Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ




+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Ἕν’ ἀπό τά θαύματα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά τά ὁποῖα ὁμιλοῦν τά θεῖα Εὐαγγέλια, εἶναι ἡ θεραπεία τοῦ ὑπηρέτη τοῦ ἑκατόνταρχου στήν Καπερναούμ. Εἶναι τό δεύτερο θαῦμα, γιά τό ὁποῖο κάνει εἰδικό λόγο τό «κατά Ματθαῖον» Εὐαγγέλιο, κι ἔγινε μετά τήν «ἐπί τοῦ ὄρους» ὁμιλία, ὅταν ὁ Ἰησοῦς κατέβηκε ἀπό τό ὄρος. Ὁ σκοπός βέβαια γιά τόν ὁποῖο ἦλθε ὁ Μεσσίας δέν ἦταν γιά νά κάμη θαύματα, μά ἔκαμε θαύματα, γιά νά φανῆ πώς ἦλθε. Τά θαύματα τῶν Εὐαγγελίων εἶναι τά σημεῖα τῆς παρουσίας τοῦ Μεσσία. Ὅταν ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος σέ μιά κρίσιμη στιγμή ἔστειλε ἀπό τή φυλακή καί ρώτησε τόν Ἰησοῦ Χριστό· «Σύ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἤ ἕτερον προσδοκῶμεν;»1, ὁ Μεσσίας ἀπάντησε καί βεβαίωσε τήν παρουσία του μέ τά θαύματα πού γίνονταν ἀπ’ αὐτόν· «Ἀπαγγείλατε Ἰωάννῃ ἅ ἀκούετε καί βλέπετε...». Ἀλλ’ ἄς ἀκούσωμε τώρα στή γλώσσα μᾶς τήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή.
Ἐκεῖνο τόν καιρό ἦλθε ὁ Ἰησοῦς στήν Καπερναούμ, καί τόν πλησίασε ἕνας ἑκατόνταρχος, παρακαλώντας τον καί λέγοντας· «Κύριε, ὁ ὑπηρέτης μου εἶναι κατάκοιτος στό σπίτι ἀπό παράλυση σέ κακή κατάσταση». Τότε τοῦ λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Ἐγώ θά ἔλθω καί θά τόν κάμω καλά». Ἀποκρίθηκε ὁ ἑκατόνταρχος καί εἶπε· «Κύριε, δέν εἶμαι ἄξιος νά μπῆς στό σπίτι μου, ἀλλά πές μονάχα λόγο καί θά γίνη καλά ὁ ὑπηρέτης μου. Γιατί κι ἐγώ εἶμαι ἄνθρωπος μέ κάποια ἐξουσία κι ἔχω στίς διαταγές μου στρατιῶτες. Καί λέγω στόν ἕνα· ‘Πήγαινε ἐκεῖ, καί πηγαίνει. Καί στόν ἄλλο· ‘’Ἔλα ἐδῶ’, κι ἔρχεται. Καί στόν ὑπηρέτη μου· ‘Κάμε αὐτό’, καί τό κάνει». Ὅταν ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς θαύμασε καί εἶπε σ’ ἐκείνους πού τόν ἀκολουθοῦσαν «Σᾶς βεβαιώνω πώς μήτε στούς Ἰσραηλίτες βρῆκα τόση πίστη. Σᾶς λέγω λοιπόν πώς πολλοί θά ἔλθουν ἀπό Ἀνατολή καί Δύση καί θά πάρουν θέση μαζί μέ τόν Ἀβραάμ καί τόν Ἰσαάκ καί τόν Ἰακώβ στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐνῶ τά παιδιά τῆς βασιλείας θά πεταχθοῦν στό βαθύτατο σκότος τῆς κόλασης ἐκεῖ θά εἶναι τό κλάμα καί τό τρίξιμο τῶν δοντιῶν». Κι εἶπε ὁ Ἰησοῦς στόν ἑκατόνταρχο · «Πήγαινε κι ἄς γίνη σέ σένα ὅπως πίστεψες». Κι ἔγινε καλά ὁ ὑπηρέτης του σ’ ἐκείνη τήν ὥρα.
