Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ΛΟΥΚΑ

'Επισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Κυριακὴ Ι´ Λουκᾶ (Λουκᾶς, 13,10-17)
4 Δεκεμβρίου 1983

Χωρὶς ἄλλο πρόλογο καὶ εἰσαγωγή, ἄς ἀκούσωμε σὲ νεοελληνικὴ δημοτικὴ γλώσσα τὸ Εὔαγγελιο, ποὺ θὰ διαβαστῆ αὔριο στὴ θεία Λειτουργία.
«Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ δίδασκε ὁ Ἰησοῦς σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς συναγωγὲς καὶ ἦταν ἡμέρα Σάββατο. Κι ἦταν ἐκεῖ μιὰ γυναίκα, ποὺ ἡ ἀρρώστια τὴν βασάνιζε δεκαοχτὼ χρόνια· ἦταν σκυφτὴ καὶ δὲν μποροῦσε καθόλου νὰ σηκώση τὸ κορμί της. Ὅταν τὴν εἶδε, ὁ Ἰησοῦς τῆς μίλησε καὶ τῆς εἶπε· «Γυναίκα, εἶσαι λυτρωμένη ἀπὸ τὴν ἀρρώστια σου». Ἀκούμπησε ἐπάνω της τὰ χέρια του κι ἀμέσως ἐκείνη ἀνασηκώθηκε καὶ δόξασε τὸ Θεό. Τότε ἀμέσως πῆρε τὸ λόγο ὁ ἀρχισυνάγωγος καὶ μὲ ἀγανάκτηση, ἐπειδὴ ἦταν Σάββατο, ἔλεγε στὸ λαὸ «Ἕξη μέρες εἶναι, στὶς ὁποῖες πρέπει νὰ ἐργαζώμαστε· σ ’ αὐτὲς λοιπὸν νὰ ἔρχεσθε καὶ νὰ θεραπεύεσθε κι ὄχι τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου». Τότε τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Κύριος καὶ τοῦ εἶπε· «Ὑποκριτή! Ὁ καθένας ἀπὸ σᾶς τὸ Σάββατο δὲν λύνει τὸ βόδι του καὶ τὸ γάϊδαρο ἀπὸ τὸ παχνὶ καὶ πάει καὶ τὰ ποτίζει; Κι αὐτὴ ἐδῶ, κόρη τοῦ Ἀβραὰμ πού τὴν ἔδεσε ὁ σατανᾶς δεκαοχτὼ χρόνια, δὲν ἔπρεπε νὰ λυθῆ ἀπὸ τοῦτο τὸ δεσμὸ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου;». Κι ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς ἔλεγε αὐτά, καταντροπιάζονταν ὅλοι οἱ ἐχθροί του, κι ὅλος ὁ λαὸς ἔχαιρε γιὰ ὅλα τα ἔνδοξα ποὺ γίνονταν ἀπ᾽  αὐτόν».
Γιὰ δυὸ πράγματα ἐκεῖνο τὸ Σάββατο βρέθηκε ἡ συγκύπτουσα στὴ συναγωγή· γιὰ νὰ προσευχηθῆ καὶ γιὰ νὰ ἀκούση τὸ θεῖο λόγο. Γι’ αὐτὰ τὰ δύο πῆγε στὴ συναγωγή, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ βρῆ παρηγοριὰ στὴν ταλαιπωρία της. Καὶ δὲν πῆγε βέβαια γιὰ πρώτη φορά, μὰ σήμερα βρῆκε περισσότερο ἀπ᾽ ὅ,τι ἔλπιζε καὶ περίμενε λυτρώθηκε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, ποὺ τὴν βασάνιζε δεκαοχτὼ χρόνια. Δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα, καὶ χρειάζεται πολλὴ πίστη καὶ μεγάλη ἀντοχὴ νὰ σηκώνης δεκαοχτὼ χρόνια τὴν ἀρρώστια καὶ τὸν πόνο σου καὶ νὰ μὴ σοῦ λείπη ἡ ἐλπίδα πὼς κοντὰ στὸ Θεὸ θὰ βρῆς παρηγοριὰ καὶ ξεκούραση. Ὅ,τι καὶ νὰ ποῦμε ἐδῶ θὰ εἶναι λόγια χαμένα, γιατί στὸν καιρὸ μας οἱ ἄνθρωποι γενήκαμε ὅλοι τόσο ἀβάσταγοι, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβωμε τί πάει νὰ πῆ νὰ σηκώνης τὸ σταυρό σου καὶ νὰ ἀκολουθῆς τὸ Χριστό. Κι ὅσοι λέμε πὼς εἴμαστε χριστιανοὶ κάπως ἀλλιῶς ἐννοοῦμε καὶ θέλομε τὴν πίστη μας, τάχα πιὸ συγχρονισμένη καὶ κομμένη στὰ μέτρα τῶν κοινωνικῶν μας ἀντιλήψεων. Τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι βέβαια κοινωνικό, μὰ αὐτὸ ποὺ λέμε κοινωνία θέλει ἀνθρώπους μὲ ἐλεύθερη συνείδηση, καὶ τέτοιους ἀνθρώπους μόνο ὁ σταυρωμένος Χριστὸς κάνει ἀνθρώπους, ποὺ σταυρώνονται μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, γιὰ νὰ ἀναστηθοῦν μαζί του.
