Σάββατο 20 Μαΐου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Καί ἡ αὐριανή εὐαγγελική περικοπή εἶναι ἐπίσης πολύ ἐκτεταμένη, ὥστε δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά ὁμιλήσουμε περισσότερο ἐπάνω στόν  εὐαγγελικό λόγο. Ἀλλά νομίζομε πώς δέν εἶναι λίγο, ἄν προσέξουμε στό ἴδιο τό ἱερό κείμενο καί  στό τέλος προσθέσουμε λίγα δικά μας σχόλια. Θά προσπαθήσουμε λοιπόν σέ μιά ὅσο μποροῦμε πιό πιστή καί  στρωτή μετάφραση νά ἀποδώσουμε στή νεοελληνική δημοτική γλώσσα τήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή.
«Ἐκεῖνο τόν  καιρό, καθώς περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο, πού ἦταν τυφλός ἀπό γεννησιμιοῦ του. Τόν  ρώτησαν τότε οἱ μαθητές του καί  τοῦ εἶπαν «Διδάσκαλε, ποιός ἁμάρτησε, αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του γιά νά γεννηθῆ τυφλός;». Ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Οὔτε αὐτός ἁμάρτησε οὔτε οἱ γονεῖς του, μά γεννήθηκε τυφλός, γιά νά φανερωθοῦν σ’ αὐτόν τά ἔργα τοῦ Θεοῦ. Ἐγώ πρέπει νά ἐργάζωμαι τά ἔργα ἐκείνου πού μ’ ἔστειλε, ὥσπου ἀκόμα εἶναι ἡμέρα· ἔρχεται νύχτα, ὅπου κανένας δέν μπορεῖ νά ἐργάζεται. Ὅταν εἶμαι στόν  κόσμο, φῶς εἶμαι τοῦ κόσμου». Ἀφοῦ εἶπε αὐτά, ἔφτυσε χάμω καί  μέ τό σάλιο ἔκανε λάσπη κι ἔβαλε τή λάσπη ἐπάνω στά μάτια τοῦ τυφλοῦ καί  τοῦ εἶπε· «Πήγαινε νά νιφτῆς στή δεξαμενή τοῦ Σιλωάμ», Σιλωάμ στά ἑλληνικά θά πῆ «ἀπεσταλμένος». Πῆγε λοιπόν καί  νίφτηκε κι ἦλθε βλέποντας. Οἱ γείτονές του λοιπόν κι ἐκεῖνοι πού τόν  ἔβλεπαν κι ἤξεραν πώς πρῶτα ἦταν τυφλός, ἔλεγαν· «Αὐτός δέν εἶναι, πού καθόταν καί  ζητιάνευε;». Ἄλλοι ἔλεγαν πώς αὐτός εἶναι· ἄλλοι πώς εἶναι ὅμοιός του· ἐκεῖνος ἔλεγε πώς «ἐγώ εἶμαι». Τοῦ ἔλεγαν λοιπόν· «Πῶς ἀνοίχτηκαν τά μάτια σου;». Ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος καί  εἶπε· «Ἕνας ἄνθρωπος, πού λέγεται Ἰησοῦς, ἔκαμε λάσπη κι ἔβαλε ἐπάνω στά μάτια μου καί  μοῦ εἶπε· ‘Πήγαινε στή δεξαμενή τοῦ Σιλωάμ καί  νίψου’. Πῆγα λοιπόν καί  νίφτηκα κι εἶδα τό φῶς μου». Τοῦ εἶπαν «Ποῦ εἶν’ ἐκεῖνος;». Λέγει· «Δέν ξέρω». Παίρνουν τόν  ἄλλοτε τυφλό καί  τόν  πηγαίνουν στούς Φαρισαίους· καί  