Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

«Ἐλᾶτε, ἀδελφοί μου, ἐλᾶτε νὰ κάμωμ᾽ ἐπανάσταση μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα μας, γιὰ νὰ χτίσουμ᾽ ἕνα καλύτερο κόσμο».


Ἕνα ἐξαιρετικὸ κήρυγμα τοῦ μακαριστοῦ Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ (1-9-1985), εἶναι ὅ,τι καλύτερο γιὰ τὴν ἀρχή τοῦ νέου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Τὸ κήρυγμα αὐτὸ κατατάσσεται ἀβίαστα πλάι στὰ πατερικά κείμενα, καὶ  ἀποτελεῖ ὑπόδειγμα κηρύγματος ὄχι μόνο γιὰ  τὶς θεολογικές σχολές, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία... 


« Σήμερα, πρώτη τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν ἀρχὴ τῆς ἰνδίκτου, δηλαδὴ τοῦ νέου ἔτους. Τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἔτος, ἀρχίζει τὴν πρώτη Σεπτεμβρίου, ἐπικράτησε ὅμως νὰ ἑορτάζουμε γιὰ πρωτοχρονιὰ τὴν πρώτη Ἰανουαρίου, ποὺ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ πολιτικοῦ ἔτους. Ὅλ᾽ αὐτὰ βέβαια εἶναι συμβατικά, γιατὶ οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος ὑπάρχει τοῦ χρόνου, γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν θὰ ποῦμε τώρα περισσότερα, γιατὶ δὲν ἐνδιαφέρουν τὸ κήρυγμα. Μᾶς ἐνδιαφέρει, ὅπως πάντα, νὰ ὁμιλήσουμ᾽ ἐπάνω στὴν εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ διαβάζεται σήμερα στὴ θεία Λειτουργία. Εἶναι, ὅπως ἀκούσαμε, ἀπὸ τὸ «κατὰ Λουκᾶν» ἅγιο Εὐαγγέλιο καὶ ὁμιλεῖ γιὰ τὸ πρῶτο κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴ συναγωγὴ τῆς πατρίδας του Ναζαρέτ. Θὰ περιορίσουμε τὸ λόγο στὸ χωρίο τοῦ προφήτη Ἡσαΐα, ποὺ ἀναφέρεται στὴν περικοπή, γιὰ τὸ ὁποῖο καὶ διαβάζεται ἡ περικοπὴ αὐτὴ σήμερα στὴ θεία Λειτουργία τῆς πρώτης τοῦ ἔτους.

