Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Η´ΛΟΥΚΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ Η´ΛΟΥΚΑ

Ο ΚΑΛΟΣ  ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ

π. Χρήστου Ζαχαράκη

Τὸ ἐρώτημα τοῦ νομικοῦ στὸ Χριστὸ «καὶ ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον μου» ἀφορᾶ μᾶλλον ὅλους μας, ἔστω κι ἄν ἡ ἠθική μας ἐπιφάνεια δὲν ἀφήνει νὰ τὸ ψελλίσουμε, κι ἀναδεικνύεται  στὶς μεγάλες κοινωνικὲς ἀνισότητες καὶ ἀδικίες, ποὺ δημιουργοῦν οἱ στυγνοὶ ληστές τοῦ βίου καὶ τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων. Ὅσο ἡ Πολιτεία, ἐνῶ δημιουργεῖ τὸ πρόβλημα, προσπαθεῖ, παίζοντας τὸ παιχνίδι τῶν ληστῶν, νὰ τὸ λύσει μὲ περίεργους νόμους καὶ διατάξεις, καὶ ὅσο ἡ Ἐκκλησία «ἀντιπαρέρχεται», διὰ τοῦ κοινωνικοῦ της ἔργου, τὸ πρόβλημα, τόσο τὸ ἐρώτημα «καὶ ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον μας» θὰ πλανᾶται, ὄχι ὡς αἴσθηση τοῦ χρέους τῆς ἀγάπης πρὸς τὸ συνάνθρωπό μας, ἀλλὰ ὡς προσπάθεια ἀποπομπῆς τῆς προσωπικῆς καὶ κοινωνικῆς μας εὐθύνης ἀπὸ τὸ δικαίωμα τοῦ καθενός ἀπέναντι στὴν  ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια.
  Δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ ποῦμε περισσότερα πάνω σ᾽ αὐτό, γιὰ νὰ μὴν ἐκπέσει ὁ λόγος μας σὲ πολιτικολογία καὶ  γιατὶ ὅπως ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν σημειώνει, «ὅταν κάποιος παραμένει στὸ σύστημα, τότε τὸ ἀποδέχεται, μολονότι ἀκούσια, μαζὶ μὲ τὶς μεθόδους του. Ἄν κάποιος τὸ ἐγκαταλείψει -ἔχοντας τὸ ρόλο τοῦ προφήτη ἤ τοῦ κατήγορου-, τότε γλιστρᾶ στὴν ἀλαζονεία καὶ στὴν ὑπερηφάνεια».
Ἀλλὰ καὶ δὲν χρειάζεται νὰ ποῦμε κάτι περισσότερο, γιατὶ τὸ περισσότερο εἶναι πάντα τοῦ Θεοῦ, ποὺ μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη, ἐπανατοποθετεῖ μᾶλλον τὴν ἀνθρώπινη εἰκόνα στὴν ὁδὸ τῆς τελείωσης.  Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ παραβολὴ εἰπώθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο μετὰ τὴν ἀπάντηση τοῦ νομικοῦ στὸ πῶς κερδίζεται ἡ αἰώνια ζωή, συνδέοντας οὐσιαστικά τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὸν πλησίον μὲ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀγάπη μας πρὸς τὸ Θεό. Ἀγαποῦμε τὸ Θεὸ μὲ ὅλο τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν πλησίον ὅπως τὸν ἑαυτό μας.
Ἐπίσης χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ τραυματισμένου ἀπὸ τοὺς δύο ἱερωμένους εἶναι ἴδια μὲ τοῦ νομικοῦ, κινοῦνταν δηλαδὴ στὰ ὅρια τῆς καθηκοντολογίας, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἀντιπαρῆλθαν. Τὰ ὅρια τῆς καθηκοντολογίας, στενὰ καὶ περιορισμένα, ἐξαρτώμενα πάντοτε ἀπὸ τὸ μέγεθος τῆς πνευματικῆς αὐτάρκειας, τὰ βλέπουμε συχνὰ καὶ  ἀντιστρόφως ἀνάλογα, ν᾽ ἀγγίζουν τὰ ὅρια τῆς ἀπανθρωπιᾶς. Ὅσο τὴν ἀγάπη τὴ βλέπουμε σὰν καθῆκον, πάντα θὰ ἀντιπαρερχώμαστε, θὰ προσπερνᾶμε τὴ ζωή, τὰ ἔργα μας θὰ εἶναι ἀπρόσωπα, ἀνούσια καὶ ἀνερμάτιστα.

Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι καθῆκον ἀλλὰ   ζωὴ, ὅπως τὴν ἔπλασε ὁ Θεός καὶ τὴ χάρισε καὶ στὸν ἄνθρωπο, νὰ ζεῖ καὶ νὰ κινεῖται μέσα σ᾽ αὐτήν. Τὸν πλοῦτο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος θέλησε νὰ τὸν ἰδιοποιηθεῖ, νὰ τὸν ληστέψει. Μὰ ἡ ἀγάπη δὲν ἰδιοποιεῖται κι ὅποιος τὸ κάνει    τραυματίζεται. Κι ἔρχεται πάλι Ἐκεῖνος ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ, προσωπικὰ τὸ τραῦμα νὰ περιποιηθεῖ, νὰ τὸ γιατρέψει. Κι ἄν φύγει ἡ ἀγάπη του μένει ἐκεῖ, ἡ ἀγάπη του εἶσαι ἐσὺ, καὶ σὲ φροντίζει.

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Παραινέσεις κατ᾽ ἀλφάβητον

Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου
Παραινέσεις κατ᾽ ἀλφάβητον


Ἀρχὴν νόμιζε τῶν ὅλων εἶναι Θεόν
Βέβαιον οὐδὲν ἐν βίῳ δόκει πέλειν.
Γονεῖς τιμῶν μάλιστα Θεὸν φοβοῦ
∆ίδασκε σαυτὸν μὴ λαλεῖν ἃ μὴ θέμις
Ἔργοις δ' ἀρέσκειν σπεῦδε καὶ λόγοις Θεῷ.
Ζωὴν πόθησον τὴν ἔχουσαν μὴ τέλος
Ἡττῶν σεαυτὸν τοῖς φίλοις νικῶν ἔσῃ
Θνητὸς δ' ὑπάρχων μηδόλως μέγα φρόνει
Ἰχνηλάτει μὲν τῶν σοφῶν ἀεὶ θύρας.
Καὶ νοῦν δὲ καλλώπιζε τῆς μορφῆς πλέον
Λόγῳ Θεοῦ ἄνοιγε σόν, τέκνον, στόμα
Μνήμης δὲ αὐτοῦ μηδαμῶς λάθῃ ποτέ
Νήφων προςεύχου τῷ Θεῷ καθ' ἡμέραν
Ξένους ξένιζε, μὴ ξένος γένῃ Θεοῦ.
Ὁρμὰς χαλίνου τῶν παθῶν ψυχοφθόρους
Πέδαις τὸ σῶμα ἀσφαλίζου σωφρόνως
Ῥάβδον σεαυτῷ τὴν συνείδησιν φέρε
Σαφῶς σχόλαζε ἐν Γραφαῖς ταῖς ἐν θέοις
Τὰς τῶν πενήτων ψυχαγώγησον λύπας
Ὑπὲρ σεαυτὸν τοὺς πέλας καλῶς θέλε
Φίλους ἔχειν σπούδαζε, ἢ πλοῦτον πολύν
Χρυσοῦ γὰρ αὐτοὶ εὐκλεέστεροι λίαν
Ψεῦδος μίσησον, τὴν δ' ἀλήθειαν φίλει.
Ὦ παῖ, φυλάσσων ταῦτα σώζῃ ἐνθέως 

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Κυριακή μετά τὴν Ὕψωση

Κυριακή μετὰ τὴν Ὕψωση
   π. Χρήστου Ζαχαράκη


«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι». Ὁ σταυρὸς, τὸν ὁποῖο μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος νὰ σηκώσουμε εἶναι ἡ ἁμαρτία μας. Ἁμαρτία εἶναι ὅ,τι μᾶς κρατάει δεμένους στὴ γῆ, ὅ,τι ἐμποδίζει τὴ σωτηρία μας. Ὁ ἄνθρωπος παλεύει καθημερινὰ μὲ τὴν ἁμαρτία του καὶ συμβαίνει ὅσο παλεύει τόσο καὶ νὰ βαραίνει ὁ σταυρός του, γιατὶ οὔτε τὰ πάθη, οὔτε οἱ ἐγωισμοὶ μᾶς ἐγκαταλείπουν, ἄν δὲν στηρίξουμε τὸ σταυρό μας στὸ Σταυρό τοῦ Κυρίου. «Ὅς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου οὗτος σώσει αὐτήν». Ὁ Χριστός μᾶς καλεῖ στὴ ζωὴ λέγοντάς μας νὰ τὴ χάσουμε. Ὁ ἑαυτός μας δὲ νικιέται ἄν δὲν τὸν «χάσουμε», ἄν δὲν τὸν ἀποσυνδέσουμε ἀπὸ τὶς «σαρκικὲς ἐπιθυμίες καὶ ἠδονές», ἄν δὲν τὸν ἀπομακρύνουμε δηλαδή ἀπὸ τὸν γήϊνο προσανατολισμό του, γιατὶ ὁ κόσμος δὲ νικιέται ὅσο ἔχει μέσα του τὸν ἑαυτό μας. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ κερδίσει κάτι ἀπ᾽ τὸν κόσμο, τόσο χάνει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, καὶ τὸ τραγικό εἶναι, ὅτι γιὰ νὰ κερδήσει ὁ,τιδήποτε ἐφήμερο, δίνει ἀπὸ τὴν ψυχή του, δίνει δηλαδὴ ὅ,τι θεϊκό ἔχει μέσα του. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Χριστός ἀναρωτιέται: «τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;  ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;».  

