γιὰ  τριανταοχτώ ὁλόκληρα χρόνια.
Κρεβάτι μπορεῖ νὰ εἶναι πράγματι μιὰ σωματικὴ ἀσθένεια, ποὺ μᾶς ταλαιπωρεῖ χρόνια ὁλόκληρα. Ὅμως ἡ σωματικὴ ἀσθένεια, ὅταν τὴ σηκώνει κανεὶς μὲ καρτερία καὶ ὑπομονή, ὄχι μόνο δὲν ἀποκλείει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ τὴν ἐνδυναμώνει, μεταβάλλοντας τὸ μαρτύριο τοῦ πόνου σὲ μαρτυρία «τοῦ πλήθους τῶν οἰκτιρμῶν» τοῦ Κυρίου. Κρεβάτι πάλι μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ,τιδήποτε μᾶς κρατάει δέσμιους, ὁ,τιδήποτε γίνεται ἡ ἁμαρτία μας, τὴν ὁποία δὲν θέλουμε ν᾽ ἀποχωριστοῦμε, ὡς ἄλλοθι τῆς πνευματικῆς μας παραλυσίας.   Κρεβάτι μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ἡ βόλεψή μας, τὴν ὁποία ἀνάλογα μὲ τὶς περιστάσεις μποροῦμε νὰ τὴν ἀλλάζουμε, ἀρκεῖ νὰ μὴν τὴν χάσουμε.
Ἡ πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ στὴ θεραπεία, ἀποτελεῖ ταυτόχρονα καὶ πρόκληση ποὺ ἀπογυμνώνει τὸν παράλυτο, ὁ ὁποῖος ὁμολογεῖ: «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν».  Ἡ ἀπάντηση τοῦ Παραλύτου ἀποτυπώνει μὲ τὸν ἀκριβέστερο τρόπο τὴ φύση τῆς ἁμαρτίας· ἁμαρτία εἶναι νὰ μένεις μόνος, νὰ μὴν κοινωνεῖς μὲ κανένα, νὰ μὴν ἀγαπᾶς, ἁμαρτία εἶναι ἡ πνευματικὴ καὶ ψυχικὴ ἀκινησία. «Ἄταφο νεκρό» χαρακτηρίζει ὁ ὑμνογράφος τὸν παράλυτο, ὄχι βέβαια ἐξαιτίας τῆς σωματικῆς του ἀσθένειας, ἀλλὰ λόγω τῆς ἀδυναμίας του νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του καὶ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ περιμένει τὸ θαῦμα χωρὶς ν᾽ ἀγαπᾶ. Ὅμως τὸ θαῦμα δὲν εἶναι ἡ μαγικὴ λύση, τὸ θαῦμα εἶναι πάντα τὸ ξεχείλισμα τῆς ἀγάπης, ποὺ ἀνασταίνει τὴ ζωή. Ὁ ὑμνογράφος καὶ πάλι μᾶς δίνει τὴν ἑρμηνεία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ θαῦμα, ἀποκλείοντας κάθε ὑποψία μαγείας: «Κύριε, τὸν Παράλυτον οὐχ ἡ κολυμβήθρα ἐθεράπευσεν, ἀλλ᾽ ὁ σὸς λόγος ἀνεκαίνισε…». Ἐκεῖνος ποὺ μᾶς βάζει στὴν κολυμβήθρα εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ὁ ἄγγελος ὑπάρχει πάντοτε, γιὰ νὰ ἀνανεώνει τὴν κλήση τῆς σωτηρίας μας, ἀλλὰ ἡ σωτηρία δὲν ἔρχεται, γιατί περιμένουμε νὰ μᾶς σώσει κάποιος ἄλλος… Ὁ Ἄλλος ὅμως ἔχει ἔρθει: «Διὰ σὲ ἄνθρωπος γέγονα, διὰ σὲ σάρκα περιβέβλημαι, καὶ λέγεις ἄνθρωπον οὐκ ἔχω;»
