Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου   Σερβίων καὶ Κοζάνης
(Ματθ. 10, 32-34 ... 37-39 ... 19, 27-30)

Ἡ ἑορτή τῶν Ἁγίων Πάντων εἶναι ἡ ἑορτή τῆς χριστιανικῆς ἁγιωσύνης, ἀφιερωμένη σ’ ὅλους τοὺς Ἁγίους, τούς γνωστούς καί τούς ἄγνωστους. Ἡ χριστιανική ἁγιωσύνη στήν οὐσία της εἶναι ὁμολογία ἤ, καθώς γράφει στήν Ἀποκάλυψη ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἡ χριστιανική ἁγιωσύνη εἶναι «μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ»[1]. Χριστιανός θά πῆ μάρτυρας τῆς Ἀνάστασης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τά τελευταῖα λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πρός τούς μαθητές του τήν ἡμέρα πού ἀνελήφθη εἶναι αὐτά· «ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλήμ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καί Σαμαρείᾳ καί ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς»[2]. Ἀλλά πρίν νά πῆ αὐτό εἶπε κάτι ἄλλο, πού εἶναι ὁ ἀπαραίτητος ὅρος τῆς ὁμολογίας καί τῆς μαρτυρίας· «...λήψεσθε δύναμιν», εἶπε, «ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ' ἡμᾶς»[3]. Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἁγιωσύνης· «Ἁγίῳ Πνεύματι καταστέφονται μάρτυρες καί προφῆται ὁρῶσι»[4]. Γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία τώρα, ἀφοῦ ἑώρτασε τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς καί τήν ἐπιδημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἑορτάζει αὔριο τήν ἑορτή ὅλων τῶν Ἁγίων καί διαβάζει στή θεία Λειτουργία τήν εὐαγγελική περικοπή, στήν ὁποία ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὁμιλεῖ γιά τήν ὁμολογία καί τή μαρτυρία τῶν χριστιανῶν.

Εἶπε ὁ Κύριος στούς μαθητές του· «Ὅποιον, πού θά μέ ὁμολογήση μπροστά στούς ἀνθρώπους, θά τόν ὁμολογήσω κι ἐγώ μπροστά στόν πατέρα μου, πού εἶναι στούς οὐρανούς. Κι ἐκεῖνον, πού θά μέ ἀρνηθῆ μπροστά στούς ἀνθρώπους, θά τόν ἀρνηθῶ κι ἐγώ μπροστά στόν οὐράνιο πατέρα μου. Ἐκεῖνος, πού ἀγαπᾶ τόν πατέρα του ἤ τή μητέρα του περισσότερο ἀπό μένα, δέν εἶναι ἄξιος γιά μένα κι ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τό γιό του ἤ τή θυγατέρα του περισσότερο ἀπό μένα, δέν εἶναι ἄξιος γιά μένα. Κι ὅποιος δέν παίρνει τό σταυρό του καί δέν ἔρχεται μαζί μου δέν εἶναι ἄξιος γιά μένα». Τότε τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Πέτρος καί τοῦ εἶπε· «Νά ἐμεῖς τά ἀφήσαμε ὅλα καί σέ ἀκολουθήσαμε· ποιά τάχα θά εἶναι ἡ ἀπολαβή μας;». Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Σᾶς βεβαιώνω πώς ἐσεῖς πού μέ ἀκολουθήσατε στή δεύτερη παρουσία, ὅταν ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου θά καθήση στό θρόνο τῆς δόξας του, θά καθῆστε καί σεῖς σέ δώδεκα θρόνους, κρίνοντας τίς δώδεκα φυλές τοῦ Ἰσραήλ. Καί καθένας πού ἀφῆκε σπίτια ἤ ἀδελφούς ἤ ἀδελφές ἤ πατέρα ἤ μητέρα ἤ γυναίκα ἤ παιδιά ἤ χωράφια γιά τό ὄνομά μου, θά λάβη ἑκατονταπλάσια καί θά κληρονομήση αἰώνια ζωή. Τότε πολλοί, πού τώρα εἶναι πρῶτοι, θά εἶναι τελευταῖοι· καί πολλοί, πού τώρα εἶναι τελευταῖοι, θά εἶναι πρῶτοι».’’