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Κυριακὴ Στ´ Ματθαίου

           Κυριακή Στ´ Ματθαίου 
           π. Χρήστου Ζαχαράκη


Ὅταν κάποτε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πέρασε μὲ τὸ πλοῖο στὴν Καπερναούμ, τοῦ ἔφεραν πάνω σ᾽ ἕνα φορεῖο ἕναν παραλυτικὸ· διαπιστώνοντας τὴν πίστη τους, χωρίς ἄλλη κουβέντα λέγει στὸν παραλυτικό: «Θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ Κύριος συνδέει τὴν ἀσθένεια μὲ τὴν ἁμαρτία. Οἱ γραμματεῖς, ποὺ ἑρμήνευαν τὸ Νόμο, τὸ θεώρησαν βλασφημία. Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, μέσα στήν ἄκρατη καὶ ἄκριτη ἐλευθερία καὶ  ἀτομικότητά του, ἀντιδρᾶ καὶ ἀρνεῖται   μιὰ τέτοια σχέση. Κι ὅταν τὴ δέχεται, τὴ δέχεται μόνον σὰν τιμωρία ἀπὸ τὸ Θεό. Κι εἶναι ἑπόμενο, γιατὶ ὅταν θεωρεῖς ὡς ἁμαρτία μόνο τὴν ἠθικὴ πτώση ἤ κατάπτωση, ἡ ἀσθένεια μονάχα ὡς τιμωρία μπορεῖ νὰ ἐκληφθεῖ. Πόσο ὅμως ἕνας Θεὸς ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο μπορεῖ νὰ θέλει τὴν τιμωρία του;
Ὅταν ὁ Χριστὸς λέγει «Θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» ἀσφαλῶς καὶ δὲν ἐννοεῖ τὶς προσωπικὲς ἁμαρτίες τοῦ παραλυτικοῦ· ἄλλωστε δὲν ὑπάρχει καμμιὰ διήγηση, ἤ χωρίο τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ ὁ Χριστὸς νὰ κατακρίνει ἤ νὰ καταδικάζει κάποιον γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ἐξετάζει τὴν ἁμαρτία ἀπὸ τὴν ἠθικὴ της πλευρά, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πραγματική της, ποὺ εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ Θεό. Ἡ φυσικὴ θέση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι κοντὰ στὸ Θεό, ὁτιδήποτε ἄλλο εἶναι ἀφύσικο, εἶναι φθορά, ἀρρώστια καὶ θάνατος. Ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ καταλύσει τὸ κράτος τῆς ἁμαρτίας, ποὺ ἤδη μὲ τὴν ἐνανθρώπισή του δέχθηκε τὸ πρῶτο πλῆγμα, γι᾽ αὐτὸ μπορεῖ νὰ δίνει θάρρος στὸν παραλυτικό ἄνθρωπο· «Θάρσει, τέκνον…». Γι αὐτὸ προσφέρει τὸ πιὸ δύσκολο, τὸ οὐσιαστικό, τὸ ὅλο, τὸ αἰώνιο· τότε τὸ θαῦμα, ἡ θεραπεία, ξεπροβάλλει σὰν φυσικὴ ἀνθοφορία τῆς σωτηρίας. Μὰ κι ἄν ἀκόμα δὲν ἔλθει μ᾽ αὐτὴ τὴ μορφή, τὸ θαῦμα ἐπιτελεῖται· ἡ σωματικὴ ἀσθένεια μεταβάλλεται σὲ σημάδι ὑπέρβασης τοῦ βίου σ᾽ ἕνα σῶμα ποὺ διαποτίζει ἡ χάρη. Σ᾽ ἕνα κόσμο ποὺ κερδίζεις τὴν ἀθανασία ἡ μακροημέρευση εἶναι περιττή!
Ὅταν ὁ λαὸς, βλέποντας αὐτὸ τὸ θαῦμα, δόξαζε τὸ Θεὸ ποὺ ἔδωσε στοὺς ἀνθρώπους «τοιαύτην ἐξουσίαν», ἐμεῖς, ἀντίθετα μὲ τὸν Κύριο,  ὑποκύπτουμε στὸν πειρασμό τῆς εὔκολης θεραπείας, τῶν θεαματικῶν πράξεων, τῶν πρόσκαιρων λύσεων, ὁμιλοῦμε γιὰ ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ μετάνοια καὶ   σωτηρία. Τὸ θαῦμα δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἡ μαγικὴ λύση τῶν προβλημάτων, ἀλλὰ ἡ μετοχὴ στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´


ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ 
Προκείμενον. Ἦχος  πλ. α΄
Σὺ Κύριε, φυλάξαις ἡμᾶς καὶ διατηρήσαις ἡμᾶς
Στίχ. Σῶσόν με, Κύριε, ὅτι ἐκλέλοιπεν ὅσιος.

Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα   12:6-14
Ἀδελφοί, ἔχοντες χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα͵ εἴτε προφητείαν κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως͵ εἴτε διακονίαν ἐν τῇ διακονίᾳ͵ εἴτε ὁ διδάσκων ἐν τῇ διδασκαλίᾳ͵ εἴτε ὁ παρακαλῶν ἐν τῇ παρακλήσει͵ ὁ μεταδιδοὺς ἐν ἁπλότητι͵ ὁ προϊστάμενος ἐν σπουδῇ͵ ὁ ἐλεῶν ἐν ἱλαρότητι. Ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος. ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν͵ κολλώμενοι τῷ ἀγαθῷ· τῇ φιλαδελφίᾳ εἰς ἀλλήλους φιλόστοργοι͵ τῇ τιμῇ ἀλλήλους προηγούμενοι͵ τῇ σπουδῇ μὴ ὀκνηροί͵ τῷ πνεύματι ζέοντες͵ τῷ κυρίῳ δουλεύοντες͵ τῇ ἐλπίδι χαίροντες͵ τῇ θλίψει ὑπομένοντες͵ τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες͵ ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες͵ τὴν φιλοξενίαν διώκοντες. Εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας͵ εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε.


Τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ κείμενο ὁμιλεῖ γιὰ τὴ συμπεριφορὰ τῶν χριστιανῶν πρὸς ἀλλήλους, ποὺ δὲν πρέπει νὰ τὴν πάρωμε σὰν μιὰ ἁπλὴ κοινωνικὴ σχέση καὶ κάτι σὰν τοὺς καλοὺς τρόπους τῆς ἐθιμοτυπίας. Τὸ πλαίσιο, μέσα στὸ ὁποῖο ὁ Ἀπόστολος διαγράφει τὴν ἀναστροφὴ τῶν χριστιανῶν εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τὸ σῶμα καὶ ὁ ζωντανὸς ὀργανισμὸς, ὅπου ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ καὶ οἱ πιστοὶ τὰ μέλη. Ἔτσι οἱ σχέσεις δὲν εἶναι ἁπλῶς κοινωνικὲς, ἀλλὰ ἐκκλησιαστικές. Οἱ σχέσεις καὶ ἡ συμπεριφορὰ τῶν χριστιανῶν μεταξύ τους δὲν εἶναι καθήκοντα, ποὺ ὁρίζονται ὑποχρεωτικά, ἀλλὰ εἶναι χρέη, ποὺ ὑπαγορεύονται ἔσωθεν καὶ πηγάζουν ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς καὶ τῆς πίστης. Τὸ καθῆκον εἶναι ἡ δουλεία τοῦ νόμου· τὸ χρέος εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς χάρης. Τὸ καθῆκον εἶναι ἡ δικαιοσύνη· τὸ χρέος εἶναι ἡ ἀγάπη. Στὴν Ἐκκλησία δὲν ὁμιλοῦμε γιὰ καθήκοντα καὶ γιὰ δικαιώματα, ἀλλὰ γιὰ ἀγάπη, ποὺ εἶναι ἡ μεγάλη ὀφειλὴ καὶ τὸ ἑκούσιο κι ἀνεξόφλητο χρέος· «μηδενὶ μηδὲν ὀφείλετε, εἰ μὴ τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους».
(Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Ἀπόσπασμα ἀπὸ ραδιοφωνικὴ ὁμιλία στὴν Στ´ Κυριακή τοῦ Ματθαίου στὶς 22-7-1984).