Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

ΤΡΙΩΔΙΟΝ

Τελώνου καὶ Φαρισαίου

π. Χρήστου Ζαχαράκη

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς,  ἀπηύθυνε τὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνη καὶ τοῦ Φαρισαίου   πρός   «τος πεποιθότας φ’ αυτος τι εσ δίκαιοι, κα ξουθενοντας τος λοιπος», δηλαδὴ πρὸς τοὺς Φαρισαίους. Καὶ πρὸς ὅλους ἐμᾶς ποὺ θεωροῦμε πὼς ἄξια μαθητεύουμε καὶ  γνήσια ἑρμηνεύουμε τὸ λόγο Του, καὶ ἀσκοῦμε κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο τὰ θρησκευτικά μας καθήκοντα. Ὅμως ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι καθῆκον, ἀλλὰ ζωή! Καὶ ὅσο τὴν ἀγάπη τὴ βλέπομε ὡς καθῆκον, πάντα θὰ ἀντιπαρερχώμαστε τὴ ζωή, τὰ ἔργα μας θὰ εἶναι στυγνὰ κι ἀπρόσωπα, ἀνούσια κι ἀτελέσφορα. Ὁ Φαρισαῖος θὰ ἦταν σήμερα ὁ καλύτερος χριστιανός, ὡς γνήσιος ἐκφραστής τῆς κοσμικῆς θεώρησης τῆς θρησκείας ἤ καλύτερα τῆς θρησκευτικῆς μετατόπισης τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει σαφὴς διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴ θρησκεία, ὅση καὶ αὐτὴ ἀνάμεσα στὸν Τελώνη καὶ τὸν Φαρισαῖο. Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστὸς, θρησκεία εἶναι ὅ,τι κρύβει τὸ Χριστό. Ἡ θρησκεία δὲν σώζει, ἡ Ἐκκλησία σώζει, Ἡ θρησκεία καλλιεργεῖ τὴν ὑπερηφάνεια, ἡ Ἐκκλησία διδάσκει  τὴν ταπείνωση. Ὁ Χριστὸς ὅταν δίδασκε δὲν δίσταζε νὰ τὰ βάζει ἀνοιχτά μὲ τὸ θρησκευτικὸ κατεστημένο τῆς ἐποχῆς του, ὅπως γιὰ παράδειγμα ὅταν ἔλεγε γιὰ τοὺς Φαρισαίους «ὅσα ἐὰν εἴπωσιν ὑμῖν τηρεῖν, τηρεῖτε καὶ ποιεῖτε, κατὰ δὲ τὰ ἔργα αὐτῶν μὴ ποιεῖτε· λέγουσι γάρ, καὶ οὐ ποιοῦσι».
Ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ κενοδοξία, ἡ οἴηση, ὁ αὐτοθαυμασμός, ἡ καύχηση, ὅσο ἀντιφατικό κι ἄν φαίνεται, καλλιεργοῦνται κυρίως στὴν προσευχή. Ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός τῆς προσευχῆς δὲν εἶναι οἱ πειρασμοί, ποὺ προσπαθοῦν νὰ τὴν προσβάλουν, ἀλλὰ  ἡ ὑπερηφάνεια, ποὺ παρουσιάζεται ὡς εὐσέβεια καὶ αὐτοϊκανοποίηση γιὰ τὰ ἠθικά μας κατορθώματα καὶ τὴν πνευματική μας προκοπή. Ἡ προσευχή εἶναι πάντα λιτή, «λιτὰς τῷ   Κτίστῃ  προσφέρωμεν εὐχάς», «ἑαυτοὺς δικαιοῦν μὴ σπουδάζωμεν», δίχως νὰ προσπαθοῦμε νὰ δικαιώσουμε τὸν ἑαυτό μας. Μιὰ τέτοια προσευχὴ μονάχα ἀσέβεια φανερώνει, γιατὶ ἡ προσευχή εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ  ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο...

Ἡ προσευχή εἶναι κι αὐτὴ ἕνα μυστήριο, μᾶς ἀνοίγει δρόμους ποὺ σὲ ἄλλες στιγμές μένουν καλὰ κλεισμένοι. Εἶναι οἱ στιγμές ἐκεῖνες ποὺ στεκόμαστε, ὄχι «πρὸς ἑαυτὸν»  οὔτε ἀπέναντι, ἀλλὰ μπροστά στὸ Θεό, μὲ τὸ κεφάλι σκυμμένο, κι ἀφήνουμε τὴν ἀγάπη του νὰ μᾶς σκεπάσει, νὰ ἐλευθερώσει τὰ δάκρυα καὶ τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς μας. Εἶναι οἱ στιγμές ποὺ ἀφήνεται μέσα στὴν ταπείνωσή του ὁ ἄνθρωπος -ὅπως εἶναι-   μικρός,  καὶ ὑψώνεται ἀπ᾽ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ -ὅπως πλάσθηκε- μέγας.