Ἕνα Σάββατο, κατὰ τὴ συνήθειά του, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μπῆκε στὴ συναγωγὴ τῆς πατρίδας του καὶ ζήτησε νὰ διαβάσει τὴ θεία Γραφή, γιὰ νὰ κηρύξει τό λόγο. Ὁ ὑπηρέτης τοῦ ἔδωσε τὸ βιβλίο τοῦ προφήτη Ἡσαΐα, κι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ξετύλιξε τὸ χειρόγραφο κι ἄρχισε νὰ διαβάζη· «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ᾽ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με· εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με, ἰάσασθαι τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν, κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένοιυς ἐν ἀφέσει, κηρύξαι ἐνιαυτὸν Κύριον δεκτόν». Αὐτὸ τὸ προφητικὸ χωρίο ὡς ἑξῆς θὰ μπορούσαμε νὰ τὸ ἀποδώσουμε ἐλεύθερα σὲ νεοελληνικὴ δημοτικὴ γλώσσα· «Τὸ πνεῦμα τοῦ Κυρίου εἶν᾽ ἐπάνω μου, γιατὶ ἐκεῖνος μὲ ὥρισε καὶ μὲ στέλνει· νὰ φέρω μήνυμα χαρᾶς γιὰ τοὺς φτωχούς, νὰ κηρύξω λευτεριὰ στοὺς σκλάβους καὶ στοὺς τυφλοὺς νὰ δώσω φῶς, νὰ σηκώσω τὰ βάρη τῶν κουρασμένων καὶ τῶν ταπεινῶν, καὶ νὰ φωνάξω πὼς ἔφτασε ὁ καιρός, ποὺ ὁ Κύριος ἔρχεται γιὰ νὰ σώση τὸ λαό του».
Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Προφήτη κηρύσσεται φανερὰ τὸ κοινωνικὸ ἔργο τοῦ Μεσσία. Γιατὶ τὸ ἔργο τοῦ Μεσσία, ἔργο σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου, δὲν εἶν᾽ ἔξω ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κοινωνικοῦ βίου τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν τύλιξε τὸ χειρόγραφο καὶ τό ᾽δωσε στὸν ὑπηρέτη, εἶπε στοὺς ἀκροατές του· «Σήμερον πεπλήρωται ἡ γραφὴ αὕτη ἐν τοῖς ὠσὶν ὑμῶν», σήμερα βρῆκε τὴν ἐκπλήρωσή της ἡ προφητεία, ποὺ τώρα μόλις ἀκούσατε. Εἶναι δηλαδὴ σὰν καὶ νὰ λέγη· «Ἐγὼ λοιπὸν εἶμ᾽ ἐκεῖνος, γιὰ τὸν ὁποῖο ἐδῶ ὁμιλεῖ ὁ Προφήτης. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο, γιὰ τὸ ὁποῖο μὲ στέλνει ὁ Θεός». Θὰ λέγαμ᾽ ἔτσι ὅτι Ἰησοῦς Χριστός, σὰν ἕνας ἐπίσημος ἀπεσταλμένος, παρουσιάζει τὰ διαπιστευτήριά του. «Τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου εἶν᾽ ἐπάνω μου, γιατὶ ἐκεῖνος μὲ ὥρισε καὶ μὲ στέλνει...» Τὸ ἴδιο, ποὺ τοῦ ἀναγνώριζε ὁ λαός, ὅταν στὸ τέλος τῆς τριετίας τὸν ὑποδεχότανε θριαμβευτικὰ στὰ Ἱεροσόλυμα· «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Δὲν ἐμφανίστηκε δηλαδὴ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἕνας ἄγνωστος καὶ αὐτόκλητος ἀναμορφωτὴς τοῦ βίου τῶν ἀνθρώπων καὶ σωτήρας τοῦ κόσμου, ἀλλ᾽ ἦλθ᾽ ἐπίσημα ἐξουσιοδοτημένος καὶ σταλμένος ἀπὸ τὸ Θεό. Καὶ δὲν εἶναι μόνο τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ προφήτη Ἡσαΐα, ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ τὸν ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καθὼς βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος Πέτρος, «αὐτῷ πάντες οἱ προφῆται μαρτυροῦσιν, ἄφεσιν ἁμαρτιῶν λαβεῖν διὰ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ πάντα τὸν πιστεύοντα εἰς αὐτόν», ὅλοι οἱ προφῆτες μαρτυροῦν γι᾽ αὐτὸν ὅτι καθένας ποὺ πιστεύει σ᾽ αὐτὸν θὰ λάβη συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν του.  Ὁ ἀπεσταλμένος δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ, ὁ Μεσσίας, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι περισσότερο ἀπὸ κοινωνικὸς ἀναμορφωτής, εἶναι πνευματικὸς ἀναγεννητὴς τῶν ἀνθρώπων. Χωρὶς αὐτὴ τὴν ἀναγέννηση πρῶτα, ἄς μὴ περιμένουν οἱ κοινωνίες ἀναμόρφωση.