Ἕνας ἑκατόνταρχος, ἕνας δηλαδή ἀξιωματικός τοῦ ρωμαϊκοῦ στρατοῦ, δείχνει ζωηρό ἐνδιαφέρον γιά τόν ἄρρωστο ὑπηρέτη του. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο, πού πρέπει νά προσέξουμε στήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή. Κι ἐδῶ ἀνοίγεται ἕνα μεγάλο θέμα, πού δέν πρόκειται βέβαια νά τό ἀναπτύξουμε τώρα σ’ ὅλο του τό πλάτος καί νά τό ἐξαντλήσουμε. Πρόκειται γιά τούς ἀνθρώπους πού μᾶς ὑπηρετοῦν, γιά τά αἰσθήματά μας καί γιά τή συμπεριφορά μας ἀπέναντί τους. Γιατί πάντα ὑπάρχουν κάποιοι ἄνθρωποι μαζί μας, εἴτε συνεργάτες μας εἴτε βοηθοί μας εἴτε καί ὑπηρέτες μας· αὐτό βέβαια εἶναι ζήτημα πῶς  τούς βλέπομε ἐμεῖς, ἤ ὅλους γιά πολύτιμους συνεργάτες μας ἤ ὅλους γιά εὐτελεῖς ὑπηρέτες. Πρόκειται εἰδικώτερα γιά τό μεγάλο κοινωνικό θέμα τῆς δουλείας καί γιά τή θέση πού πῆρε ἀπό τήν ἀρχή ἡ Ἐκκλησία ἀπέναντι σ’ αὐτό τό θέμα. Αὐτό τό θέμα εἶναι ἀπό τά πιό ἐπίμαχα θέματα τῆς Ἱστορίας, κι ἔδωκε λαβή σέ μιά ἀπό τίς πιό δεινές κατηγορίες ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας· πώς τάχα δέν ἐνδιαφέρθηκε γιά τήν κατάργηση τῆς δουλείας, πώς δέν ξεσήκωσε ἀπό τήν πρώτη στιγμή τούς δούλους σέ ἐπανάσταση καί πώς δέχθηκε, ἄν ὄχι καί δέν καλλιέργησε, τή διατήρηση τοῦ θεσμοῦ τῆς δουλείας.
Ἐδῶ ἀνοίγομε ἕνα τεράστιο θέμα, καί τό ξέρομε πώς δέν κάνομε καλά, γιατί δέν ἔχομε τόν τρόπο νά τό κλείσουμε. Ὅμως δέν πρέπει νά ἀφήσουμε νά νομίζουν οἱ ἐχθροί πώς ἡ Ἐκκλησία δέν ξέρει τί ἄδικα τῆς κατηγοροῦν.
Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς οἱ κατηγορίες διατυπώθηκαν στά νεώτερα χρόνια καί μάλιστα ἀπό κείνους, πού πειράζονται μέ τό θεσμό τῆς δουλείας κι ὅμως κάνουν δούλους κι ἔχουν δούλους καί ὑπηρετοῦνται ἀπό δούλους. Ἀρκετό εἶναι νά ποῦμε πώς ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι κοινωνική ἐπανάσταση, ἀλλά πνευματική ἀνάσταση. Καί σωστό εἶναι νά μήν ξεχνᾶμε πώς ὁ θεσμός τῆς δουλείας καταργήθηκε σιγά-σιγά μέ τήν ἐπίδραση τοῦ κηρύγματος τῆς Ἐκκλησίας, ἄν καί στή θέση του μπῆκαν ἄλλες δουλεῖες χειρότερης μορφῆς. Ὅποιος θέλει νά δῆ ποιά ἦταν ἀπό τήν ἀρχή ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στούς δούλους δέν ἔχει παρά, ἐκτός ἀπό τά ἄλλα στήν Καινή Διαθήκη, νά διαβάση τήν πρός Φιλήμονα ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Αὐτοί, πού ὁ κόσμος μέχρι πρίν ἑκατόν πενήντα χρόνια  τοὺς ὠνόμαζε δούλους καί στούς θεωροῦσε ἀντικείμενα ἀγοραπωλησίας, γιά τήν Ἐκκλησία ἦσαν πάντα οἰκογενεῖς, ἄνθρωποι τοῦ σπιτιοῦ, ἀδελφοί ἀγαπητοί «ἐν σαρκί»3, κι ὅταν γίνονταν χριστιανοί, ἀδελφοί «ἐν Κυρίῳ»4. Ἡ Ἐκκλησία πλήρωνε γιά τήν ἀπελευθέρωση αἰχμαλώτων πολέμου, καί πολλοί ἅγιοι, ὅπως ὁ Σεραπίων, πήγαιναν καί πωλοῦσαν τόν ἑαυτό τους σέ εἰδωλολάτρες, γιά νά μπορέσουν μέ τήν ὑπακοή καί τήν πιστή ὑπηρεσία τους νά  τούς κερδίσουν στό Χριστό. Ἡ λέξη δοῦλος στήν Ἐκκλησία εἶναι ἱερή λέξη, κι εἶναι πολύ χαρακτηριστικό ὅτι οἱ χριστιανοί λέγονται καί εἶναι δοῦλοι Θεοῦ· ὅποιος δουλεύει στό Θεό δέν κινδυνεύει νά γίνη δοῦλος ἀνθρώπων, γιατ’ εἶναι μέσα του ἐλεύθερος, ὁποιαδήποτε κι ἄν τόν δεσμεύει ἐξωτερική δουλεία.
Ἕνα δεύτερο, πού θά πρέπει νά προσέξουμε στήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή, εἶναι τὸ πῶς ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέχτηκε τήν αἴτηση τοῦ ἑκατόνταρχου· «Ἐγώ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν»5, ἐγώ θά ἔλθω νά τόν κάμω καλά. Οὔτε πώς ὁ ἑκατόνταρχος εἶναι κατακτητής καί εἰδωλολάτρης οὔτε πώς ὁ ἄρρωστος εἶναι ἕνας ὑπηρέτης ἔχει σημασία γιά τόν Ἰησοῦ, γιά τόν ὁποῖο ὁ προφήτης ἐκήρυξε ὅτι «τάς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καί τάς νόσους ἐβάστασε»6. Οὔτε καί περιμένει δεύτερο λόγο, ἀλλά εἶναι πρόθυμος κι ἕτοιμος νά ξεκινήση γιά τό σπίτι τοῦ ἑκατόνταρχου. Σ’ ἕναν καιρό, σάν τόν δικό μας, πού οἱ προϊστάμενοι τῶν ὑπηρεσιῶν ταμπουρώνονται πίσω ἀπό τά γραφεῖα τους καί περνᾶνε ἀπό μπροστά τους προσκυνώντας οἱ ἄνθρωποι καί περιμένοντας γραφειοκρατικά νά γίνη ἡ δουλειά τους, σ’ ἕναν τέτοιο λοιπόν καιρό καταλαβαίνομε πόση ἀξία ἔχει καί τί ἀκριβῶς θά πῆ· «ἐγώ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν». Ὁμιλοῦμε πάντα καί λέμε πώς ἡ Ἐκκλησία εἶναι κοινωνία προσώπων, καί μαζί μέ τά ἄλλα ἐννοοῦμε κι αὐτή τήν ἄμεση καί ζωντανή σχέση, πού συνδέει  τούς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας. Δέν μποροῦμε βέβαια τώρα νά περιγράψουμε τήν εἰκόνα τοῦ κοινωνικοῦ μας βίου καί νά ἀναλύσουμε τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ζοῦμε σήμερα. Ὅλα τώρα εἶναι ὠργανωμένα ἀντικειμενικά καί ἀπρόσωπα· σέ ὅλες τίς ὑπηρεσίες οἱ ὑποθέσεις τῶν ἀνθρώπων γίνονται κωδικοί ἀριθμοί καί ἠλεκτρονικοί ὑπολογισμοί· πουθενά δέν φαίνεται ὁ ἄνθρωπος καί τό πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου. Κι ὅμως ὁ ἄνθρωπος κάθε φορὰ καί ἡ περίπτωσή του εἶναι ὑπόθεση ζωῆς, καί μόνο δέν εἶναι ζωή ἡ γραφειοκρατική καί μηχανογραφική ἐξυπηρέτησή του.