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

Γεννήθηκε καὶ φέτος ὁ Χριστός;

π. Χρήστου Ζαχαράκη

Μὲ τὴν ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων τελείωσαν οἱ γιορτὲς τῶν Χριστουγέννων. Μένει μονάχα τὸ ἐρώτημα (ἀπαντημένο βέβαια βαθιά μέσα μας), ἄν γεννήθηκε καὶ φέτος ὁ Χριστός. Τὸ πρῶτο  ποὺ ἔχουμε λησμονήσει ἤ ἀγνοοῦμε εἶναι ὅτι οἱ γιορτὲς τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἁπλὴ ἀνάμνηση γεγονότων, ἀλλὰ ἡ συνεχὴς κλήση μας ἀπὸ τὸ Θεὸ στὴ σωτηρία. Ὅποιος ἀγαπάει εἶναι πάντα καὶ παντοῦ παρών, δὲν ἐγκαταλείπει ποτέ, δὲν παύει νὰ δίνει καινούργιες εὐκαιρίες, ὅπως κάνει ὁ Θεός. Ὅποιος δὲν ἀγαπάει κρατάει μονάχα τὶς ἀναμνήσεις, πότε καλές, πότε κακές, ἀλλὰ μένει πάντα μόνος, ὅπως κάνει ὁ ἄνθρωπος. Μᾶλλον δὲν γεννήθηκε καὶ φέτος ὁ Χριστὸς, γιατὶ τίποτε δὲν ἄλλαξε γιὰ μᾶς. Ἐπιστρέψαμε ὅλοι στὴν καθημερινότητά μας ἀπ᾽ τὸν ἴδιο δρόμο, καθολικά διαμαρτυρόμενοι, ἀλλὰ καὶ καθολικά ἐπαναπαυόμενοι. Μᾶλλον δὲν γεννήθηκε καὶ φέτος ὁ Χριστός, γιατὶ παραμένουμε ἀνεύθυνοι θεατές τῆς πείνας, τοῦ διωγμοῦ, τῆς ἐξαθλίωσης τοῦ ἀνθρώπου. Μᾶλλον δὲν γεννήθηκε καὶ φέτος ὁ Χριστός, γιατὶ ὅταν γεννήθηκε ὁ Χριστός ἔφθασε μέχρι τὴ Σταύρωση... Καὶ Ἀνάσταση δίχως Σταύρωση δὲν ἔρχεται...