Ὅλο λοιπόν τό ἔργο τῆς πίστεως εἶναι ὁμολογία ἡ ἀλλιῶς «μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ». Τήν ὁμολογία τοῦ Πέτρου, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός καί ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός τήν χαρακτήρισε πέτρα τῆς πίστεως, βάση δηλαδή καί θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ αἰτία τῶν διωγμῶν τῆς Ἐκκλησίας ἦταν καί εἶναι ἡ ὁμολογία αὐτή, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. Κι ὅλη ἡ προσπάθεια τῶν διωκτῶν καί τῶν δημίων ἦταν πῶς, μέ ὑποσχέσεις, μέ ἀπειλές καί μέ βασανιστήρια, οἱ χριστιανοί νά ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους. Μάθαμε βέβαια νά ὁμιλοῦμε γιά διωγμούς τῆς Ἐκκλησίας καί νά τούς ἐντοπίζουμε στούς τρεῖς πρώτους αἰῶνες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, μά εἶναι ἀλήθεια πώς ἡ Ἐκκλησία πάντα βρίσκεται σέ διωγμό καί κάθε χριστιανός εἶναι πάντα μπροστά στό ἴδιο δίλημμα· νά ὁμολογήση ἤ νά ἀρνηθῆ τό Χριστό, νά μείνη συνεπής ἤ νά προδώση τήν πίστη του.
Στά παραπάνω λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ συνοψίζονται οἱ αἰτίες, γιά τίς ὁποῖες μπορεῖ νά ἀρνηθοῦμε τό Χριστό. Εἶναι πρόσωπα καί πράγματα, ὁ ἑαυτός μας, οἱ οἰκιακοί μας, τά χωράφια μας· πρόσωπα ἀπό τά πιό ἀγαπητά μας καί πράγματα ἀπό τά πιό ἀναγκαῖα στή ζωή μας. Σέ ἄλλη περίπτωση ὁ Ἰησοῦς εἶπε· «Ἐχθροί τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοί αὐτοῦ»[5]. Καί φαίνεται ἐδῶ, σάν καί νά ἔρχεται σέ σύγκρουση ἡ φύση μέ τό Θεό, τό αἴσθημα τῆς στοργῆς καί ἡ ἀπαίτηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ ἐντολή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τό Εὐαγγέλιο. Ἡ ἐντολή εἶναι· «Τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου...»[6], καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός λέγει· «Ὁ φιλῶν πατέρα ἡ μητέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος»[7]. Ὅμως ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν ἀρνεῖται τήν ἀγάπη στούς δικούς μας· δέν λέγει «ἀντί ἐμοῦ», ἀλλά «ὑπέρ ἐμέ». Αὐτό εἶναι ἀπόλυτα σύμφωνο μέ τήν ἀρχαία ἐντολή· «Θά ἀγαπήσης τόν Κύριο, πού εἶναι ὁ Θεός σου, μέ ὅλη τή δύναμή σου καί τόν πλησίον σου σάν τόν ἑαυτό σου»[8]. Πρῶτα ὁ Θεός κι ὕστερα οἱ ἄνθρωποι, ἀπό τούς πιό δικούς μας ὥς τούς πιό ξένους. Γιατί κανένας δέν ἀγαπᾶ ἀληθινά τόν ἑαυτό του καί τούς ἀνθρώπους, ἄν δέν ἀγαπάει πρῶτα τὸ Θεό· καί κανένας δέν βρίσκει τόν ἑαυτό του ποιός εἶναι καί δέν βλέπει μπροστά του σωστά τόν ἄλλον ἄνθρωπο, ἄν δέν ξεκινήση ἀπό τό Θεό.