Ἀλλ᾽ ἄς περιορίσουμε τὴ σημερινὴ ὁμιλία μόνο στὸ κοινωνικὸ περιεχόμενο τῶν λόγων τοῦ προφήτη Ἡσαΐα, ποὺ διάβασε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὴ συναγωγὴ τῆς Ναζαρέτ. «Νὰ φέρω στὴ φτωχολογιὰ μήνυμα χαρᾶς, νὰ κηρύξω στοὺς σκλάβους λευτεριά, νὰ δώσω στοὺς τυφλοὺς νὰ δοῦνε φῶς, νὰ σηκώσω τῶν ταπεινῶν καὶ τῶν κουρασμένων τὰ βάρη, νὰ φωνάξω πὼς ἔφτασε ὁ καιρὸς κι ἔρχεται ὁ Κύριος, γιὰ νὰ σώση τὸ λαό του». Εἶναι σὰν καὶ νὰ ἀκοῦμε ἕνα σύγχρονο κοινωνικὸ κι ἐπαναστατικὸ κήρυγμα ἀπὸ τὰ πιὸ δυνατὰ καὶ τὰ πιὸ ἐλεύθερα. Μὰ εἶναι ἀλήθεια πὼς αὐτὸ εἶναι τὸ κήρυγμα τῶν προφητῶν, κοινωνικὸ κι ἐπαναστατικό. Δὲν μᾶς τρομάζει λοιπὸν ἕνα τέτοιο κήρυγμα, σὰν κάτι ξένο κι ἀσυνήθιστο γιὰ μᾶς. Εἶναι τὸ δικό μας κήρυγμα, τὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν, τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας. Μόνο, γιατὶ μᾶς τὸ πῆραν κάποιοι ἄλλοι, ἴσως ἐξαιτίας μας, ἐμεῖς τώρα σὰν καὶ νὰ διστάζουμε καὶ φοβούμαστε νὰ τὸ φωνάξουμε. Εἶναι, γιατὶ τὸ κοινωνικὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν, ποὺ τὸ υἱοθετεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός, στὰ χέρια τῶν κάποιων ἄλλων ἔχασε τὸ δρόμο του. Τὸ κοινωνικὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν καὶ τοῦ Εὐαγγελίου δὲν εἶναι γιὰ νὰ γκρεμίσουμε, ἀλλὰ γιὰ νὰ χτίσουμε τὸν κόσμο· εἶναι τὸ «οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι», ποὺ εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, κήρυγμα ὄχι ἐπανάστασης καὶ καταστροφῆς, ἀλλὰ ἀνάστασης καὶ ζωῆς.
Τὸ κοινωνικὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν καὶ τῆς Ἐκκλησίας ξεκινάει ἀπὸ τὸ «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ᾽ ἐμέ...»  καὶ ὄχι «ἐν ὀνόματι» τῆς ἀθεΐας, ποὺ εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης. Τὰ κοινωνικὰ κι ἐπαναστατικὰ κηρύγματα καὶ κινήματα τοῦ καιροῦ μας, ξεκινώντας ἀπὸ κάποιες, ὄχι πάντα, πραγματικὲς αἰτίες, κινοῦνται μέσα σ᾽ ἕνα πνεῦμα ἐκδίκησης καὶ μίσους, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν. Ὁ Προφήτης ποτὲ δὲν βλέπει πρὸς τὰ πίσω, ἀλλὰ πάντα πρὸς τὰ ἐμπρός· στὰ περασμένα εἶναι ἡ ἐκδίκηση καὶ τὸ μῖσος, στὰ μελλούμενα εἶναι ἡ ἐλπίδα κι ἡ ἀγάπη. Ὁ Προφήτης κηρύττει πάντα μὲ τὴ συνείδηση τοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ Θεοῦ, πνευματοκίνητος καὶ ὄργανο ὄχι τῆς λαϊκῆς ὀργῆς, ἀλλὰ τῆς θείας δικαιοσύνης.
Πολλὰ πράγματα στὸν κόσμο χρειάζονται διόρθωση, καὶ χαρὰ σ᾽ ἐκείνους ποὺ παλεύουνε γιὰ νὰ τὰ διορθώσουν. Μὰ ὄχι ξεκινώντας μὲ τὴ σημαία τῆς ἀθεΐας, ποὺ εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης, ἀλλὰ μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἐλευθερίας· «οὗ τὸ πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία», γράφει ὁ Ἀπόστολος. Πολλοὶ σκλάβοι ἀκόμα ὑπάρχουν στὸν κόσμο, πολλοὶ φτωχοὶ καὶ ταλαιπωρημένοι, πολλοὶ φορτωμένοι μὲ ἀβάσταχτα βάρη, πολλοὶ τυφλοὶ καὶ στὸ σκότος τῆς ἄγνοιας, κι ὅλοι περιμένουν τὸ κήρυγμα τῆς λευτεριᾶς. Μὰ τὸ ἴδιο κήρυγμα γεννάει ἀνησυχίες καὶ φόβους· γιατὶ ξεκινώντας ἀπὸ τὴν ἀθεΐα, θὰ εἶναι ὀλέθριο γιὰ ὅλους, ἐξουθένωση καὶ ἐξανδραποδισμὸς τοῦ λαοῦ. Τὸ φωνάξαμε κι ἄλλη φορὰ καὶ τὸ φωνάζουμε καὶ σήμερα· «Ἐλᾶτε, ἀδελφοί μου, ἐλᾶτε νὰ κάμωμ᾽ ἐπανάσταση μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα μας, γιὰ νὰ χτίσουμ᾽ ἕνα καλύτερο κόσμο». Ἐμεῖς σ᾽ αὐτὸ τὸ χτίσιμο, ἄς μὴν εἴμαστε οἱ πρωτομάστοροι, ἀλλὰ νὰ κουβαλᾶμε πέτρες. Ἀμήν.»