Ἐκεῖνο τὸ Σάββατο στὴ συναγωγὴ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶδε τὴ γυναίκα, μὲ τὸ κυρτωμένο σῶμα καὶ μὲ τὴν ψυχὴ τῆς μέσα της γονατιστή, καὶ τῆς εἶπε· «Γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου»· γυναίκα λυτρώθηκες ἀπὸ τὴν ἀρρώστια σου. Καὶ γιὰ νὰ τῆς δοθῆ μ’ ἕναν αἰσθητὸ τρόπο ἡ θεία δύναμη, ἀκούμπησ’ ἐπάνω της τὰ χέρια του. Ὁ θεῖος λόγος εἶναι συγχρόνως καὶ ἔργο, καὶ ἡ ἄρρωστη γυναίκα ἔγινε ἀμέσως καλά. Τὸ ἴδιο ὅπως καὶ στὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, ποὺ ὁ Θεὸς εἶπε· «Γενηθήτω φῶς» καὶ ἔγινε φῶς. Ἔτσι φανερώνεται καὶ ξεχύνεται ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Κανένα ἐμπόδιο δὲν μπορεῖ νὰ μπῆ ἀνάμεσα στὸ Θεό, ποὺ ζητάει τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ τὸν σώση καὶ στὸν ἄνθρωπο, ποὺ ζητάει τὸ Θεὸ γιὰ νὰ σωθῆ. Οὔτε τὸ Σάββατο. Γιατί παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα εἶναι ὁ ἄνθρωπος· παραπάνω κι ἀπὸ τὸ νόμο καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Ὁ νόμος καὶ οἱ ἐντολὲς καὶ τὸ Σάββατο δόθηκαν ὅλα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, καὶ μέσα στὸ νόμο καὶ τὶς ἐντολὲς ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἄραγε μποροῦμε νὰ ποῦμε τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τοὺς νόμους τῶν ἀνθρώπων κι ὅταν ἀκόμα οἱ νομοθέτες λένε πὼς ἐνδιαφέρονται γιὰ τὸν ἄνθρωπο; Ἀλλά, γιὰ νὰ ἐνδιαφερθῆς εἰλικρινὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, πρέπει νὰ ξέρης τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος· ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος, καὶ τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχή του. Συμβαίνει ὅμως στὸν καιρό μας νὰ εἴμαστε ὅλοι καλοὶ κοινωνιολόγοι καὶ πολὺ κακοὶ ἀνθρωπολόγοι. Μὰ ἡ λεγόμενη κοινωνία δὲν φτιάχνεται, ἂν πρῶτα δὲν φτιάξουμε ἀνθρώπους γιὰ νὰ συγκροτήσουμε κοινωνία, ποὺ αὐτὴ ἡ κοινωνία δὲν θὰ εἶναι ἀνώνυμο κοπάδι, ἀλλὰ ἠθικὸ σῶμα ἐλεύθερων προσώπων. Κάθε νομοθεσία, ποὺ ἀγνοεῖ τὸν ἄνθρωπο σὰν πρόσωπο, ποὺ δὲν θέλει νὰ ξέρει τί πραγματικὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, εἶναι νομοθεσία κακὴ καὶ ἀνελεύθερη.