Ἡ ἁγιωσύνη καί ἡ σωτηρία εἶναι πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα ἀποταγή. Αὐτή ἡ ἀποταγή ἀρχίζει ἀπό τά πιό μικρά καί φτάνει ὥς τά πιό μεγάλα· ἀπό τά πιό μακρινά ὥς τά πιό κοντινά, πού εἶναι ὁ ἑαυτός μας καί τό δικό μας θέλημα. Αὐτός εἶναι ὁ σταυρός, γιά τόν ὁποῖο στήν αὐριανή περικοπή ὁμιλεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἀλλά, ὅταν ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὁμιλῆ μ’ ἕναν τέτοιο ἀπόλυτο τρόπο καί ἀποκόβει τό μαθητή του ἀπό κάθε δεσμό καί σχέση μέ πρόσωπα καί μέ πράγματα τοῦ βίου καί τοῦ κόσμου, πρέπει λοιπόν ἐμεῖς, γιά νά καταλάβωμε τό λόγο του νά ρωτήσουμ’ ἐκείνους, πού μέ ἀδιαμαρτύρητη ὑπακοή συμμορφώθηκαν πρός τό λόγο του. Εἶναι οἱ μάρτυρες, εἶναι οἱ ὅσιοι ἀσκητές τῆς ἐρήμου, εἶναι ὅλοι οἱ ὁμολογητές τῆς πίστεως. Δέν θά σπεύσουμε νά τούς μιμηθοῦμε, ἀλλά μᾶς ὑποχρεώνουν νά τούς ἀκούσωμε, γιά νά μήν ἔχωμε νά λέμε πώς ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶπε καί ζητάει ἀνεφάρμοστα τάχα πράγματα. Στήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή λέγεται γιά τούς Ἀποστόλους ὅτι θά καθήσουν σέ δώδεκα θρόνους, γιά νά κρίνουν τίς δώδεκα φυλές τοῦ Ἰσραήλ. Ἀλλ’ αὐτό εἶναι λίγο, ὅταν θυμηθοῦμε τί γράφει ὁ Ἀπόστολος· «Οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἅγιοι τόν κόσμον κρινοῦσι; ...Οὐκ οἴδατε ὅτι ἀγγέλους κρινοῦμεν;»[9]. Οἱ ἀληθινοί χριστιανοί θά κρίνουν τόν κόσμο καί θά δικάσουν ἀκόμα καί τούς Ἀγγέλους, ἐκείνους πού ἀποστάτησαν κι ἔπεσαν ἀπό τόν οὐρανό. Ἐμᾶς λοιπόν πού τρομάζομε, ὅταν ἀκοῦμε τά λόγια τοῦ Χριστοῦ καί τά κρίνομε γιά ἀνεφάρμοστα, θά μᾶς κρίνουν οἱ ἅγιοι μάρτυρες, οἱ ὅσιοι Ἀσκητές τῆς ἐρήμου καί οἱ ὁμολογητές, ὅσοι ἔδωκαν «εἴτε διά ζωῆς εἴτε διά θανάτου τήν μαρτυρίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ»[10].
Εἶναι ὅλοι οἱ Ἅγιοι, πού ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει αὔριο τή μνήμη τους· μάρτυρες, πού τούς ξέσκισαν καί τούς κομμάτιασαν τά θηρία στά θέατρα καί τούς ἱππόδρομους, κι ἄλλοι πού κάηκαν στή φωτιά κι ἔπεσαν τά κεφάλια τους κάτω ἀπό τό μαχαίρι τῶν δημίων· ὅσιοι, πού ἔζησαν φτωχοί κι ἀγνοημένοι στίς σπηλιές καί τ’ ἀσκηταριά καί στέγνωσαν στήν προσευχή καί τή νηστεία· κι ἄλλοι, πού πάλεψαν μέσα στόν κόσμο, σηκώνοντας ἀρρώστια καί φτώχεια κι ἔλυωσαν στή βαρειά δουλειά γιά νά βγάλουν τό ψωμί τοῦ σπιτιοῦ τους, γιά νά γεννήσουν καί νά μεγαλώσουν παιδιά καί γιά νά περιθάλψουν γέροντες γονεῖς· κι ἄλλοι, πού ἔδωκαν ὅλη τή ζωή τους μέσα στά σπουδαστήρια καί τά ἐργαστήρια, γιά νά ἀνακαλύψουν τά μυστικά τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ καί νά εὐεργετήσουν τούς ἀνθρώπους· ὅλοι, πού ξεκίνησαν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀγαπήσουνε σωστά τόν ἑαυτό τους καί νά ἐπεκτείνουν τήν ἀγάπη τους ἀληθινά πρός τόν πλησίον· οἱ  «ἅγιοι πάντες» τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ τελευταία φράση στήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή εἶναι πολύ χαρακτηριστική· «Πολλοί δέ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καί ἔσχατοι πρῶτοι»[11]. Αὐτό θέλει νά πῆ πώς ἡ κύρωση καί ἡ καταξίωση τῆς εὐαγγελικῆς διδαχῆς δέν εἶναι στή γῆ, ἀλλά στόν οὐρανό. Τά μέτρα τῆς σωτηρίας μας δέν εἶναι ἐπίγεια, ἀλλά οὐράνια. Ἄς μή ζητοῦμε νά ἀποδείξουμε τήν ἀλήθεια τοῦ εὐαγγελίου στίς συνθῆκες τοῦ παρόντος βίου, πού θά πῆ νά μήν κλείνωμε τόν προορισμό μας καί τή σωτηρία μας στά ὅρια τοῦ παρόντος κόσμου. Τά παρόντα μᾶς ξεγελοῦν. Εἶναι σάν τά εἴδωλα στή φωτογραφική πλάκα· τά ἐπάνω φαίνονται κάτω καί τά ἄσπρα φαίνονται μαῦρα. Χαρά στούς ἐδῶ τελευταίους, πού ἐκεῖ θά εἶναι πρῶτοι. Ἀμήν.







[1] Ἀποκ. 1, 2.
[2] Πράξ. 1,8.
[3] Αὐτόθι.
[4] Ἀναβαθμοί β' ἤχου.

[5] Ματθ. 10,36.
[6] Ἔξοδ. 20, 12.

[7] Ματθ. 10,37.
[8] Δευτερ. 6, 5. Λευϊτ. 19, 18. Ματθ. 22, 37, 39.
[9] Α'Κορ. 6,2,4.

[10] Φιλιπ. 1,20.
[11] Ματθ. 19,30.