ἦταν Σάββατο, ὅταν ἔκαμε λάσπη ὁ Ἰησοῦς κι ἄνοιξε τά μάτια τοῦ τυφλοῦ. Ρωτοῦσαν λοιπόν πάλι οἱ Φαρισαῖοι τόν  ἄλλοτε τυφλό πῶς εἶδε τό φῶς του, κι ἐκεῖνος τούς εἶπε· «Ἔβαλε λάσπη ἐπάνω στά μάτια μου καί  νίφτηκα καί  βλέπω». Ἔλεγαν λοιπόν μερικοί ἀπό τούς Φαρισαίους· «Αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἀπό τό Θεό, γιατί δέν φυλάγει τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου». Ἄλλοι ἔλεγαν·  «Πῶς μπορεῖ ἄνθρωπος ἁμαρτωλός νά κάνη τέτοια θαύματα;». Ἔτσι χωρίστηκαν οἱ γνῶμες μεταξύ τους. Λένε πάλι στόν  τυφλό «Σύ τί λές γι’ αὐτόν τόν  ἄνθρωπο; Γιατί τά δικά σου μάτια ἄνοιξε». Κι αὐτός εἶπε πώς εἶναι προφήτης. Δέν πίστεψαν λοιπόν οἱ Ἰουδαῖοι γι’ αὐτόν πώς ἦταν τυφλός κι εἶδε τό φῶς του, μέχρι πού φώναξαν τούς γονεῖς του καί  τούς ρώτησαν, λέγοντάς τους· «Αὐτός εἶναι ὁ γιός σας, ποὺ λέτε πὼς γεννήθηκε τυφλός; πῶς λοιπόν τώρα βλέπει;». Τούς ἀποκρίθηκαν οἱ γονεῖς του καί  εἶπαν «Ξέρομε πώς αὐτός εἶναι ὁ γιός μας καί  πώς γεννήθηκε τυφλός. Πῶς ὅμως τώρα βλέπει δέν ξέρομε ἤ ποιός τοῦ ἄνοιξε τά μάτια δέν ξέρομε. Ὁ ἴδιος εἶναι σέ ἡλικία·  τόν ἴδιο νά ρωτήσετε, ὁ ἴδιος θά σᾶς πῆ γιά τόν  ἑαυτό του». Αὐτά εἶπαν οἱ γονεῖς του, ἐπειδή φοβοῦνταν τούς Ἰουδαίους· γιατί εἶχαν κιόλα συμφωνήσει οἱ Ἰουδαῖοι, ὥστε ἄν κανείς ὁμολογήση τό Χριστό, νά διωχτῆ ἀπό τή συναγωγή. Γι’ αὐτό οἱ γονεῖς του εἶπαν πώς «ὁ ἴδιος εἶναι σέ ἡλικία, τόν  ἴδιο νά ρωτῆστε». Φώναξαν λοιπόν γιά δεύτερη φορά τόν  ἄνθρωπο πού ἦταν τυφλός καί  τοῦ εἶπαν· «Δόξασε τό Θεό· ἐμεῖς ξέρομε πώς αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλός». Ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος καί  εἶπε· «Ἄν εἶναι ἁμαρτωλός, δέν ξέρω· ἕνα ξέρω πώς ἐνῶ ἤμουν τυφλός, τώρα καί  λίγη ὥρα βλέπω». Τοῦ εἶπαν πάλι· «Τί σοῦ ἔκαμε; πῶς σοῦ ἄνοιξε τά μάτια;». Τούς ἀποκρίθηκε· «Σᾶς εἶπα τώρα δά καί  δέν ἀκούσατε· τί πάλι θέλετε νά μάθετε; Μήπως καί  σεῖς θέλετε νά γίνετε μαθητές του;». Γέλασαν μαζί του καί  εἶπαν· «Ἐσύ εἶσαι μαθητής ἐκείνου, ἀλλ’ ἐμεῖς εἴμαστε τοῦ Μωϋσῆ μαθητές. Ἐμεῖς ξέρομε πώς ὁ Θεός μίλησε στό Μωϋσῆ, ἐνῶ αὐτόν δέν τόν  ξέρομε