  Μπορεῖ νὰ εἴμαστε μέλη τῆς Ἐκκλησίας γιὰ χρόνια ὁλόκληρα, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ νὰ μὴν ἔχουμε γνωρίσει τὸ Χριστὸ, ὁ λόγος του νὰ μὴν μᾶς ἄγγιξε ποτέ. Ἡ πίστη μας ὅταν δὲν εἶναι μεταστροφή καὶ μετά-νοια δὲν ἀρκεῖ, δὲν ἀρκεῖ τὸ νὰ εἴμαστε «καλοί χριστιανοί». Ἡ τυπική τήρηση τῶν κανόνων γίνεται τὸ κρεβάτι, ποὺ μᾶς ἀναπαύει, μὰ καὶ ποὺ μᾶς πονάει … Ὁ Παράλυτος σώθηκε μόνον ὅταν γνώρισε τὸ Χριστό! Κι ὅταν γνωρίζεις τὸ Χριστὸ δὲν μπορεῖς νὰ λές: «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω...». Ὅταν γνωρίσεις τὸ Χριστὸ βγαίνεις ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, ἀγαπᾶς, σώζεσαι, γιατί «πάντα σοι δυνατά, πάντα ὑπακούει, πάντα ὑποτέτακται…». Ὅταν γνωρίσεις τὸ Χριστὸ, ἀγαπᾶς ὅ,τι ἀγαπάει κι ὁ Χριστός, θυσιάζεσαι, πονᾶς, σταυρώνεσαι κι ἀνασταίνεσαι… Ὅμως ἡ ἀνάσταση δὲν εἶναι δικό μας κατόρθωμα, εἶναι τοῦ Χριστοῦ… Δικό μας εἶναι, -ἄν τὸν σηκώνουμε-  μονάχα ὁ σταυρός…
Ὁ Χριστὸς ἦλθε σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ μίλησε σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο· σ᾽ αὐτὸν καὶ γιὰ αὐτὸν μᾶς ἄφησε τὴν Ἐκκλησία. Ἀλλὰ αἰχμαλωτισμένοι στὴν ἠθική μας αὐτάρκεια, δὲν ἀκοῦμε τὴν κραυγὴ τοῦ κόσμου. Αἰχμαλωτισμένοι ἀπὸ τὴν εὐσέβειά μας, καταφρονοῦμε αὐτὸν τὸν κόσμο, τοῦ ξεφεύγουμε μὲ τὴ δῆθεν πνευματικότητά μας καὶ ὑποκριτικὰ οἰκτίρουμε αὐτοὺς ποὺ δὲν ζοῦν τὸ ἴδιο σωστὰ μὲ μᾶς. Στὴν πραγματικότητα ὅμως παραμένουμε καθηλωμένοι πάνω στὸ κρεββάτι τῆς πνευματικῆς παράλυσης, ζώντας αὐτάρεσκα στὴ θέα τῶν λιμναζόντων ὑδάτων τῆς κολυμβήθρας. Κι ἄν τύχει κι ἔλθει ὁ ἄγγελος καὶ ταράξει τὰ νερά, δὲν θεωροῦμε ὅτι τὰ ταράζει γιὰ μᾶς, ἀλλὰ γιὰ κάποιον ταλαίπωρο ἁμαρτωλό, ποὺ σώζεται-δὲν σώζεται.

Προτιμοῦμε νὰ νιώθουμε ἀσφαλεῖς μέσα στὴ θρησκευτικότητά μας, κι ἄν τύχει καὶ βρεθεῖ κάποιος στὸ διάβα μας, καὶ ταράξει τὴν ἡσυχία μας, τὸν θεωροῦμε ἐπικίνδυνο, τὸν φοβόμαστε, γιατὶ στὴν πραγματικότητα προτιμοῦμε τὴν ἀκινησία, γιατὶ ἡ ὑπέρβαση μᾶς τρομάζει. Ὅμως ἡ σωτηρία εἶναι πάντα ὑπέρβαση· ἡ ἐλευθερία ὑπερβαίνει τὴ δουλεία, ἡ μετάνοια ὑπερβαίνει τὸν ἐγωϊσμό, ἡ συγχώρεση τὴν ἁμαρτία καὶ ἡ ἀνάσταση τὸ θάνατο, γιατὶ Χριστὸς Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας