Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗ

Κυριακὴ Η' Λουκᾶ (Λουκᾶς, 10, 25-37)
13 Νοεμβρίου 1983
+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Τὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη, ποὺ θὰ ἀκούσωμε αὔριο στὸ Εὐαγγέλιο τῆς θείας Λειτουργίας, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν εἶπε σὲ κάποιο νομικό. Στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, σὰν  μιὰ χωριστή τάξη μαζὶ μὲ τοὺς Φαρισαίους, ἀναφέρονται οἱ νομικοὶ καὶ οἱ γραμματεῖς. Αὐτοὶ ἦσαν ἄνθρωποι, ποὺ καταγίνονταν στὴ μελέτη καὶ τὴν ἑρμηνεία τοῦ Νόμου· ἄνθρωποι διαβασμένοι, ἀλλὰ στεγνοὶ καὶ προσκολλημένοι δουλικὰ στὸ γράμμα, χωρὶς νὰ μποροῦνε νὰ εἰσχωρήσουν στὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου. Γιατί ὁ Νόμος ἔχει πνεῦμα, ποὺ εἶναι πνεῦμα Θεοῦ. Ὁμιλοῦμε γιὰ τὸ Νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε πὼς δὲν ἦλθε νὰ τὸν καταργήση, ἀλλὰ νὰ τὸν συμπληρώση. Αὐτὸς ὁ Νόμος, καθὼς γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή, «παιδαγωγὸς εἰς Χριστὸν γέγονεν»[1]. Ἐπὶ αἰῶνες ἑτοίμασε καὶ παιδαγώγησε τὸν Ἰουδαϊκὸ λαό, γιὰ νὰ τοὺς φέρη στὸ Χριστό· νὰ τοὺς ὁδηγήση ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη στὸ Εὐαγγέλιο τῆς Χάρης. Ἀλλ’ ἄς ἀκούσωμε τώρα τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, μεταφρασμένο στὴ γλώσσα μας.
  «Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ κάποιος νομικὸς πλησίασε τὸν Ἰησοῦ, γιὰ νὰ τὸν πειράξη καὶ τοῦ εἶπε· «Διδάσκαλε, τί νὰ κάμω, γιὰ νὰ κληρονομήσω ζωὴ αἰώνια;». Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Τί εἶναι γραμμένο στὸ νόμο; τί διαβάζεις;». Κι ὁ νομικὸς ἀποκρίθηκε· «Θὰ ἀγαπήσης Κύριο τὸ Θεό σου μὲ ὅλη τὴν καρδιά σου καὶ μὲ ὅλη τὴν ψυχή σου καὶ μὲ ὅλη τὴ δύναμή σου καὶ μὲ ὅλη τὴ διάνοιά σου καὶ τὸν πλησίον σου σὰν τὸν ἑαυτό σου». Τότε ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Σωστὰ ἀποκρίθηκες· αὐτὸ νὰ κάνης καὶ θὰ ζήσης». Μὰ ὁ νομικός, θέλοντας νὰ δικαιώση τὸν ἑαυτό του, εἶπε στὸν Ἰησοῦ· «Καὶ ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον μου;». Τότε ὁ Ἰησοῦς ἀπάντησε καὶ εἶπε· «Ἕνας ἄνθρωπος κατέβαινε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὴν Ἱεριχὼ κι ἔπεσε στὰ χέρια ληστῶν. Ἐκεῖνοι, ἀφοῦ τὸν ἔγδυσαν καὶ τὸν χτύπησαν, ἔφυγαν καὶ τὸν ἄφησαν μισοπεθαμένο. Κατὰ σύμπτωση ἕνας ἱερέας κατέβαινε σ’ ἐκεῖνο τὸ δρόμο, κι ὅταν τὸν εἶδε, πέρασε κι ἔφυγε ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά. Τὸ ἴδιο κι ἕνας λεβίτης, ὅταν ἒφτασ’ ἐκεῖ καὶ τὸν εἶδε, πέρασε κι ἔφυγε ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά. Ἕνας ὅμως σαμαρείτης ὡδοιποροῦσε πρὸς τὰ κεῖ, κι ὅταν τὸν εἶδε πόνεσε μέσα του· τὸν πλησίασε, τοῦ ἔδεσε καλά τὰ τραύματα, ἀφοῦ τὰ ἔπλυνε μὲ κρασὶ καὶ μὲ λάδι, τὸν ἀνέβασε στὸ ζῶο του, τὸν ἔφερε σ’ ἕνα ξενοδοχεῖο καὶ τὸν περιποιήθηκε. Ὅταν τὴν ἄλλη μέρα ἔφυγε, ἔβγαλε κι ἔδωκε στὸν ξενοδόχο δυὸ δηνάρια καὶ τοῦ εἶπε· φρόντισέ τον κι ἂν τύχη καὶ ξοδέψης παραπάνω, ἐγὼ στὸ γυρισμό μου θὰ στὸ πληρώσω. Ποιὸς λοιπὸν ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς τρεῖς σοῦ φαίνεται πὼς ἔγινε πλησίον σ’ ἐκεῖνον, ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τῶν ληστῶν;». Κι ὁ νομικὸς εἶπε· «Ἐκεῖνος ποὺ τὸν πόνεσε καὶ τὸν κοίταξε». Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Πήγαινε καὶ κάνε καὶ σὺ τὸ ἴδιο».