Ὅ,τι λείπει πάντα κι ὅ,τι μᾶς χρειάζεται, γιά νά εἴμαστε ἀληθινή κοινωνία, εἶναι αὐτή ἡ ζωντανή σχέση πού μᾶς συνδέει μέ τόν πλησίον. Αὐτή ἡ λέξη «πλησίον»7 εἶναι μοναδική, εἶναι ἡ λέξη τῆς θείας Γραφῆς, πού φανερώνει τό συνάνθρωπό μας, τό γνωστό καί συγκεκριμένο πρόσωπο στήν ἀνθρώπινη κοινωνία μας, μέ τίς ἀνάγκες του κάθε φορὰ καί τήν περίπτωσή του. Γιατί κοινωνία δέν θά πῆ ἕνα ἄθροισμα ἀτόμων, καί δέν εἶναι, ὅπως μάθαμε νά λέμε, ἡ μάζα καί τό ἀνώνυμο πλῆθος, ἀλλά ἀνθρώπινη κοινωνία εἶναι τό σῶμα τῶν προσώπων. Κι ὅταν λέμε πρόσωπα, ἐννοοῦμε ἀνθρώπους μέ αὐτοσυνείδηση καί αὐτοδιάθεση, πού ξέρουν δηλαδή τί εἶναι καί πού μποροῦν νά διαθέτουν ἐλεύθερα τόν ἑαυτό τους. Κοινωνία εἶναι ἡ ἀγαπητική σχέση πού συνδέει καί ἑνώνει τά πρόσωπα σέ ἕνα σῶμα. Μιά τέτοια ἀληθινή κοινωνία προσώπων, ἕνα τέτοιο σῶμα εἶναι μόνο τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή ἡ Ἐκκλησία. Σύμφωνα μέ τόν ὁρισμό τοῦ Ἀποστόλου, οἱ χριστιανοί, ὡς κοινωνία προσώπων καί Ἐκκλησία, εἶναι «σῶμα Χριστοῦ καί μέλη ἐκ μέρους»8. Ὅλοι μαζί τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, κι ὁ καθένας ἕνα ἐνσυνείδητο κι ἐλεύθερο πρόσωπο.
Πήραμε ἀφορμή ἀπό τό λόγο τοῦ Χριστοῦ «ἐγώ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν», γιά νά ποῦμε καί σήμερα ὅσα κι ἄλλοτε εἴπαμε καί πού νομίζομε πώς πρέπει νά λέγωνται καί νά ἐπαναλαμβάνωνται, γιατί πολλή ἀσάφεια καί ἄγνοια ὑπάρχει σ’ αὐτά τά πράγματα. Καί δέν ἐξαντλήσαμε βέβαια τὸ θέμα, γιατί τέτοια θέματα δέν ἑξαντλοῦνται, ἀλλά πιστεύομε πώς δώσαμε λαβή σέ ὅσους μᾶς ἀκοῦνε, γιά νά σκεφθοῦν περισσότερα. Καί θά ’λεγε κανείς ὅτι σήμερα ὁμιλήσαμε γιά δυό θέματα· ἕνα γιά τό θεσμό τῆς δουλείας καί δεύτερο γιά τήν κοινωνία τῶν προσώπων. Κι ὅμως πρόκειται γιά ἕνα καί τό αὐτό θέμα· κοινωνία ἐλεύθερων προσώπων δέν κάνομε, ἄν δέν ξεκινήσουμε ἀπό τήν πίστη πώς εἴμαστε δοῦλοι τοῦ Θεοῦ καί ὑπηρέτες ἀλλήλων. Ἀμήν.