Πολλὰ ἐμπόδια παρεμβάλλονται, γιὰ νὰ σταματήση κάθε καλό, ποὺ θὰ μπορούσανε νὰ κάνουν οἱ ἄνθρωποι, ἐκεῖνοι ποὺ δὲν θέλουν βέβαια νὰ καταργήσουν τὸ νόμο, ἀλλὰ νὰ τὸν ξεπεράσουν καὶ νὰ τὸν συμπληρώσουν θετικά. Γιατί ὁ νόμος, ὁ κάθε νόμος, εἶναι πάντα ἀρνητικὸς καὶ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ συμπλήρωση καὶ θετικὴ ἑρμηνεία. Αὐτὸ κάνει πάντα ὁ Ἰησοῦς Χριστός· δὲν καταργεῖ τὸ νόμο, ἀλλὰ τὸν συμπληρώνει καὶ τὸν ἑρμηνεύει γιὰ τὸ συμφέρον τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ὁ νόμος εἶναι πάντα γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Τὸ πρῶτο ἐμπόδιο δὲν εἶναι, καθὼς θὰ νόμιζε κανείς, ἡ στενὴ νομικίστικη ἀντίληψη, ἀλλὰ ἡ ὑποκρισία. Νὰ λὲς πὼς ἐνδιαφέρεσαι γιὰ τὸν νόμο, γιατί δὲν θέλεις νὰ εὐεργετήσης τὸν ἄνθρωπο. Νὰ παρασταίνης τὸ φρουρὸ τοῦ θείου νόμου, νὰ κόβεσαι γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νόμο, νὰ φωνάζης καὶ νὰ διαμαρτύρεσαι, γιατί σὲ πῆρε τάχα ὁ πόνος γιὰ τὴν τάξη καὶ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ τὴν εὐνομία τῆς Πολιτείας καὶ γιὰ τὴν κοινωνικὴ δικαιοσύνη. Γιατί βέβαια ἡ ὑποκρισία δὲν εἶναι μόνο θρησκευτικὴ κακία· ὄχι μόνο στὴν Ἐκκλησία, μὰ καὶ στὴν Πολιτεία ὑπάρχουν πάντα πολλοὶ ὑποκριτές. Αὐτοὶ ποτὲ τους δὲν δούλεψαν καὶ ποτὲ τους δὲν κουράστηκαν καὶ πάντα εἶναι πρῶτοι σὲ κάθε κατάσταση. Ποιὸς προσέχει τοὺς ἄλλους, ποὺ σταυρώνονται κάθε μέρα, ποὺ πεθαίνουν ἐπάνω στὸ χρέος τους, ποὺ τρῶνε τὸ ψωμί τους μὲ ἱδρώτα, ποὺ σκοτώνονται γιὰ τὴν πατρίδα τους, ποὺ θυσιάζονται γιὰ τὴν πίστη τους; Γιατί, ὅσο κι ἂν πληθαίνουν οἱ ὑποκριτές, πάντα ὑπάρχουν οἱ τίμιοι ἄνθρωποι, ἐκεῖνοι ποὺ κρατᾶνε τὰ μετερίζια τῆς ζωῆς, τὰ ἐκκλησιαστικά, καὶ τὰ πολιτικά, καὶ τὰ κοινωνικά.
Ὁ ἀρχισυνάγωγος ἐκείνη τὴν ἡμέρα στὴ συναγωγή, γιὰ χάρη τοῦ Σαββάτου, ἦταν ἕτοιμος ἂν μποροῦσε νὰ σφάξη καὶ τὸ Χριστὸ καὶ τὴ συγκύπτουσα. Ὅποιος δὲν τὸν ἤξερε θὰ τὸν πίστευε, μὰ ὁ Χριστὸς τὸν ξεσκέπασε καὶ τὸν ἀποστόμωσε. Τὸν εἶπε ὑποκριτή, ψεύτη δηλαδὴ καὶ θεατρῖνο, ποὺ ἄλλος ἦταν κι ἄλλος ἤθελε νὰ φανῆ. Τὸν πονοῦσε τάχα ὁ νόμος κι ἡ ἐντολὴ τοῦ Σαββάτου καὶ δὲν τὸν συγκινοῦσε τὸ καλό, ποὺ τὸ ἔβλεπε μπροστὰ στὰ μάτια του. Ὅλοι οἱ ὅμοιοι στὴν Ἐκκλησία σὰν τὸν ἀρχισυνάγωγο, τὰ ἴδια φωνάζουν πάνται «Πάνω ἀπ᾽ ὅλα εἶναι ὁ νόμος, oἱ ἐντολές, οἱ ἱεροὶ κανόνες, ἡ τάξη καὶ ἡ παράδοση». Ποιὸς τὸ ἀρνήθηκε; Μὰ ὁ νόμος καὶ οἱ ἐντολὲς καὶ οἱ κανόνες εἶναι ὅλα γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὅταν ὁ Θεὸς νομοθετῆ, δὲν ἐνδιαφέρεται νὰ προστατέψη τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ νὰ εὐεργετήση τὸν ἄνθρωπο. Ἀλλὰ ἀλλοίμονο στὸν κόσμο ἀπὸ τοὺς γεμάτους ὑποκρισία φρουροὺς τοῦ νόμου. Τὸ πιὸ ξεκούραστο εἶναι ὁ κάθε ὀκνηρὸς καὶ εὐθυνόφοβος κι ὅποιος τοῦ δόθηκε μιὰ θέση καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ξεπεράση τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ νὰ τὸν ἑρμηνεύση θετικά, νὰ ταμπουρώνεται ὑποκριτικὰ πίσω ἀπὸ τὶς νομικὲς διατάξεις καὶ νὰ μὴν ἀφήνη νὰ γίνη τίποτε καλό. Μὰ ὅταν σκοτώνης τὸν ἄνθρωπο, τί σοῦ χρειάζονται οἱ νόμοι; Ὅταν γκρεμίζης τὴν Ἐκκλησία, τί τοὺς θέλεις τοὺς κανόνες; Ὅταν δὲν ξέρης τὸν ἄνθρωπο, τί ὁμιλεῖς γιὰ τὸ Θεό; Ὅσο γιὰ τὴν τάξη καὶ τὴν παράδοση καὶ τὴν δικαιοσύνη, ὅποιοι τὰ πολυφωνάζουν αὐτὰ μήτε τὰ ξέρουν μήτε τὰ ἔμαθαν μήτε τὰ σεβάστηκαν ποτέ τους.
 Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀγάπησε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς κουρασμένους, τοὺς ἄρρωστους, τοὺς φτωχούς, τοὺς ἁμαρτωλούς. Μόνο τοὺς ὑποκριτὲς δὲν ἀγάπησε, γιατί δὲν τὸν ἄφησαν ἐκεῖνοι. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ἡ χάρη καὶ ἡ ἀλήθεια, μὰ ἡ χάρη καὶ ἡ ἀλήθεια δὲν πᾶνε ποτὲ μαζὶ μὲ τὴν ὑποκρισία. Γιατί ἡ ὑποκρισία εἶναι ἡ ψευτιὰ καὶ ἡ ἀπάτη καὶ τὸ κάλπικο νόμισμα στὴ ζωή. Νὰ μὴ θαυμάζουμε γιατί φτάσαμε καὶ δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ ζήσουμε καὶ νὰ συνεννοηθοῦμε μεταξύ μας. Εἶναι, γιατί μέσα μας δὲν ὑπάρχει ἀντίκρυσμα σὲ ὅ,τι δείχνομε ἐξωτερικά. Κανένας δὲν μὲ ὑποχρεώνει νὰ βγῶ στὸ δρόμο καὶ νὰ φωνάξω τί μπορεῖ νὰ ἔχω μέσα μου· χαρὰ σὲ μένα, ἂν εἶμαι ἄδολος καὶ τίμιος. Μὰ καὶ κανένας δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ παίζω θέατρο καὶ νὰ ἐξαπατῶ τοὺς ἀνθρώπους. Ἄς μὴ φωνάζουμε γιὰ τὰ μεγάλα, μόνο ἄς εἴμαστε τίμιοι καὶ εἰλικρινεῖς στὰ μικρά. Ἄς μὴ θέλωμε νὰ προστατέψουμε τὸ Θεό, ὅταν ἀδικοῦμε τὸν ἄνθρωπο. Ὁ Εὐαγγελιστὴς ἐξαρτᾶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἀγάπα λοιπὸν τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ μπορῆς νὰ πῆς πὼς ἀγαπᾶς καὶ τὸ Θεό. Ἀλλὰ ἔμαθες νὰ λὲς πὼς δὲν πιστεύεις στὸ Θεὸ ἀγάπα λοιπὸν τὸν ἄνθρωπο στὸ συγκεκριμένο πρόσωπο τοῦ πλησίον, αὐτὸν ποὺ εἶναι δίπλα σου, γιὰ νὰ μπορῆς νὰ πῆς καὶ νὰ σὲ πιστέψω πὼς ἐνδιαφέρεσαι γιὰ τὴν κοινωνία καὶ γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Ἂν δὲν ἀγαπᾶς τὸν ἄνθρωπο τοῦ σπιτιοῦ σου, τὸ συμπολίτη σου, τὸν καθέναν ποὺ βρέθηκε μπροστά σου κι ἔχει τὴν ἀνάγκη σου, ὅλα τὰ ἄλλα καὶ γιὰ τὸ Θεὸ καὶ γιὰ τὴ δικαιοσύνη καὶ γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα καὶ γιὰ τὴν εἰρήνη, ὅλα εἶναι ψέμα καὶ ὑποκρισία. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς ἄς μᾶς φυλάξη ἀπὸ μιὰ τέτοια μεγάλη ἁμαρτία καὶ συμφορά. Ἀμήν.

ὁ Σ.Κ.Δ.