Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Α´ΛΟΥΚΑ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Κυριακὴ Α ' Λουκᾶ (Λουκᾶς, 5,1-11)
25 Σεπτεμβρίου 1983
Ἕνα πρωινὸ στὴν ἀκτὴ τῆς λίμνης Γεννησαρέτ, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς βρέθηκε περικυκλωμένος ἀπὸ τὸ λαό. Ἐκεῖ κοντὰ ἦσαν ἀραγμένα δυὸ ἁλιευτικὰ πλοιάρια καὶ πιὸ πέρα οἱ ψαράδες ἐπλεναν τὰ δίχτυα. Καθὼς λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς βρέθηκε μέσα στὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, γιὰ νὰ τὸν βλέπουν ὅλοι καὶ νὰ τὸν ἀκοῦν καλύτερα, σκύφτηκε νὰ κάμη ἄμβωνα καὶ διδασκαλικὸ βῆμα ἕν’ ἀπὸ τὰ πλοιάρια ποὺ ἦσαν ἐκεῖ. Τὸ πλοιάριο ἦταν τοῦ Πέτρου, μπῆκε λοιπὸν σ’ αὐτὸ κι εἶπε στὸν ψαρὰ νὰ τραβήξη λίγο στ’ ἀνοιχτά. Κάθισε ἐπάνω στὸ πλοῖο κι ἀπὸ κεῖ ἄρχισε νὰ διδάσκη τὸ λαό. Ἄς ἀκούσωμε ὅμως στὴ νεοελληνικὴ δημοτικὴ γλώσσα τὴν εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ θὰ διαβαστῆ αὔριο στὴ θεία Λειτουργία.
«Ἐκεῖνο τὸν καιρό, ὁ Ἰησοῦς στεκότανε στὴν ἀκτὴ τῆς λίμνης Γεννησαρὲτ καὶ εἶδε ἐκεῖ κοντὰ δυὸ πλοιάρια, ἐνῶ οἱ ψαράδες πιὸ πέρα ἔπλεναν τὰ δίχτυα. Τότε μπῆκε σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ πλοιάρια ποὺ ἦταν τοῦ Σίμωνα, καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ ξεμακρύνη λίγο ἀπὸ τὴ στεριὰ· ὕστερα κάθισε καὶ δίδασκε ἀπὸ τὸ πλοιάριο τὰ πλήθη. Καὶ μόλις ἔπαψε νὰ ὁμιλῆ εἶπε στὸ Σίμωνα· «Πήγαινε στὰ βαθειὰ καὶ ρίξτε τὰ δίχτυα σας γιὰ ψάρεμα». Τότε ἀποκρίθηκε ὁ Σίμωνας καὶ εἶπε· «Διδάσκαλε, ὅλη τὴ νύχτα κοπιάσαμε καὶ δὲν πιάσαμε τίποτε, μὰ σὰν τὸ λὲς ἐσὺ θὰ ρίξω τὸ δίχτυ». Ἔτσι λοιπὸν ἔκαμαν κι ἔπιασαν πολλὰ ψάρια, ποὺ ἄρχισε νὰ σκίζεται τὸ δίχτυ τους. Τότε ἔκαμαν νόημα στοὺς  συνέταιρους ποὺ ἦσαν στὸ ἄλλο πλοιάριο γιὰ νὰ ’ρθουν νὰ τοὺς βοηθήσουν· κι ἐκεῖνοι ἦλθαν καὶ γέμισαν καὶ τὰ δυὸ πλοιάρια, ὥστε νὰ κινδυνεύουνε νὰ βυθιστοῦν. Ὅταν ὁ Σίμωνας Πέτρος εἶδε αὐτὸ ποὺ ἔγινε, ἔπεσε στὰ γόνατα τοῦ Ἰησοῦ καὶ εἶπε· «Φύγε ἀπὸ μένα, Κύριε, γιατί εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός». Ζαλίστηκε βέβαια κι αὐτὸς κι ὅλοι ποὺ ἦσαν μαζί του μὲ τὰ ψάρια ποὺ ἔπιασαν· τὸ ἴδιο κι ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης, οἱ γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου, ποὺ ἦσαν συνεταῖροι τοῦ Σίμωνα. Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στὸ Σίμωνα «Μὴ φοβᾶσαι, ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς θὰ πιάνης ἀνθρώπους». Κι ὅταν ἄραξαν τὰ πλοῖα στὴ στεριά, τὰ ἄφησαν ὅλα καὶ πῆγαν μαζί του».