ἀπό πού εἶναι». Ἀποκρίθηκε ὁ ἄνθρωπος καί  τούς εἶπε· «Ἐδῶ εἶναι τό περίεργο, ὅτι ἐσεῖς δέν ξέρετε ἀπό ποῦ εἶναι, κι ὅμως μοῦ ἄνοιξε τά μάτια. Καί  ξέρομε πώς ἁμαρτωλούς δέν ἀκούει ὁ Θεός, μά ἄν εἶναι κανείς πού τόν  σέβεται καί  κάνει τό θέλημά του, αὐτόν ἀκούει. Ἀπό τότε πού κτίστηκε ὁ κόσμος δέν ἀκούστηκε πώς ἄνοιξε κανείς τά μάτια ἀνθρώπου, πού γεννήθηκε τυφλός. Ἄν δέν ἦταν αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό Θεό, δέν θά μποροῦσε νά κάμη τίποτε». Ἀποκρίθηκαν καί  τοῦ εἶπαν· «Ἐσύ γεννήθηκες ὁλόκληρος μέσ’ στίς ἁμαρτίες κι ἐσύ μᾶς κάνεις τό δάσκαλο;». Καί  τόν  ἔβγαλαν ἔξω. Ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς ὅτι τόν  ἔβγαλαν ἔξω, κι ὅταν τόν  βρῆκε τοῦ εἶπε· «Σύ πιστεύεις στόν  υἱό τοῦ Θεοῦ;». Ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος καί  εἶπε· «Καί ποιός εἶναι, Κύριε, γιά νά πιστέψω σ’ αὐτόν;». Τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς· «Καί τόν  εἶδες, κι αὐτός εἶναι, πού μιλάει μαζί σου». Κι αὐτός εἶπε· «Πιστεύω, Κύριε!». Καί  τόν  προσκύνησε.!
Ὅτι μπορεῖ νά εἶχε ἁμαρτήσει ὁ ἄνθρωπος, γιά νά γεννηθῆ τυφλός, αὐτό δέν εἶναι βέβαια γιά νά λέγεται, γιατί κανένας δέν ἁμαρτάνει πρίν νά γεννηθῆ. Κι αὐτό τό νόημα ἔχει ἡ ἐρώτηση τῶν μαθητῶν, πού ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι ὁ τυφλός ἄρα θά πλήρωνε ἁμαρτίες τῶν γονέων του. Στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι γραμμένο πώς οἱ ἁμαρτίες καί  τά σφάλματα τῶν γονέων βασανίζουν τά παιδιά τους «ἕως τρίτης καί  τέταρτης γενεᾶς». Αὐτό εἶναι ἀλήθεια· χωρίς βέβαια τὰ παιδιά νά εὐθύνωνται ἠθικά, ὅμως κληρονομοῦν καί  πληρώνουν τίς φυσικές συνέπειες ἀπό τίς ἁμαρτίες τῶν γονέων τους. Οἱ μαθητές ξεκινοῦν ἀπό τήν βεβαιότητα πώς κάθε σωματική ἀναπηρία καί  ἀρρώστια ὀφείλεται στήν ἁμαρτία, ἐνῶ αὐτό δέν εἶναι σωστό. Κάθε ἁμαρτία ἔχει συνέπειες καί  στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, μά κάθε σωματική βλάβη καί  ἀρρώστια δέν εἶναι πάντα ἐξαιτίας προσωπικῶν ἁμαρτιῶν. Εἶναι ἡ κληρονομιά τῆς ἁμαρτίας τῶν πρωτοπλάστων, μέ τήν ὁποία μπῆκε ἡ φθορά κι ὁ θάνατος στόν  κόσμο.