   Αὐτὴ εἶναι ἡ παραβολή. Στὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἔχει βέβαια τίτλο καὶ ἐπιγραφή, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ πρόσωπο, ποὺ κυριαρχεῖ σ’ αὐτὴν κι ἀπὸ τὴν πράξη του, πῆρε τὸν τίτλο τῆς παραβολῆς τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη. Εἶναι, ὅπως τὴν ἀκούσαμε, πολὺ ἁπλὴ στὴ σύνθεση καὶ τὴ διατύπωσή της, ὥστε νὰ διδάσκη ἀμέσως καὶ φανερὰ ἐκεῖνο ποὺ ἤθελε νὰ πῆ ὁ θεῖος Διδάσκαλος. Ὁ νομικὸς εἶναι ὁ διαβασμένος ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς του, ποὺ τοῦ πέρασε ἀπὸ τὸ νοῦ πὼς θὰ μποροῦσε νὰ μπλέξη τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ σὲ κάποια συζήτηση. Ἀλλὰ πῆρε ἕνα καλὸ μάθημα. Ὁ θεῖος Διδάσκαλος τοῦ ἔδωσε νὰ καταλάβη πὼς ἄλλο νὰ εἶναι κανεὶς διαβασμένος κι ἄλλο νὰ εἶναι καλὸς καὶ χρήσιμος ἄνθρωπος. Πολλοὶ πιστεύουν στὴ ματαιότητα τῶν λόγων καὶ λένε πάντα πολλά, τάχα γιὰ νὰ βροῦν τὴν ἀλήθεια, μὰ λίγοι στὴν κατάλληλη στιγμὴ κάνουν ὅ,τι πρέπει. Γι’ αὐτὸ βλέπομε στὴν παραβολὴ πὼς ἀλλιῶς ρωτᾶ ὁ νομικὸς κι ἀλλιῶς τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Γιατί πραγματικὰ ὑπάρχει  μιὰ διαφορὰ καὶ  μιὰ ἀντιστροφὴ στὴν ἀρχικὴ ἐρώτηση τοῦ νομικοῦ καὶ στὸ συμπέρασμα στὸ ὁποῖο καταλήγει ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μετὰ τὴν παραβολή. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι ὁ νομικὸς ρωτάει γιὰ νὰ μάθη ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον κι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τοῦ ἁπαντὰ τί κάνει ὁ πλησίον. Γιατί, ἀλήθεια, δὲν ἔχει σημασία ποιοὶ εἴμαστε, ἀλλὰ τί κάνομε· ἀπ’ ὅ,τι κάνομε δείχνομε ὁ καθένας ποιοὶ εἴμαστε. Πάει νὰ πῆ πὼς ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἡ σοφία του καὶ τὸ ἀξίωμά του· σοφία εἶχε ὁ νομικὸς καὶ κάποιο ἀξίωμα εἶχαν ὁ ἱερέας κι ὁ λεβίτης. Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ τί θέλει καὶ μπορεῖ νὰ κάμη γιὰ τὸν ἄλλο ἄνθρωπο.
Στὴ θεία Γραφὴ καὶ στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, σοφία δὲν εἶναι ἡ θεωρητικὴ γνώση, ἀλλὰ ἡ πράξη. Αὐτὸ θέλει νὰ πῆ τὸ πατερικὸ ἀξίωμα «πρᾶξις θεωρίας ἐπίβασις»[2]. Γιὰ νὰ φτάσης νὰ ξέρης πολλὰ καὶ νὰ φιλοσοφῆς γιὰ πολλά, πρέπει πρῶτα νὰ ἀσκηθῆς στὴν πράξη καὶ νὰ πάθης πολλά. Τὰ καλύτερα μαθήματα εἶναι τὰ παθήματα. Σὲ  μιὰ ἀρχαία τραγωδία ὁ χορὸς ὑμνεῖ τὸ Θεό, «τὸν πάθει τὸ μάθος θέντα»[3], ποὺ ἔβαλε νὰ μαθαίνη καὶ νὰ διδάσκεται ὁ ἄνθρωπος μέσα στὰ παθήματά του. Ἀλλὰ τί πᾶμε στὴν ἀρχαία τραγωδία. Ὁ Ἀπόστολος γράφει γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὅτι «ἔμαθεν, ἀφ ’ ὧν ἔπαθε τὴν ὑπακοὴν»[4]· ἂν καὶ ἦταν Υἱός, ἔμαθε τὴν ὑπακοὴ ἀπ’ ὅσα ἔπαθε, ἀσκήθηκε σὰν ἄνθρωπος στὴν ὑπακοὴ μέσα στὰ παθήματά του. Ἄψητοι τώρα ἄνθρωποι, χωρὶς τὴν πείρα τῆς ζωῆς, χωρὶς νὰ ξέρουν πῶς βγαίνει τὸ ψωμί, διαρκῶς συζητοῦν καὶ διδάσκουν πῶς μοιράζεται τάχα δίκαια τὸ ψωμί. Μὰ γιὰ νὰ φτάσης στὸ ὕψος τῆς θεωρητικῆς γνώσης καὶ σοφίας, πρέπει νὰ πατήσης γερὰ στὴν πράξη καὶ νὰ ἀνεβῆς ἕνα-ἕνα τὰ σκαλοπάτια τῆς ἄσκησης. Ὁ νομικός τῆς παραβολῆς ρωτάει τάχα γιὰ νὰ μάθη, κι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, κάνοντας πὼς δὲν τὸν καταλαβαίνει ὅτι ἐκεῖνος τὸν πειράζει, τὸν διδάσκει τί νὰ κάνη · «πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως»[5].
Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἀπάντηση, ποὺ σὰν ἐντολὴ δίνει ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸ νομικό, εἶναι  μιὰ ἀντιστροφὴ στὴν ἐρώτηση ποὺ τοῦ ἔγινε. Τὸ ἐρώτημα ἦταν ποιὸς εἶναι πλησίον, καὶ τὸ συμπέρασμα, σὲ  μιὰ ἀντερώτηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ποιὸς ἔγινε πλησίον «Τὶς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς ληστάς; Ὁ δὲ εἶπεν · ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ’ αὐτοῦ»[6]. Ὄχι ποιὸς εἶναι πλησίον στὸ Σαμαρείτη, ἀλλὰ σὲ ποιὸν γίνεται πλησίον ὁ Σαμαρείτης. Εἶναι σὰν καὶ νὰ λέγη ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸ νομικὸ· «Τί ρωτᾶς ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον; Ἐσὺ ’σαι ὁ πλησίον! Μὴν ψάχνεις νὰ βρῆς τὸν πλησίον· ἐσὺ ’σαι ὁ πλησίον κάθε φορὰ γιὰ κάθε ἄνθρωπο». Ὅταν ὁ Λεωνίδας τῆς Σπάρτης φύλαγε στὶς Θερμοπύλες, πῆγε κάποιος καὶ τοῦ εἶπε· «Οἱ Πέρσες εἶν ’ ἐδῶ κοντά μας». Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε· «Κι ἐμεῖς εἴμαστ ’ ἐδῶ κοντά τους». Πάει νὰ πῆ πὼς οἱ σχέσεις τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀμοιβαῖες· ὁ καθένας γιὰ μένα εἶναι ὅ,τι εἶμ’ ἐγὼ γιὰ κεῖνον. Ὅ,τι εἶσαι σὺ γιὰ μένα εἶμαι κι ἐγὼ γιὰ σένα· ἐσὺ πλησίον μου κι ἐγὼ πλησίον σου.
 Οἱ δυὸ ἐντολές, ἡ ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ κι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, πουθενὰ δὲν βρίσκονται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἡ  μιὰ κοντὰ καὶ σὰν συνέχεια στὴν ἄλλη. Ὅμως ἔτσι διατυπωμένες, ὅπως τὶς εἶπε ὁ νομικός, μᾶς βοηθοῦν γιὰ νὰ βροῦμε τὸν ἑαυτὸ μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ κι ἐνώπιον τοῦ ἀνθρώπου. Μὴν πᾶς νὰ βρῆς τὸν ἑαυτό σου ἔξω ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ μὴν πᾶς νὰ βρῆς τὸν ἄλλο ἄνθρωπο ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου. Ἂν πᾶς ἀνάποδα, ξεκινώντας ἀπὸ τὸν ἄλλο ἄνθρωπο γιὰ νὰ βρῆς τὸν ἑαυτό σου, καὶ ξεκινώντας ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου γιὰ νὰ βρῆς τὸ Θεό, θὰ χάσης τὸ δρόμο. Μέσα στὸ Θεὸ βρίσκεις ποιὸς εἶσαι σύ, καὶ μέσα στὸν ἑαυτό σου βρίσκεις ποιὸς εἶναι ὁ ἄλλος ἄνθρωπος. Κι αὐτὸς κάθε φορὰ εἶναι ὁ πλησίον, ὁ ἕνας ἄνθρωπος, τὸ συγκεκριμένο πρόσωπο. Ἕνας ὁ Θεός, ἕνας ἐσὺ κι ἕνας ὁ πλησίον. Ὁ Θεὸς γιὰ σένα πλησίον καὶ σὺ γιὰ τὸ Θεὸ πλησίον· ὁ συνάνθρωπός σου γιὰ σένα πλησίον καὶ σὺ γιὰ τὸ συνάνθρωπό σου πλησίον. Θὰ ’λεγε κάποιος πὼς παίζομε μὲ τὶς λέξεις. Κι ὅμως δὲν ὑπάρχει ἄλλη σχέση ἀληθινῆς κοινωνίας τῶν προσώπων παρὰ αὐτή, ποὺ συνδέει τὸ Θεὸ μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸ Θεὸ καὶ μεταξύ τους· ἡ προσωπικὴ κοινωνία τοῦ πλησίον. Ὅλα τα ἄλλα ποὺ μάθαμε νὰ λέμε, γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα, γιὰ τοὺς λαούς, γιὰ τὴν ἐλευθερία, γιὰ τὴ δικαιοσύνη κι ὅσα τέτοια φωνάζομε στὸν καιρό μας, ὅλα εἶναι  μιὰ πρόφαση, σὰν ἐκείνη τοῦ νομικοῦ, ποὺ δὲν ἤξερε κι ἤθελε τάχα νὰ μάθη ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἐμπόδιζαν τὸν ἄθεο φιλόσοφο τοῦ καιροῦ μας νὰ μάχεται τάχα γιὰ τὴν ἐλευθερία, ἀλλὰ νὰ μὴ διστάζη νὰ γράφη πὼς ὁ ἄλλος ἄνθρωπος, ὁ πλησίον, ἦταν γι’ αὐτὸν ἡ κόλαση.