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Θεαρχίω Νεύματι (Χορωδία Θρ. Στανίτσα)

Θεαρχίῳ νεύματι

Θεαρχίῳ νεύματι, πάντοθεν οἱ θεοφόροι Ἀπόστολοι, ὑπὸ νεφῶν μεταρσίως αἰρόμενοι.
Καταλαβόντες τὸ πανάχραντον, καὶ ζωαρχικόν σου σκῆνος, ἐξόχως ἠσπάζοντο.
Αἱ δὲ ὑπέρτατοι τῶν οὐρανῶν Δυνάμεις, σὺν τῷ οἰκείῳ Δεσπότῃ παραγενόμεναι.
Τὸ θεοδόχον καὶ ἀκραιφνέστατον σῶμα προπέμπουσι, τῷ δέει κρατούμεναι, ὑπερκοσμίως δὲ προῴχοντο, καὶ ἀοράτως ἐβόων, ταῖς ἀνωτέραις ταξιαρχίαις· ἰδοὺ ἡ παντάνασσα θεόπαις παραγέγονεν.
Ἄρατε πύλας, καὶ ταύτην ὑπερκοσμίως ὑποδέξασθε, τὴν τοῦ ἀενάου φωτὸς Μητέρα.
Διὰ ταύτης γὰρ ἡ παγγενὴς τῶν βροτῶν σωτηρία γέγονεν, ᾗ ἀτενίζειν οὐκ ἰσχύομεν, καὶ ταύτῃ ἄξιον γέρας ἀπονέμειν ἀδύνατον.
Ταύτης γὰρ τὸ ὑπερβάλλον, ὑπερέχει πᾶσαν ἔννοιαν.
Διὸ ἄχραντε Θεοτόκε, ἀεὶ σὺν ζωηφόρῳ Βασιλεῖ, καὶ τόκῳ ζῶσα, πρέσβευε διηνεκῶς, περιφρουρῆσαι καὶ σῶσαι, ἀπὸ πάσης προσβολῆς ἐναντίας τὴν νεολαίαν σου· τὴν γὰρ σὴν προστασίαν κεκτήμεθα.
Εἰς τοὺς αἰῶνας, ἀγλαοφανῶς μακαρίζοντες.

Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

Η Χαρά των Χριστιανών


Φώτης Κόντογλου
Η Χαρά των Χριστιανών
Ελληνική Δημιουργία, τ.61, 1959

Η Παναγία είναι το πνευματικό στόλισμα της ορθοδοξίας. Για μας τους Έλληνες είναι η πονεμένη μητέρα, η παρηγορήτρια κ’ η προστάτρια, που μας παραστέκεται σε κάθε περίσταση. Σε κάθε μέρος της Ελλάδας είναι χτισμένες αμέτρητες εκκλησιές και μοναστήρια, παλάτια αυτηνής της ταπεινής βασίλισσας, κι’ ένα σωρό ρημοκλήσια, μέσα στα βουνά, στους κάμπους και στα νησιά, μοσκοβολημένα από την παρθενική και πνευματική ευωδία της. Μέσα στο καθένα απ’ αυτά βρίσκεται το παληό και σεβάσμιο εικόνισμά της με το μελαχροινό και χρυσοκέρινο πρόσωπό της, που το βρέχουνε ολοένα τα δάκρυα του βασανισμένου λαού μας, γιατί δεν έχουμε άλλη να μας βοηθήσει, παρεκτός από την Παναγία, «άλλην γαρ ουκ έχομεν αμαρτωλοί προς Θεόν εν κινδύνοις και θλίψεσιν αεί μεσιτείαν, οι κατακαμπτόμενοι υπό πταισμάτων πολλών». Το κάλλος της Παναγίας δεν είναι κάλλος σαρκικό, αλλά πνευματικό, γιατί εκεί που υπάρχει ο πόνος κ’ η αγιότητα, υπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό. Το σαρκικό κάλλος φέρνει τη σαρκική έξαψη, ενώ το πνευματικό κάλλος φέρνει κατυάνυξη, σεβασμό κι’ αγνή αγάπη. Αυτό το κάλλος έχει η Παναγία. Κι ‘ αυτό το κάλλος είναι αποτυπωμένο στα ελληνικά εικονίσματά της που τα κάνανε άνθρωποι ευσεβείς οπού νηστεύανε και ψέλνανε και βρισκόντανε σε συντριβή καρδίας και σε πνευματική καθαρότητα. Στην όψη της Παναγίας έχει τυπωθεί αυτό το μυστικό κάλλος που τραβά σαν μαγνήτης τις ευσεβείς ψυχές και τις ησυχάζει και τις παρηγορά. Κι’ αυτή η πνευματική ευωδία είναι το λεγόμενο Χαροποιόν Πένθος (1) που μας χαρίζει η θρησκεία του Χριστού, ένα βότανο άγνωστο στους ανθρώπους που δεν πήγανε κοντά σ’ αυτόν τον καλόν ποιμένα. Τούτη τη χαροποιά λύπη την έχουνε όλα όσα έκανε η ορθόδοξη τέχνη, και τα ευωδιάζει σαν σμύρνα και σαν αλόη, καν εικόνισμα είναι, καν υμνωδία, καν ψαλμωδία, καν χειρόγραφο, καν άμφια, καν λόγος, καν κίνημα, καν ευλογία, καν χαιρετισμός, καν μοναστήρι, καν κελλί καν σκαλιστό ξύλο, καν κέντημα, καν καντήλι, καν αναλόγι, καν μανουάλι, ότι και νάναι αγιωτικό.
Από τα ονόματα και μόνο που έδωσε η ορθοδοξία στην Παναγία, και που μ’ αυτά την καταστόλισε, όχι σαν είδωλο θεατρικό, όπως γίνηκε αλλού που φορτώσανε μια κούκλα με δαχτυλίδια και σκουλαρήκια και με ένα σωρό άλλα ανίερα και ανόητα πράγματα, λοιπόν αυτά μοναχά, λέγω, φαίνεται πόσο πνευματική αληθινά είναι η λατρεία της Παναγίας στην ελληνική ορθοδοξία. Πρώτα-πρώτα το ένα αγιώτατο όνομά της: Παναγία. Ύστερα τα άλλα: Υπερευλογημένη, Θεοτόκος, Παναμώμητος, Τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξωτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ, Ζώσα και Άφθονος, Πηγή, Έμψυχος Κιβωτός, Άχραντος, Αμόλυντος, Κεχαριτωμένη, Αειμακάριστος και Παναμώμητος, Προστασία, Επακούουσα, Γρηγορούσα, Γοργοεπήκοος, Ηγιασμένος Ναός, Παράδεισος λογικός, Ρόδον το Αμάραντον, Χρυσούν Θυμιατήριον, Χρυσή Λυχνία, Μαναδόχος Στάμνος, Κλίμαξ Επουράνιος, Πρεσβεία θερμή, Τείχος απροσμάχητον, Ελέους Πηγή, του Κόσμου Καταφύγιον, Βασιλέως Καθέδρα, Χρυσοπλοκώτατος Πύργος και Δωδεκάτειχος Πόλις, Ηλιοστάλακτος Θρόνος, Σκέπη του Κόσμου, Δένδρον αγλαόκαρπον, Ξύλον ευσκιόφυλλον, Ακτίς νοητού ηλίου, Σιών αγία, Θεού κατοικητήριον, Επουράνιος Πύλη, Αδικουμένων προστάτις, Βακτηρία τυφλών, Θλιβομένων η χαρά, και χίλια δυο άλλα, που βρίσκονται μέσα στα βιβλία της εκκλησίας. Κοντά σ’ αυτά είναι και τα ονόματα που γράφουνε απάνω στα άγια εικονίσματά της οι αγιογράφοι: Οδηγήτρια, Γλυκοφιλούσα, Πλατυτέρα των Ουρανών, η Ελπίς των απελπισμένων, η Ταχεία Επίσκεψις, η Αμόλυντος, η Ελπίς των Χριστιανών, η Παραμυθία, η Ελεούσα κι άλλα πολλά, που γράφουνται από κάτω από τη συντομογραφία: ΜΗΡ ΘΥ, που θα πεί Μήτηρ Θεού. Πόση αγάπη, πόσο σέβας και πόσα κατανυκτικά δάκρυα φανερώνουνε μοναχά αυτά τα ονάματα, που δεν ειπωθήκανε σαν τα λόγια οπού βγαίνουνε εύκολα από το στόμα, αλλά που χαραχτήκανε στις ψυχές με πόνο και με ταπείνωση και με πίστη.
Αμή οι ύμνοι της πούναι αμέτρητοι σαν τάστρα τ’ ουρανού κ’ εξαίσιοι στο κάλλος, και που τους συνθέσανε οι άγιοι υμνολόγοι, «θίασον συγκροτήσαντες πνευματικόν»! Σ’ αυτό το ευωδιασμένο περιβόλι βρίσκουνται όλα τα αμάραντα άνθη και τα ευωδιασμένα βότανα του λόγου. Αληθινά προφήτεψε η ίδια η Παναγία για τον εαυτό της, τότε που πήγε στο σπίτι του Ζαχαρία και την ασπάσθηκε η Ελισάβετ, πως θα τη μακαρίζουνε όλες οι γενεές: «Εκείνες τις μέρες, σηκώθηκε η Μαριάμ και πήγε στην Ορεινή με σπουδή στην πολιτεία του Ιούδα και μπήκε στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρέτησε την Ελισάβετ. Και σαν άκουσε η Ελισάβετ τον χαιρετισμό της Μαρίας πήδηξε το παιδί μέσα στην κοιλιά της (2).
Και γέμισε Πνεύμα Άγιο η Ελισάβετ και φώναξε με φωνή μεγάλη κ’ είπε: Βλογημένη είσαι εσύ ανάμεσα στις γυναίκες και βλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. Κι’ από πού μου ήρθε αυτό το καλό, νάρθει η μητέρα του κυρίου μου προς εμένα; γιατί μόλις ήρθε η φωνή του χαιρετισμού σου στ’ αυτιά μου, ξεπέταξε το παιδί στην κοιλιά μου, κι’ είναι μακάρια εκείνη που πίστεψε σε
όσα της είπεν ο Κύριος (3). Κ’ είπε η Μαριάμ: «Δοξολογά η ψυχή μου τον Κύριο κι’ αναγάλλιασε το πνεύμα μου για το Θεό τον σωτήρα μου, γιατί καταδέχθηκε να κυτάξει την ταπεινή τη δούλα του. Γιατί, να, από τώρα κ’ ύστερα θα με μακαρίζουνε όλες οι γενεές, επειδή έκανε σε μένα μεγαλεία ο Δυνατός, κ’ είναι αγιασμένο τ’ όνομά του, και το έλεός του πηγαίνει από γενεά σε γενεά σε κείνους που έχουνε τον φόβο του».
Αμέτρητες είναι οι υμνωδίες της Παναγίας, μα αμέτρητα είναι και τα σεμνόχρωμα εικονίσματά της, που καταστολίζουνε τις εκκλησιές μας, ζωγραφισμένα στο σανίδι είτε στον τοίχο. Σε κάθε ορθόδοξη εκκλησιά στέκεται το εικόνισμά της στο τέμπλο από τα δεξιά της άγιας Πόρτας. Σε άλλες εικόνες ζωγραφίζεται και μοναχή, μα στα εικονίσματα του τέμπλου κρατά πάντα τον Χριστό στην αγκαλιά της απ’ τ’ αριστερά, σπάνια απ’ τα δεξιά, (τότε λέγεται Δεξιοκρατούσα). Το κεφάλι της είναι σκεπασμένο σεμνά και σοβαρά με το μαφόριο, ένα φόρεμα φαρδύ κι’ ιερατικό σκούρο βυσσινί, που πέφτει στον ώμο της απλόχωρο, αφήνοντας να φαίνεται μοναχά το μακρουλό πρόσωπό της και τα χέρια της. Από μέσα από το σκέπασμα φαίνεται μια στενή λουρίδα από το δέσιμο του κεφαλιού της που σφίγγει το μέτωπό της και αφίνει να φανούνε μονάχα οι άκρες των αυτιών της. Το μέτωπό της είναι σαν μελαχροινό φίλντισι, αγνό, απλό και κατακάθαρο. Τα ματόφρυδά της είναι καμαρωτά, ζωηρά και μακρυά, φτάνοντας ίσαμε κοντά στ’ αυτιά της, τα μάτια της αμυγδαλωτά, ισκιωμένα, καστανά, βαθειά, σοβαρά