Ἐντύπωση προξενεῖ ὁ τρόπος, μέ τόν  ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς Χριστός θεραπεύει τόν  ἀόμματο τυφλό· κάνει πηλό καί  βάζει ἐπάνω στά ἀνύπαρκτα μάτια του. Εἶναι ὁ ἴδιος τρόπος μ’ ἐκεῖνον πού ὁ Θεός φτιάχνει τόν  πρωτόπλαστο· ἕνας τρόπος δημιουργικός καί  κατασκευαστικός. Ὅλους τοὺς ἄρρωστους ὁ Ἰησοῦς Χριστός τούς θεραπεύει μέ τό λόγο, ἀλλά ἐδῶ κάνει πηλό καί  φτιάχνει ἀνύπαρκτα μάτια. Ὅλο τόν  κόσμο ὁ Θεός τόν  δημιούργησε μέ τό λόγο, ἀλλά τόν  ἄνθρωπο τόν  ἔπλασε μέ τά χέρια του. «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον...»1 εἶπε, κι ὕστερα «ἔπλασεν ὁ Θεός τόν  ἄνθρωπον, χοῦν ἀπό τῆς γῆς...»2. Αὐτό φανερώνει μιά ἰδιαίτερη φροντίδα τοῦ Θεοῦ γιά τόν  ἄνθρωπο.
Ὅπως στή θεραπεία τοῦ παραλύτου, ἔτσι καί  τώρα στή θεραπεία τοῦ τυφλοῦ, πάλι τό Σάββατο κι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πού καταργεῖ τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου. Ὁ τύπος, πού ἀρνεῖται τήν οὐσία· τό γράμμα, πού σκοτώνει· ὁ νόμος, πού δέν φτάνει ποτέ νά καλύψη σ’ ὅλο της τό πλάτος τή ζωή. Κι ἐδῶ πάλι οἱ φαρισαῖοι, οἱ φαρισαῖοι τῆς κάθε ἐποχῆς, καί  στή θρησκευτική καί  στήν πολιτική καί  στήν κοινωνική ζωή, πού δέν ἐνδιαφέρονται γιά τό νόμο καί  γιά τήν ἐντολή, μά πιάνονται ἀπό τό νόμο, γιά νά ἀρνηθοῦν τό δίκαιο καί  νά σκεπάσουν τήν ἀλήθεια. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν καταργεῖ τό νόμο, τόν  ἑρμηνεύει· δέν τόν  ἀγνοεῖ, τόν  ξεπερνάει δέν τόν  βάζει σκοπό, γιατί σκοπός εἶναι πάντα ὁ ἄνθρωπος, ἡ δικαιοσύνη καί  ἡ ἀρετή τῶν Φαρισαίων εἶναι τυπική καί  νομική δέν εἶναι ἡ ἀγάπη, πού σκεπάζει τά πάντα δέν εἶναι κἄν τό δίκαιο, πού ἀπονέμει τό ἴσο· εἶναι τό νόμιμο, ὅποιος κι ἄν εἶναι ὁ νόμος, ὅπως κι ἄν τόν  ἑρμηνεύουν οἱ ἄνθρωποι. Γι’ αὐτό ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶπε· «Ἄν δέν ξεπεράση ἡ ἀρετή σας τήν ἀρετή τῶν φαρισαίων, δέν θά μπῆτε στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ»3.


Ὅλος αὐτός ὁ μακρός διάλογος, πού ἐπακολουθεῖ στό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ, εἶναι δραματικός· Ὄχι μόνο γιά τόν  πρίν τυφλό, πού ἀνακρίνεται καί  ταλαιπωρεῖται σάν κατηγορούμενος, μά καί  γιά τήν ἴδια τήν ἀλήθεια. Γιατί ἡ ἀλήθεια δέν ταλαιπωρεῖται καί  δέν πάσχει μόνο ἀπό κείνους πού δέν τήν βλέπουν, μά καί  ἀπό κείνους πού τήν ἀρνοῦνται. Οἱ πρῶτοι πλανῶνται, οἱ δεύτεροι ψεύδονται· ὁ Θεός νά φυλάη τόν  κόσμο ἀπό τούς ψεῦτες καί  τούς ὑποκριτές ὅλων τῶν καταστάσεων.