Τὸ νέο, ποὺ κόμισε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ τὸ Θεό, εἶναι πὼς ὁ Θεὸς εἶναι ὁ πατέρας. Καὶ τὸ νέο, ποὺ κόμισε γιὰ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι πὼς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ πλησίον. Αὐτὰ καὶ τὰ δυὸ μαζὶ φανερώνουν  μιὰ προσωπικὴ σχέση, τὴ μόνη ἀληθινὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεὸ καὶ μὲ τὸ συνάνθρωπό του. Ἔξω ἀπὸ τὴ σχέση αὐτὴ δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο πιὸ ἀληθινὸ καὶ πιὸ μόνιμο, γιὰ νὰ οἰκοδομήσουμε τὸ βίο μας καὶ νὰ βροῦμε τὸ σωστὸ δρόμο τῆς ζωῆς μας. Ὅλα τα ἄλλα εἶναι τεχνητὰ καὶ πολὺ σαθρά, γιὰ νὰ σηκώσουν τὸ οἰκοδόμημα, ποὺ μολοντούτο θέλομε νὰ τὸ λέμε κοινωνία. Μὲ ὅλα τα ἄλλα φτιάχνομε ἕνα ἄθροισμα ἀτόμων, ἕνα σύνολο ἀπὸ μονάδες, ἀλλ’ ὅμως αὐτὸ ποὺ λέμε κοινωνία εἶναι ἡ ζωντανὴ σχέση τῶν προσώπων. Ὄχι μόνο τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους, ἀλλὰ καὶ τοῦ Θεοῦ μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους· τοῦ Θεοῦ σὰν προσώπου καὶ πατέρα καὶ τῶν ἀνθρώπων σὰν προσώπων καὶ ἀδελφῶν. Μὰ ἔτσι  μιὰ εἶναι ἡ ἀληθινὴ κοινωνία, ἡ Ἐκκλησία· ἡ προσωπικὴ ἕνωση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν καθέναν ἄνθρωπο καὶ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν καθένα πλησίον. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεία Κοινωνία, ἡ θέωση καὶ ἕνωση τῶν πιστῶν στὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Μακάρι ὄχι μόνο ἔτσι νὰ πιστεύη, μὰ ἔτσι καὶ νὰ ζῆ τὴν πίστη του κάθε χριστιανός, ποὺ δὲν προφασίζεται σὰν τὸ νομικὸ ποὺ πιὸ πέρα ἀπὸ τὸ βίο μεριμνᾶ γιὰ τὴ ζωή του καὶ ρωτάει «Τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;»[7]. Ἀμήν.







[1] Γαλ. 3,24.
[2] Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Κατὰ Ἰουλιανοῦ Α' 113. MPG 35, 649-652.
[3] Αἰσχύλου, Ἀγαμέμνων, στ. 176-178.
[4] Ἑβρ. 5, 8.
[5] Λουκ. 10, 38.
[6] Λουκ. 10, 36-37.
[7] Λουκ. 18, 19.

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ΛΟΥΚΑ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Ἡ παραβολή τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου (Λουκ. 16, 19-31).