Ἄς φέρωμε μπροστὰ στὰ μάτια μας αὐτὴ τὴν εἰκόνα· ὁ λαὸς νὰ κάθεται στὴν ἀμμουδιὰ κι ὁ Χριστὸς νὰ διδάσκη ἀπὸ τὸ πλοῖο. Κι ἄς σκεφτοῦμε πόσο ἁπλὲς καὶ χωρὶς ἐπίδειξη εἶναι οἱ θεῖες ἐνέργειες. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἁπλότητα εἶναι ὅλη ἡ θεϊκὴ μεγαλοπρέπεια. Κι ἐμεῖς νομίζομε, ἂν δώσουμε ἐπισημότητα στὰ λόγια μας κι ἂν κρατήσουμε τὸν κόσμο σὲ ἀπόσταση, πὼς αὐτὸ τάχα μᾶς κάνει σπουδαίους καὶ μᾶς ἐπιβάλλει στοὺς  ἀνθρώπους. Μὰ δὲν ὑπάρχει ἄλλη μεγαλοπρέπεια ἀπὸ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ταπεινοσύνη. Ἄς χαροῦμε λοιπὸν σ’ ὅλη της τὴ φυσικὴ ἁπλότητα τὴ σκηνὴ τῆς λίμνης Γεννησαρέτ, ὅπου ὁ λαὸς κάθεται στὴν ἀκτὴ κι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς διδάσκει ἀπὸ τὸ πλοῖο. Κι ἄς ἐκτιμήσουμε ὅσο πρέπει αὐτὴ τὴν ἁπλότητα, μέσα στὴν ὁποία εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς ζωῆς. Γιατί, καθὼς τὸ Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι θεωρία, ἀλλὰ ζωή, ἔτσι καὶ εἶναι ἁπλό, καθὼς ἁπλὴ καὶ φυσικὴ εἶναι ἡ ζωή. Ὅταν λέμε πὼς τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ζωή, αὐτὸ ἀκριβῶς ἐννοοῦμε, ὅτι ὁ εὐαγγελικὸς λόγος δὲν εἶναι σειρὰ συλλογιστικῶν συμπερασμάτων, ἀλλὰ μιὰ φυσικὴ καὶ ζωντανὴ πραγματικότητα.
Ἡ «θαυμαστὴ ἁλιεία» μετὰ τὴ διδαχὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἦταν ἕνα «σημεῖο», ποὺ ἐπισφράγισε τὸ λόγο τοῦ θείου Διδασκάλου καὶ ἑδραίωσε τὴν ἐμπιστοσύνη σ’ αὐτὸν τῶν ἁπλῶν ψαράδων τῆς Γεννησαρέτ. Καθὼς σπαρτάριζαν τὰ ψάρια στὰ καταστρώματα τῶν πλοιαρίων, ἔτσι σκιρτοῦσαν κι οἱ καρδιὲς μέσα στὰ δυὸ ζευγάρια τῶν ἀδελφῶν, ποὺ ἔγιναν οἱ πρῶτοι μαθητὲς κι ὕστερα ἀπόστολοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέσα στοὺς δυὸ ἀδελφούς, τὸν Ἀνδρέα καὶ τὸν Πέτρο καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους ἀδελφούς, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, δὲν ἔμενε πιὰ κανένας δισταγμός. Ὅλα τοὺς ἔπειθαν πὼς ὁ Ἰησοῦς ἦταν ὁ Μεσσίας. Τὸ σημερινὸ «σημεῖο» τοὺς βεβαίωσε πιὰ πὼς αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ περίμεναν καὶ πὼς κοντά του βρίσκει ἐκπλήρωση ἡ προσδοκία τους. Γι’ αὐτὸ ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸν Πέτρο· «ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔση ζωγρῶν»[1], ἂν καὶ παραβολικὸς καὶ κάπως αἰνιγματικός, εἶχε τὸ ἄμεσο καὶ βέβαιο ἀποτέλεσμά του. Οἱ τέσσερις ψαράδες, ὅπως κι ἂν τὸν κατάλαβαν, ὁ καθένας τὸν ἄκουσε χωριστὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ὅλα ἦσαν ἕτοιμα, ὅλα ἦσαν ὥριμα. Οἱ ψαράδες ἔσυραν τὰ πλοιάριά τους στὴ στεριά, τὰ παράτησαν ὅλα καὶ πῆγαν μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό.
Δὲν θὰ πρέπει νὰ παραλείψουμε νὰ ποῦμε πὼς ἡ αὐριανὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ δὲν ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἐκλογὴ τῶν Ἀποστόλων παρὰ μόνο γιὰ τὴν κλήση τους. Ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἀπόρρητο μυστήριο τῆς βουλῆς τοῦ Θεοῦ· ἡ κλήση εἶναι ἕνα γεγονὸς στὴν ἱστορία τῆς «ἐνσάρκου οἰκονομίας»[2] τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Στὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν θὰ πρέπει νὰ νομίζουμε πὼς χωρὶς ἄλλη φυσικὴ αἰτία οἱ ψαράδες τῆς Γεννησαρὲτ παράτησαν τὴν ἐργασία τους καὶ πήγανε νὰ γίνουν μαθητὲς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Χρειάστηκε νὰ τοὺς προετοιμάση ὁ βαπτιστὴς Ἰωάννης, χρειάστηκε νὰ ἀκούσουν πρῶτα τὴ διδαχὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ δοῦν «σημεῖα», γιὰ νὰ τὰ ἀφήσουν ὅλα καὶ νὰ πᾶνε μαζί του. Αὐτός, ποὺ τώρα σύχναζε ἐδῶ τριγύρω στὶς ἀκτὲς τῆς λίμνης καὶ τὶς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη· αὐτός, ποὺ δίδασκε κι ἦταν σὰν καὶ νὰ συνέχιζε τὸ ἔργο τοῦ Ἰωάννη· αὐτός, ποὺ ὁ Βαπτιστὴς τὸν ἔδειχνε στοὺς  μαθητές του κι ἔλεγε· «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ...»[3]· ὁ Ἰησοῦς λοιπόν, ὕστερα κι ἀπ’ αὐτὸ ποὺ εἶδαν σήμερα, ἦταν ἄξιος γιὰ νὰ τὸν ἀκούσουν καὶ νὰ πᾶνε μαζί του.