μα γλυκύτατα, με τ’ ασπράδι καθαρό μα ισκιωμένο. Το βλέμμα της είναι μελαγχολικό απλό, ίσιο, ήσυχο, συμπαθητικό, αγαπητό, θλιμένο μα και μαζί χαροποιό, αυστηρό μα και μαζί συμπονετικό, αγιώτατο, πνευματικό, αθώο, σκεφτικό, άμωμο, ελπιδοφόρο, υπομονητικό, πράο, σεμνώτατο, μακρυά από κάθε σαρκικόν λογισμό, καθρέφτισμα μυστικό του παραδείσου, βασιλικό και ταπεινό, ανθρώπινο και θεϊκό, άκακο, αδελφικό, ευγενικό, ελεγκτικό, άγρυπνο, γαληνό, φιλάνθρωπο, μητρικό, παρθενικό, δροσερό, καυτερό για όσους έχουνε πονηρούς λογισμούς, τρυφερό,διαπεραστικό, ερευνητικό, απροσποίητο, ηγεμονικό, συγκαταβατικό, παρακαλεστικό, αμετασάλευτο. Η μύτη της είναι μακρυά και στενή, με μέτρο, ιουδαϊκή, άσαρκη, με λεπτά ρουθούνια, λίγο γυριστή, σεμνή. Το στόμα της μικρό, ντροπαλό, φρόνινμο, κλειστό, καθαρό, ισκιωμένο κατά το μάγουλο, σαν να χαμογελά ελαφρά. Το πηγούνι της γυριστό, σεβαστό, ανεπιτήδευτο, ταπεινό. Το μαγουλό της, παρθενικό, καθαρό, χνουδωτό, ευωδιασμένο, ντροπαλό, χλωμό με μιαν ελαφρότατη ροδοκοκκινάδα. Ο λαιμός της γυρτός ταπεινά, σμίγει με το πηγούνι μ’ ένα απαλό ίσκιασμα που το λέγανε οι παλαιοί γλυκασμό. Το όλο πρόσωπό της είναι ιερατικό και θρησκευτικό, και μαρτυρά αρχαία φυλή. Τα άχραντα χέρια της είναι μικρά, στενά μακροδάχτυλα, λεπτόνυχα. Με το αριστερό βαστά τον Χριστό, και το δεξί τόχει ακουμπισμένο σεμνά απάνω στο στήθος της, σε στάση παρακαλεστική, με το μεγάλο δάχτυλο μακρυά από τ’ άλλα. Στα πιο αρχαία εικονίσματα αυτό το χέρι είναι πιο όρθιο και πιο ψηλά, κοντά στο λαιμό.
Ο πιο αυστηρός τύπος της Παναγίας είναι η λεγόμενη Οδηγήτρια, που έχει όρθια την κεφαλή της, έκφραση απαθέστερη και το όλο σχήμα της είναι πιο ιερατικό. Ενώ η Γλυκοφιλούσα έχει το κεφάλι της γυρτό κατά το παιδί της, που τ’ αγκαλιάζει σφιχτότερα, κ’ η έκφρασή της είναι πιο αισθηματική. Η Πλατυτέρα παριστάνεται καθισμένη απάνω στο θρόνο, αυστηρή κι’ αλύγιστη, και βαστά τον Χριστό στα γόνατά της, ακουμπώντας τόνα χέρι της στον ώμο του και με τ’ άλλο βαστώντας το πόδι του ή ένα μαντήλι.
Στην Ελλάδα, οι περισσότερες εκκλησιές της Παναγίας γιορτάζουνε κατά την
Κοίμηση της Θεοτόκου, δηλαδή στις 15 Αυγούστου. Τα τροπάρια που ψέλνουνε σ’ αυτή τη γιορτή είναι από τα πιο εξαίσια. Το δοξαστικό του Εσπερινού είναι το μονάχο τροπάρι που ψέλνεται με τους οχτώ ήχους, κάθε φράση κι’ άλλος ήχος· αρχίζει από τον πρώτον ήχο και τελειώνει πάλι στον πτώτον.
Μα ολάκερη η Ελλάδα δεν υμνολογά την Παναγία μονάχα με τους ψαλτάδες και με τους παπάδες στις εκκλησιές, αλλά και με το κάθε τι της, με τα χωριά, με τα βουνά, με τα νησιά, πούχουνε τ’ αγιασμένο τ’ όνομά της. Τα καράβια βολτατζάρουνε στη δροσερή θάλασσα, ανοιχτά από τους κάβους πούναι χτισμένα τα μοναστήρια της, έχοντας στη πρύμνη σκαλισμένο τ’αγαπημένο και προσκυνητό όνομά της. Όποιος ταξιδεύει στα ελληνικά νερά, σ’ όποιο μέρος κι’ αν βρεθεί τη μέρα της Παναγίας, θαν ακούσει απ’ ανοιχτά τις καμπάνες απάνω από το πέλαγο. Άλλες έρχουνται από τ’ Άγιον Όρος που το λένε Περιβόλι της Παναγίας, άλλες από την Τήνο πούχει το ξακουστό παλάτι της, άλλες από την Σαλαμίνα που γιορτάζει η Φανερωμένη, άλλες από τη Μυτιλήνη, από την Παναγιά της Αγιάσσος και της Πέτρας, άλλες από το Μοναστήρι της Σίφνου, άλλες από τη Σκιάθο, άλλες από τη Νάξο, από κάθε νησί, από κάθε κάβο, από κάθε στεριά.