Αὔριο στὸ Εὐαγγέλιο τῆς θείας Λειτουργίας θὰ ἀκούσωμε τὴ γνωστὴ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου. Εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ χαρακτηριστικὲς παραβολὲς ποὺ εἶπε ὁ θεῖος Διδάσκαλος. Ἀφορμὴ γιὰ νὰ πῆ τὴν παραβολὴ ἦταν ἡ φιλαργυρία τῶν Φαρισαίων. Αὐτοὶ τὸν ἤκουαν νὰ ὁμιλῆ γιὰ τὸν πλοῦτο καὶ «ἐξεμυκτήριζον αὐτὸν»1· τὸν ἔπαιρναν γιὰ ἀνόητο, ποὺ ἔλεγε πράγματα γελοῖα. Γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔχει μιὰ ἀπόλυτη ἀνεξαρτησία ἀπέναντι στὸν πλοῦτο καὶ σ' ὅλα τὰ ἀγαθά τοῦ βίου, καὶ δὲν ἐξαρτᾶ τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν οἰκονομική του κατάσταση κι ἀπὸ τὴν καλοπέρασή του στὴ ζωή. Οἱ Φαρισαῖοι πίστευαν ἀλλιώτικα· ὁ πλοῦτος καὶ ἡ οἰκονομική τους ἄνεση ἦταν ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δίκαιη πληρωμή του γιὰ τὴν ἀρετή τους. Μιὰ καὶ ἦσαν πλούσιοι αὐτὸ θὰ πῆ πὼς εἶχαν τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλ' αὐτὸ εἶναι μεγάλη πλάνη. Γιατί τότε τί θὰ ποῦμε γιὰ τοὺς φτωχοὺς ὅλου τοῦ κόσμου, ποὺ ἔζησαν καὶ ζοῦν μέσα στὴ στέρηση καὶ τὴ μιζέρια; Τάχα πώς ὅλοι αὐτοὶ τιμωροῦνται γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους; Καὶ τί θὰ ποῦμε γιὰ τοὺς Προφῆτες καὶ γιὰ τοὺς Μάρτυρες, ποὺ στερήθηκαν καὶ κακουχήθηκαν καὶ διώχτηκαν καὶ πῆγαν ἀδικοσκοτωμένοι; Θὰ εἶχαν ἴσως δίκιο οἱ Φαρισαῖοι κι ὅλοι ὅσοι σκέφτονται σὰν κι αὐτούς, ἂν ὅλο κι ὅλο γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἦταν μόνο ὁ παρὼν βίος. Μὰ ὅ,τι γίνεται στὸν παρόντα βίο ἔχει μιὰ προέκταση, ποὺ πολλὲς φορὲς εἶναι μεταβολὴ στὸ ἀντίθετο. Αὐτὴ ἡ προέκταση κι αὐτὴ ἡ μεταβολὴ κατακυρώνουν τὴ διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ δικαιώνουν τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ ἀλλιῶς εἶναι σκάνδαλο καὶ μωρία. Γι' αὐτὴ τὴν προέκταση καὶ τὴ μεταβολὴ ποὺ μᾶς περιμένει, ὁμιλεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸ αὐριανὸ Εὐαγγέλιο τῆς θείας Λειτουργίας.

«Εἶπε ὁ Κύριος «Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πλούσιος, ποὺ ντυνότανε στὰ κόκκινα καὶ τὰ βυσσινιὰ καὶ τρωγόπινε καὶ καλοπερνοῦσε κάθε μέρα, μέσα σὲ μεγάλη πολυτέλεια καὶ σπατάλη. Κι ἦταν ἕνας φτωχός, ποὺ τὸν ἔλεγαν Λάζαρο, πεσμένος ἔξω ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ πλουσίου, γεμάτος πληγὲς καὶ λιμάζοντας νὰ χορτάση ἀπὸ τὰ ψίχουλα, ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου· ἀκόμα καὶ τὰ σκυλιὰ ἔρχονταν κι ἔγλυφαν τὶς πληγές του. Ἔγινε λοιπὸν καὶ πέθανε ὁ φτωχὸς καὶ μεταφέρθηκε ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους στὸν κόλπο τοῦ Ἀβραάμ· ὕστερα πέθανε κι ὁ πλούσιος καὶ θάφτηκε. Καὶ στὸν Ἅδη, ἐκεῖ ποὺ βασανιζότανε, σήκωσε τὰ μάτια του καὶ βλέπει ἀπὸ μακρυὰ τὸν Ἀβραὰμ καὶ κοντά του τὸ Λάζαρο. Καὶ φώναξε καὶ εἶπε· ´Πατέρα Ἀβραάμ, λυπήσουμε καὶ στεῖλε τὸ Λάζαρο νὰ βουτήξη στὴν ἄκρη τὸ δάκτυλό του στὸ νερὸ καὶ νὰ δροσίση τὴ γλώσσα μου, γιατί καίγομαι καὶ λυώνω σὲ τούτη τὴ φλόγα'. Κι ὁ Ἀβραὰμ εἶπε· Παιδί μου, θυμήσου πὼς ἐσὺ πῆρες μὲ τὸ παραπάνω τα καλά σου στὴ ζωή σου κι ὁ Λάζαρος πάλι ὅλα τα κακά· τώρα λοιπὸν αὐτὸς ἐδῶ χαίρεται καὶ σὺ ὑποφέρεις. Κι ἐκτὸς ἀπ' ὅλα ἐτοῦτα, μεταξὺ μας ἀνοίγεται βαθὺ φαράγγι, ὥστε ἐκεῖνοι ποὺ θέλουνε νὰ διαβοῦν ἀπ' ἐδῶ πρὸς ἐσᾶς νὰ μὴ μποροῦν μήτε οἱ ἀπ' αὐτοῦ πρὸς ἐμᾶς νὰ περάσουν'. Τότε ὁ πλούσιος εἶπε· 'Σέ παρακαλῶ, πατέρα Ἀβραάμ, νὰ στείλης τὸ Λάζαρο στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου, γιατί ἔχω πέντε ἀδελφούς. Νὰ πάη λοιπὸν καὶ νὰ τοὺς πῆ τί γίνεται ἐδῶ, γιὰ νὰ μὴν ἔλθουν κι αὐτοί σὲ τοῦτον ἐδῶ τὸ βασανισμένο τόπο'. Τοῦ λέγει τότε ὁ Ἀβραάμ· ''Ἔχουν τὸ Μωϋσῆ καὶ τοὺς Προφῆτες ἄς τοὺς ἀκούσουν'. Κι ὁ πλούσιος εἶπε· ''Ὄχι, πατέρα Ἀβραάμ, ἀλλ' ἂν κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς πάη σ' αὐτούς, θὰ μετανοήσουν'. Τότε τοῦ εἶπε ὁ Ἀβραάμ· ''Ἂν δὲν ἀκοῦνε τὸ Μωϋσῆ καὶ τοὺς Προφῆτες, οὔτε κι ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἂν κάποιος ἀναστηθῆ, θὰ πιστέψουν’».