Αὐτό, ποὺ κάνουν τώρα οἱ ψαράδες, εἶναι βέβαια μιὰ πράξη ἀπεριόριστης ἐμπιστοσύνης στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπόλυτης ἀνεξαρτησίας των ἀπὸ τὰ πράγματα τοῦ βίου. Τὰ πλοῖα καὶ τὰ δίκτυα κι ὅλα τὰ σύνεργα τῆς ψαρικῆς ἦσαν μιὰ περιουσία· ὅ,τι τέλος πάντων εἶχαν στὴ διάθεσή τους οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ δουλέψουν καὶ νὰ βγάλουν τὸ ψωμί τους. Γιατί οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἦσαν ἀργόσχολοι, ἀπὸ κείνους ποὺ ὁ Ἀπόστολος τοὺς ὀνομάζει «περιεργαζομένους»[4], ἀπὸ κείνους δηλαδὴ ποὺ, ὅταν οἱ ἄλλοι ἐργάζωνται, αὐτοὶ συζητοῦν καὶ κάνουν σχέδια, τάχα γιὰ νὰ φτιάξουν τὸν κόσμο. Οἱ πρῶτοι αὐτοὶ μαθητὲς ἔχουν τὴ δουλειά τους, ἔχουν τὴ σειρά τους, δὲν εἶναι ἀπρόκοποι καὶ χασομέρηδες. Καὶ σὲ μιὰ στιγμή, ὅταν ἀκοῦνε τὴν κλήση τους, τὰ ἀφήνουν ὅλα καὶ πᾶνε μὲ κεῖνον ποὺ τοὺς καλεῖ. Μυστήριο ἀνεξήγητο εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῶν Ἀποστόλων, μὰ καὶ ἡ κλήση τους καὶ ἡ ὑπακοή τους δὲν εἶναι ἀπὸ κεῖνα ποὺ ἐξηγοῦνται εὔκολα. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ξεδιαλύνη τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κινεῖται ἡ ἀγάπη καὶ ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ σὲ ὅ,τι κάνει γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Κι ὅταν θαρροῦμε πὼς ὁλωσδιόλου φυσικὰ γίνονται ὅσα γίνονται, πάλι πίσω ἀπ’ ὅσα βλέπομε εἶναι τὸ ἀδιόρατο χέρι τοῦ Θεοῦ.
Ἄς μὴν τὸ ξεχνᾶμε ἀπὸ πότε καὶ πῶς κηρύχτηκε στὸν κόσμο τὸ Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας. «Πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως...»[5], γράφει ὁ Ἀπόστολος, ὁ Θεὸς λάλησε στοὺς  Προφῆτες. Ὅταν ἦλθε «τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου»[6], κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ξεκίνησε ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, μὲ κάποιους ἁπλοὺς ἀνθρώπους, ποὺ εἶχαν μέσα τους προσμονὴ κι ἐλπίδα σωτηρίας· ποὺ εἶχαν τὴ δύναμη γιὰ τὴν κλήση τους νὰ ἀρνηθοῦν τὸν κόσμο. Γιατί στὸν κόσμο δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν κλήση, ἀπὸ τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ σὲ καλεῖ καὶ σὲ στέλνει νὰ κάμης πιστὰ κι ἀφωσιωμένα ἔργο οἰκοδομῆς, ἔργο γιὰ σένα καὶ γιὰ τοὺς γύρω σου, ἔργο γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ τὴ σωτηρία σου. Καὶ στὸν κόσμο ἔχουν ὅλοι κλήση, χαρὰ στὸν μόνο ποὺ φροντίζει νὰ τὴν ξέρη καὶ νὰ τῆς εἶναι πιστός. Ἀμήν.



[1] Λουκ. 5, 11.
[2] Ἐφεσ. 3, 9. 
[3] Ἰω. 1,29.
[4] Β' Θεσσ. 3, 12.
[5] Ἑβρ. 1,1.
[6] Γαλ. 4, 5.