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ΛΟΥΚΑ

             ΤΩΝ 10 ΛΕΠΡΩΝ

+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Πολλές θεραπεῖες ἀρρώστων ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς Χριστός στά τρία χρόνια πού κράτησε τό δημόσιο ἔργο του ἐδῶ στή γῆ. Ἐκπληρώθηκε τότε ἡ προφητεία, ὅτι «αὐτός τάς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καί τάς νόσους ἐβάστασεν»· πῆρε ἐπάνω του τίς ἀσθένειές μας καί σήκωσε τίς ἀρρώστιες μας. Καί δέν τό λέει βέβαια ὁ Προφήτης αὐτό μόνο γιά τίς σωματικές μας ἀρρώστιες, μά πιό πολύ γιά τίς ψυχικές μας ἀσθένειες, γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι τωόντι ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων μας. Μᾶς εἶπε λοιπόν τό σημερινό Εὐαγγέλιο γιά τό θαῦμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε πού ἔκαμε καλά τοὺς δέκα λεπρούς. Ἄς ἀκούσωμε λοιπόν τώρα στή δική μας ἁπλή γλώσσα πῶς ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς μᾶς ἱστορεῖ τό θαῦμα.
«Ἐκεῖνο τόν καιρό, καθώς ἔμπαινε ὁ Ἰησοῦς Χριστός σέ κάποιο χωριό, τόν συνάντησαν δέκα λεπροί ἄνθρωποι. Αὐτοί στάθηκαν μακρυά καί φώναξαν· «Κύριε Ἰησοῦ, κάμε σ’ ἐμᾶς τὸ ἔλεός σου!». Κι ὅταν τούς εἶδε, ὁ Ἰησοῦς Χριστός τούς εἶπε· «Πηγαίνετε νά σᾶς δοῦν οἱ ἱερεῖς». Κι ἔγινε, ὅταν αὐτοί πήγαιναν, καθαρίστηκαν. Κι ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ὅταν εἶδε πώς ἔγινε καλά, γύρισε δοξάζοντας μέ φωνή μεγάλη τὸ Θεό· ἔπεσε στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τόν εὐχαριστοῦσε. Κι αὐτός ἦταν Σαμαρείτης. Τότε ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί εἶπε· «Μήν τάχα καί οἱ δέκα δέν καθαρίστηκαν; μά οἱ ἐννέα ποῦ εἶναι; δέν βρέθηκαν νά γυρίσουν, γιά νά δοξάσουν τό Θεό  παρά μόνο αὐτός ὁ ἀλλογενής;». Καί τοῦ εἶπε· «Σήκω καί πήγαινε· ἡ πίστη σου σέ ἔσωσε».»
Στά τελευταῖα παραπάνω λόγια πού ἀκούσαμε φαίνεται σάν καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός νά παραπονῆται. Μά δέν εἶναι αὐτό, ἀλλά ὁ Θεός ἐλέγχει τήν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων. Γιατί οἱ ἐννέα λεπροί ἔδειξαν τωόντι ἀχαριστία πρός τόν εὐεργέτη τους. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι θά πρέπει βέβαια νά εἶχαν κάποια πίστη, μά δέν εἶχαν στήν ψυχή τους αἴσθημα εὐγνωμοσύνης. Εἶχαν πίστη, μά δέν εἶχαν ἀγάπη, γιατί ἡ εὐγνωμοσύνη στό βάθος εἶναι ἀγάπη. Καί τό λέει καθαρά ὁ Ἀπόστολος, πώς τίποτα δέν εἴμαστε, ἄν δέν ἔχωμε ἀγάπη· κι ἄς ἔχωμε τόση πίστη, πού νά μετακινάη καί βουνά. Καί ποῦ τό ξέρομε τάχα πώς οἱ ἐννέα λεπροί εἶχαν πίστη; Πρῶτα τοὺς βλέπομε νά φωνάζουν καί νά παρακαλοῦν, γιά νά τούς λυπηθῆ ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτό φανερώνει πώς εἶχαν κάποια πίστη καί γι’ αὐτό παρακαλοῦσαν. Ἡ ἀρρώστια κι ὁ πόνος μαλακώνουν τόν ἄνθρωπο καί τόν φέρνουν κοντά στό Θεό, ἄν καί οἱ δέκα λεπροί δέν ἤξεραν πώς ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦταν Θεός, μά τόν ἔβλεπαν μόνο σάν ἕναν ἄνθρωπο μέ θεϊκή δύναμη.
Ἔπειτα οἱ δέκα λεπροί, ὅταν πῆραν ἐντολή νά πᾶνε στούς ἱερεῖς, ξεκίνησαν χωρίς δισταγμό καί μ’ ἐμπιστοσύνη στό λόγο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κι ἐκεῖ πού πήγαιναν εἶδαν πώς καθαρίστηκαν  ἀπό τήν ἀρρώστια τους. Δέν θά γινότανε λοιπόν τό θαῦμα, ἄν ἦταν καί δέν εἶχαν πίστη καί δέν συμμορφώνονταν στό λόγο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶχαν λοιπόν πίστη, μά δέν ἔδειξαν εὐγνωμοσύνη, πού θά πῆ πώς δέν εἶχαν ἀγάπη. Τέτοια λειψή πίστη ἔχουν πολλοί. Ὅταν εἶναι στήν ἀνάγκη θυμοῦνται τό Θεό καί κλαῖνε μέ θερμά δάκρυα καί ζητοῦν τό θεῖο ἔλεος. Ὅταν περάση ἡ ἀνάγκη κι ὅταν λάβουν τήν εὐεργεσία, τότε ξεχνοῦν τόν εὐεργέτη. Κι ὄχι μόνο τόν ξεχνοῦν, μά πολλοί καί τόν βρίζουν καί τόν βλασφημοῦν. Κι ἀφοῦ τέτοια κάνουν οἱ ἀχάριστοι στό Θεό, τά ἴδια καί χειρότερα κάνουν καί στούς ἀνθρώπους. Καί λένε βέβαια πώς ἔχουν πίστη καί δείχνουν πώς εἶναι χριστιανοί, μά ὅταν δέν ἔχουν καλωσύνη καί ἀγάπη καί δέν αἰσθάνονται εὐγνωμοσύνη στούς εὐεργέτες, δέν εἶναι τίποτα. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός γιά τήν τέτοια λειψή πίστη, πού δέν ξέρει  ἀπό ἀγάπη καί ξεχνάει τήν εὐγνωμοσύνη, εἶπε πικρά λόγια, καθώς ἀκούσαμε σήμερα στό Εὐαγγέλιο.
Μά ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅπως καταδίκασε τήν ἀχαριστία στὸ πρόσωπο τῶν ἐννέα λεπρῶν, ἔτσι κι ἐδικαίωσε τήν εὐγνωμοσύνη στό πρόσωπο τοῦ ἑνός. Γιατί μέσα στούς ἐννέα ἀχάριστους βρέθηκε ἕνας εὐγνώμονας. Νά παραδεχθοῦμε τάχα πὼς πάντα αὐτή εἶναι ἡ ἀναλογία στή ζωή ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους;  Ἄς μήν τό ποῦμε αὐτό, μόνο ἄς παραδεχτοῦμε γενικά πώς ἡ ἀρετή στόν κόσμο εἶναι πάντα λιγοστή. Τό εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πώς πολλοί εἶναι οἱ κλητοί, μά λίγοι οἱ ἐκλεκτοί, πού πάει νά πῆ πώς οἱ ἀχάριστοι πλεονάζουν μεταξύ μας, πώς εἶναι πάντα λιγοστοί ὅσοι ἔχουν μέσα τους αἴσθημα εὐγνωμοσύνης. Καί πρέπει νά ξέρωμε πώς ὅπου δέν ὑπάρχει εὐγνωμοσύνη δέν ὑπάρχει καμμιά ἄλλη  ἀπό τίς ἀρετές. Ἡ εὐγνωμοσύνη εἶναι πρωταρχική ἀρετή, εἶναι ἡ ρίζα  ἀπό τήν ὁποία φυτρώνουν μιά-μιά οἱ ἄλλες ἀρετές· ἄν πῆς ὅμως γιά τήν ἀχαριστία, αὐτή σέρνει μαζί της κι ὅλες τίς ἄλλες κακίες. Νά μή φοβᾶσαι τόν εὐγνώμονα ἄνθρωπο, ἄς εἶναι ξένος, ἄς εἶναι ἀλλόφυλος, ἄς εἶναι κι ἐχθρός. Ἀλλόφυλος ἦταν ὁ Σαμαρείτης κι ὅμως αὐτός σώθηκε μέσα στούς δέκα λεπρούς, κι ἄς ἦσαν οἱ ἄλλοι ἐννέα Ἰουδαῖοι.
Γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶπε σέ τοῦτο τόν εὐγνώμονα Σαμαρείτη· «Πήγαινε· ἡ πίστη σου σέ ἔκαμε καλά». Ἀλλά τοῦ εἶπε· «Πήγαινε· ἡ πίστη σου σέ ἔσωσε». Πάει νά πῆ πώς αὐτό πού ἔγινε στόν εὐγνώμονα Σαμαρείτη κι αὐτό πού εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι πολύ περισσότερο  ἀπό τή θεραπεία τῆς σωματικῆς ἀρρώστιας· εἶναι ψυχική σωτηρία. Οἱ ἐννέα μόνο πού θεραπεύτηκαν· ὁ ἕνας σώθηκε. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶπε πώς τόν ἔσωσε ἡ πίστη του, πού δέν ἦταν πίστη λειψή, μά πίστη σωστή καί ἀληθινή, συνταιριασμένη μέ τήν εὐγνωμοσύνη καί τήν ἀγάπη. Ὁ ἕνας αὐτός δέν ἤξερε μόνο νά παρακαλῆ μέ πίστη, μά ἤξερε καί νά πιστεύη μέ εὐγνωμοσύνη. Οἱ ἐννέα βρῆκαν τόν Ἰησοῦ Χριστό γιά νά τόν παρακαλέσουν, μά δέν βρέθηκαν ὕστερα γιά νά τόν εὐχαριστήσουν. Οἱ ἐννέα δέν βρέθηκαν ὁ ἕνας ἦταν παρών. Γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι παρουσία. Ὅποιος ἀγαπᾶ, ὅποιος εὐγνωμονεῖ  δέν χάνεται, ἀλλά εἶναι πάντα παρών· ἡ πίστη του τόν ὁδηγεῖ νά βρίσκη τό Θεό καί ἡ εὐγνωμοσύνη του τόν φέρνει νά βρίσκεται πάντα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.


Σέ μιά του ἐπιστολή ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει· «Εὐχαριστεῖτε πάντοτε ὑπέρ πάντων», πού θά πῆ νά εὐχαριστοῦμε τό Θεό καί πατέρα μας γιά ὅλα πού μᾶς δίνει γιατί ὅλα συνεργοῦν στή σωτηρία μας, φτάνει μόνο ἐμεῖς νά ξέρωμε πῶς τά δεχόμαστε. Ἄς ἔχωμε λοιπόν εὐγνωμοσύνη στό Θεό κι ἄς εἴμαστε καί μεταξύ μας εὐγνώμονες, κι ἄς εἶναι πάντα στό στόμα μας ἡ δοξολογία τῶν Ἁγίων· «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκα». Ἀμήν.