Κάποιος θὰ πῆ πὼς ἡ εἰκόνα, ποὺ παρουσιάζει στὴν ἀρχὴ ἡ παραβολή, εἶναι ὑπερβολική. Πουθενὰ δὲν συναντᾶμε τόση ἀντίθεση· τόση προκλητικὴ καλοπέραση ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ τόση ἐξαθλίωση ἀπὸ τὸ ἄλλο. Ὅμως ἴσως νὰ εἶναι καὶ μεγαλύτερη ἡ ἀντίθεση, καὶ μόνο ποὺ δὲν τὴ βλέπομε σ' ὅλη της τὴν ἔκταση σὲ μιὰ συγκεκριμένη περίπτωση. Καὶ σήμερα, μ' ὅλη τὴν εὐεργετικὴ ἐπίδραση τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, καὶ μ' ὅλους τοὺς ἀγῶνες, ἀληθινοὺς ἤ ψεύτικους, γιὰ τὴν ἰσότητα, ὑπάρχει μεγάλη ἀντίθεση στὸν κόσμο ἀνάμεσα στὴν πολυτέλεια τοῦ πλούτου καὶ στὴν ἐξαθλίωση τῆς φτώχειας. Δὲν ἐξετάζομε τώρα τὸ πὼς καὶ γιατί, ἀλλὰ διαπιστώνομε μόνο πὼς ὑπάρχει πάντα στὸν κόσμο ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ὁ πλοῦτος κι ἀπὸ τὸ ἄλλο ἡ φτώχεια. Καὶ θέλομε νὰ ποῦμε καὶ στοὺς πλούσιους καὶ στοὺς φτωχούς τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου, ὅτι «παράγει τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου»2· περνᾶ κι ἀλλάζει ὁ κόσμος. Ἐκεῖνο ποὺ ἐνδιαφέρει δὲν εἶναι ὁ πλοῦτος μήτε ἡ φτώχεια, μὰ ὁ ἄνθρωπος· ὁ πλούσιος μέσα στὸν πλοῦτο του κι ὁ φτωχὸς μέσα στὴ φτώχειά του. Πῶς ὁ καθένας αἰσθάνεται τὸν ἑαυτὸ του μέσα στὴν κατάστασή του. Τὸ πιὸ συνηθισμένο εἶναι ὁ πλούσιος νὰ αἰσθάνεται εὐτυχισμένος κι ὁ φτωχὸς νὰ βλέπη πὼς χάνεται. Ἔτσι, μέσα στὴ μεγάλη τους ἀντίθεση καὶ μ' ὅλη τὴ μεταξύ τους ἀπόσταση, πλούσιοι καὶ φτωχοὶ συναντιοῦνται, ἐπειδὴ συμβαίνει νὰ ἔχουν τὴν ἴδια πίστη καὶ τὴν ἴδια ἐλπίδα. Δὲν πιστεύουν καὶ δὲν βλέπουν τίποτε πιὸ πέρα ἀπὸ τὸν παρόντα βίο.