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

Ὁ ἅγιος Παντελεήμων


Ὁ ἅγιος Παντελεήμων
Ἐκεῖνο ποὺ μορφώνει τὸν ἄνθρωπο, ποὺ τὸν ἀναδεικνύει, τοῦ δίνει ἀξία καὶ τὸν ἐξυψώνει, ὄχι μόνο σὲ τούτη τὴ ζωή, μὰ καὶ στὴν αἰωνιότητα, δὲν εἶναι τὰ γράμματα, ἀλλὰ ἡ χριστιανικὴ πίστη καὶ ἀρετή. Τὰ γράμματα καὶ οἱ ἐπιστῆμες εἶναι μέσο μόνο γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τοῦ βίου τῶν ἀνθρώπων, ὅταν ὅμως ἀκριβῶς ἐξαγιάζωνται μέσα στὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ. Τούτη τὴ μεγάλη ἀλήθεια κατανόησε κι ἀκολούθησε στὴ ζωή του ὁ ἰατρὸς καὶ μάρτυς τῆς Νικομηδείας ἅγιος Παντελεήμων, τοῦ ὁποίου τὴ μνήμη τιμᾶ σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Νέος, μὲ καλὲς ἐπιστημονικὲς σπουδές, μὰ καὶμὲ χριστιανικὴ ἀνατροφὴ ἀπὸ τὴ μητέρα του, ἤξερε πολὺ καλὰ ποιὸς εἶναι ὁ ἀνθρώπινος προορισμὸς καὶ ποιὰ εἶναι στὸ βίο ἡ θέση τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἐπιστήμης. Ἔτσι συνεδύασε τὴν ἐπιστήμη μὲ τὴν ἁγιότητα, τὴν ἰατρικὴ μὲ τὴν φιλανθρωπία. Ἄς μορφώσουμε πρῶτα χριστιανικὸ χαρακτήρα κι ὕστερα ἐπάνω εἰς αὐτὸν ἄς χτίζουμε τὸν ἐγκόσμιο βίο μας.

* Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μικρός Συναξαριστής

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Günter Grass

Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Είσαι πολύ κοντά στο χάος, γιατί δε συμμορφώθηκες πλήρως στην αγορά
κι απομακρύνεσαι απ’ τη χώρα, που ήτανε κάποτε λίκνο για σένα.

Ό,τι με την ψυχή ζητούσες και νόμιζες πως είχες βρει
τώρα σαν κάτι περιττό αποβάλλεις και το πετάς μες στα σκουπίδια.

Ολόγυμνη σαν οφειλέτης διαπομπεύεται, υποφέρει η χώρα εκείνη
που έλεγες πως της χρωστάς ευγνωμοσύνη.

Στη φτώχια καταδικασμένος τόπος, τόπος που ο πλούτος του
τώρα στολίζει τα μουσεία: λάφυρα που έχεις τη φροντίδα Εσύ.

Κείνοι που χίμηξαν με την ορμή των όπλων στη χώρα την ευλογημένη με νησιά
στολή φορούσαν και κρατούσαν τον Χέλντερλιν μες στο γυλιό τους.

Καμιά ανοχή πλέον δε δείχνεις στη χώρα που οι συνταγματάρχες υπήρξαν σύμμαχοι ανεκτικοί.

Χώρα που ζει δίχως το δίκιο, μα με εξουσία που επιμένει πως έχοντας αυτή το δίκιο
ολοένα σφίγγει κι άλλο το ζωνάρι.

Σε πείσμα σου η Αντιγόνη μαυροφορεί - σ’ όλη τη χώρα
πενθοφορεί και ο λαός της που κάποτε σ’ είχε φιλοξενήσει.

Μα οι ακόλουθοι του Κροίσου έχουν στοιβάξει έξω απ’ τη χώρα,
στα θησαυροφυλάκιά σου, ό,τι σαν μάλαμα αστράφτει.

Πιες, επιτέλους, πιες κραυγάζουν επίτροποι σαν μαζορέττες
μα ο Σωκράτης σού επιστρέφει γεμάτο πίσω το ποτήρι.

Σύσσωμοι, ό,τι σου ανήκει, βαριά θα ρίξουν την κατάρα
θεοί, αφού η θέλησή σου ζητά ξεπούλημα του Ολύμπου.

Χωρίς του πνεύματος τροφή, τότε κι εσύ θα καταρρεύσεις
δίχως τη χώρα που ο νους της, Ευρώπη, εσένα έχει πλάσει.


(απόδοση στα ελληνικά Γιάννης Ευθυμιάδης - Σοφία Γεωργαλλίδη)