Μὰ στὴ ζωὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπου παρεμβάλλεται πάντα τὸ ἐπεισόδιο τοῦ θανάτου. Μιὰ  καὶ γεννήθηκε, κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἀπόλυτα βέβαιο ὅτι καὶ θὰ πεθάνη. Μετὰ τὴν εἰκόνα τοῦ πλούτου καὶ τῆς φτώχειας, ἡ παραβολὴ ὁμιλεῖ γιὰ κάτι, ποὺ τὸ βλέπομε καὶ τὸ διαπιστώνομε κάθε μέρα· πρῶτα ὁ φτωχὸς κι ὕστερα ὁ πλούσιος πέθαναν. Γιὰ τὸ φτωχὸ λέγει ὅτι «ἐγένετο ἀποθανεῖν» καὶ γιὰ τὸν πλούσιο λέγει ὅτι «ἀπέθανε καὶ ἐτάφη. Ποιὸς προσέχει, ὅταν πεθαίνει ἕνας φτωχός; Ποιὸς ξέρει τὸν τάφο του;  Ὅμως ὁ πλούσιος «ἀπέθανε καὶ ἐτάφη». Αὐτὸ θὰ πῆ πὼς τοῦ ἔγινε μιὰ μεγαλόπρεπη κηδεία, μὲ μουσική, μὲ στέφανα καὶ μὲ ἐπικήδειους λόγους. Ἀλλὰ τὸ «ἐτάφη» θὰ πῆ ἀκόμα πὼς ὅλο κι ὅλο, ποὺ μποροῦσε νὰ ἐξασφαλίση ὁ πλούσιος πεθαίνοντας, ἦταν νὰ θαφτῆ. Νὰ θαφτῆ τὸ σῶμα του, νὰ θαφτῆ κι ἡ μνήμη του, καὶ νὰ μείνουν μόνο κάποια μάρμαρα γιὰ μνημεῖο του, ποὺ γιὰ μιὰ δυὸ γενεὲς θὰ λένε τὸ ὄνομά του. Θὰ ἦταν βέβαια κι αὐτὸ γιὰ τὸν πλούσιο ἕνα κέρδος νὰ φάη, νὰ πιῆ καὶ νὰ πεθάνη, νὰ τερματίση δηλαδὴ τὴ ζωή του στὸν τάφο. Μὰ θὰ ἦταν καὶ γιὰ τὸ φτωχὸ μιὰ μεγάλη ἀδικία, νὰ ταλαιπωρηθῆ στὸ βίο του καὶ νὰ τερματίση κι αὐτὸς τὴ ζωή του στὸν τάφο. Ὅμως οἱ ἄνθρωποι, ποὺ εἶδαν καὶ θαύμασαν τὴν κηδεία τοῦ πλουσίου, δὲν εἶδαν τί ἔγινε μὲ τὸ φτωχό, γιατί αὐτὸ εἶν' ἔξω ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη αἴσθηση καὶ ἐμπειρία. Ἄγγελοι φωτεινοί, σταλμένοι ἀπὸ τὸ Θεό, πῆραν τὴν ψυχή του καὶ τὴν πῆγαν κοντὰ στὸν Ἀβραάμ, τὸν πλουσιώτερο μὰ καὶ τὸν δικαιότερο ἄνθρωπο τοῦ παλιοῦ καιροῦ. Κάποιοι ἄλλοι ἄγγελοι πῆραν καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ πλουσίου καὶ τὴν πῆγαν σὲ ἄλλο τόπο. Ἡ ζωὴ λοιπὸν τῶν ἀνθρώπων συνεχίζεται πέρα ἀπὸ τὸν τάφο, κι εἶναι γιὰ μᾶς ἀρκετὴ ἀπόδειξη ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σ' αὐτὴν ἐδῶ τὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου.
Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου εἶναι βέβαια παραβολικός, ἀλλ' ὅμως στηρίζεται σὲ μιὰ πραγματικότητα, ποὺ τὴν ξέρει ὁ Θεός. Γιατί ἡ παραβολὴ εἶν' ἕνας λόγος φτιαχτός, μὰ λόγος ποὺ στηρίζεται στὴν ἀλήθεια καὶ τὴ φύση τῶν πραγμάτων. Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, ποὺ δὲν μποροῦν ἐμπειρικὰ νὰ τὴν ξέρουν οἱ ἄνθρωποι, γιατί κανεὶς ποτὲ δὲν γύρισε ἀπὸ τὸν ἄλλον κόσμο καὶ δὲν μᾶς εἶπε τί γίνεται ἐκεῖ, αὐτὴ λοιπὸν τὴν ἀλήθεια τὴν ξέρει καλὰ ὁ Θεὸς καὶ μᾶς βεβαιώνει γι' αὐτήν. Ἡ ζωή μας δὲν εἶναι μόνο ὁ βίος καὶ τὸ τέλος τοῦ βίου δὲν εἶναι καὶ τὸ τέλος τῆς ζωῆς. Ἡ ζωὴ προεκτείνεται καὶ συνεχίζεται πέρα ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ βίου. Πάει νὰ πῆ πὼς ὁ τάφος δὲν εἶναι ἡ τελευταία κατοικία, καθὼς πολλοὶ ἄκαιρα καὶ βλάσφημα τὸ λένε στοὺς ἐπικήδειους λόγους. Τάχα ποιὰ θὰ ἦταν τότε ἡ διαφορὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ κτήνη; Ἐκείνων ἡ ζωὴ σταματᾶ μὲ τὸ τέλος τοῦ βίου, γιατί ἐκεῖνα ἔχουν μέσα τους μόνο ζωικὴ δύναμη. Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ἔχει ψυχή, ποὺ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πνοῆς, ποὺ φύσηξε μέσα του ὁ Θεὸς· «...καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πvοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν»4. Ὄχι ζωικὴ δύναμη, ἀλλὰ ψυχὴ μέσα σ' ἕνα ζωντανὸ σῶμα.
Ὅμως ὁ θεῖος λόγος μᾶς βεβαιώνει ἀκόμα, ὄχι μόνο πὼς ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου συνεχίζεται, μὰ καὶ ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ συνέχεια καὶ ἡ προέκτασή της. Εἶναι τέτοια, κατὰ ποὺ ὁ καθένας τὴν προετοίμασε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ὅποιος παίρνει ἐδῶ ἔχει νὰ δώση ἐκεῖ, κι ὅποιος δίνει ἐδῶ ἔχει νὰ πάρη ἐκεῖ. Ὁ πλούσιος της παραβολῆς πῆρε ἐδῶ μὲ τὸ παραπάνω· γιατί ἔτσι εἶδε τὴ ζωή, σὰν εὐκαιρία γιὰ νὰ πάρη καὶ ν' ἀπολαύση. Πῆρε λοιπὸν καὶ ξώφλησε στὴν ἄλλη ζωὴ ὄχι μόνο δὲν τοῦ μένει νὰ πάρη, μὰ καὶ χρωστάει νὰ δώση πολλά. Ὁ Λάζαρος πάλι ἔδωκε μὲ τὸ παραπάνω ἔζησε τὴ φτώχειά του καὶ τὴν ἀρρώστια του καὶ τὴν περιφρόνηση τοῦ πλουσίου, κι ὂλ' αὐτὰ τὰ σήκωσε μὲ ὑπομονή. Μιὰ εἶναι ἡ διαφορά· ὁ πλούσιος ἔπαιρνε μόνος του ἐδῶ ἐκεῖνα ποὺ θαρροῦσε πὼς τοῦ ἀνῆκαν, καὶ τὸ πάρσιμό του εἲχ' ἕνα τέλος. Ὁ φτωχὸς ἐκεῖ παίρνει ἐκεῖνα ποὺ τοῦ δίνει ὁ Θεός, μὰ ὅ,τι δίνει ὁ Θεὸς εἶναι ἀμεταμέλητα καὶ χωρὶς τέλος. Πρόσκαιρη τότε ἡ ἡδονὴ τοῦ πλουσίου, ἀτέλειωτη τώρα ἡ ὀδύνη του. Πρόσκαιρη τότε καὶ τοῦ φτωχοῦ ἡ ταλαιπωρία, ἀτέλειωτη τώρα ἡ μακαριότητα. Τὰ ἐδῶ εἶναι πρόσκαιρα, τὰ ἐκεῖ αἰώνια· καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά.
Στὸν καιρό μας, ἐπάνω στὰ ζητήματα τοῦ πλούτου καὶ τῆς φτώχειας, οἱ ἄνθρωποι ὁμιλοῦν μιὰ ἄλλη γλώσσα· ὁλωσδιόλου διαφορετικὴ καὶ ἀντίθετη ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς παραβολῆς τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου. Εἶναι ἡ γλώσσα τῆς ἀθεΐας, ποὺ δὲν πιστεύει στὰ «μετὰ θάνατον» καὶ ἀγνοεῖ τὴν πρόνοια καὶ τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Ὄχι πὼς δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ Θεὸ κάθε ἀγώνας τῶν ἀνθρώπων γιὰ κοινωνικὴ δικαιοσύνη· ὄχι πὼς εἶναι ἀνεκτὴ κάθε πρόκληση τῆς χορτασιᾶς ἀπέναντι στὴν πείνα· ὄχι πὼς εἶναι φυσικὸ οἱ ἄνθρωποι νὰ χωρίζωνται σὲ πλούσιους καὶ φτωχούς· μὰ θὰ συμβαίνη πάντα ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅτι τοὺς φτωχοὺς θὰ τοὺς ἔχωμε πάντα μαζί μας. Γιὰ διάφορους λόγους, ποὺ ὅλοι ὀφείλονται στὴν ἀτέλεια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν συνθηκῶν τοῦ βίου. Κι' αὐτὸς ἀκριβῶς εἶναι πάντα ὁ ἀγώνας, πῶς θὰ φτιάξουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ πῶς θὰ καλυτερέψουμε τοὺς ὅρους τῆς κοινωνικῆς μας συμβίωσης. Ἀλλὰ εἶναι ἀλήθεια πὼς καὶ τὰ   δυὸ αὐτὰ ἔχουν ἄμεση ἐξάρτηση ἀπὸ τὸ τί πιστεύομε γιὰ τὸν προορισμὸ μας· γιατί ὁ βίος μας εἶναι πάντα τέτοιος μὲ ὅ,τι πιστεύομε γιὰ τὴ ζωή.