Αὐτή ἡ δραματική περιπέτεια τῆς ἀλήθειας, ἔτσι ὅπως τήν βλέπομε στήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή, εἶναι πολύ γνωστή καί  στόν  καιρό μας, ὅπου κρατοῦν ἀνελεύθερα καί  ὁλοκληρωτικά καθεστῶτα, πού κόβονται τάχα γιά τήν ἀλήθεια καί  γιά τήν ἐλευθερία. Ἀτέλειωτες καί  βασανιστικές ἀνακρίσεις, καταπίεση τῆς συνείδησης, διαστροφή τῆς ἀλήθειας, ὥσπου νά παραφρονήση καί  νά πεθάνη ψυχικά ὁ ἄνθρωπος· νά ἀρχίση νά ἀρνῆται τόν  ἑαυτό του καί  νά ὁμολογῆ ἐκεῖνα πού τοῦ βάζουν στό στόμα του. Σήμερα εἶναι χῶρες, στίς ὁποῖες τά μαρτύρια ξεπέρασαν ἐκεῖνα τῶν πρώτων χριστιανῶν σέ σατανική μεθοδικότητα καί  τέχνη. Ἐκεῖ ἡ Ἐκκλησία πάλι σήμερα δοξάζεται μέσα στό διωγμό της καί  οἱ πιστοί λευκαίνουν τά ἱμάτιά τους μέσα στό δάκρυ τῆς μεγάλης θλίψεως. Ὁ Θεός νά τούς δίνη πίστη καί  ὑπομονή.
Οἱ καιροί μας εἶναι κρίσιμοι. Ἡ πίστη μας κάθε μέρα δοκιμάζεται. Ἡ Ἐκκλησία διώκεται ἀπό τήν ὀργανωμένη ἀθεΐα. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ ἀνακρίνεται. Ἡ ἐλπίδα μας χλευάζεται. Οἱ καιροί μας εἶναι ὁμολογιακοί. «Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι...»4. Μακάριος ὅποιος θά ὑπομείνη «εἰς τέλος»5. Ἀμήν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1﷒                   1. Γεν. 1, 26
2. Γεν. 2, 7
3. Μθ. 5,20
4. Μθ. 5,10
      5. Μθ. 10,22

Τετάρτη 17 Μαΐου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ



+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Θά ἦταν ἀρκετό σήμερα νά διαβάσουμε μόνο σέ μετάφραση τήν αὐριανή Εὐαγγελική περικοπή καί νά μήν ποῦμε τίποτε ἄλλο. Καί γιατί εἶναι ἀρκετά μεγάλη ἡ περικοπή καί γιατί τά νοήματά της εἶναι πολλά. Ὁπωσδήποτε ἡ ὥρα πού διαθέτομε δέν μᾶς φτάνει, γιά νά ἀναπτύξουμε ὁποιοδήποτε σημεῖο τοῦ διαλόγου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τή σαμαρείτισσα γυναίκα. Ὁ διάλογος αὐτός, καθώς μᾶς τόν παραδίδει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἄν θά μπορούσαμε νά τό ποῦμε, εἶναι ἀπό τίς πιό ξεχωριστές σελίδες τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου.

«Ἐκεῖνο τόν καιρό πῆγε ὁ Ἰησοῦς στήν πόλη τῆς Σαμάρειας, πού λεγότανε Σιχάρ, κοντά στόν τόπο πού ἔδωκε ὁ Ἰακώβ στό γιό του τόν Ἰωσήφ. Ἐκεῖ ἦταν ἕνα πηγάδι, πού τό εἶχε ἀνοίξει ὁ Ἰακώβ, κι ὁ Ἰησοῦς, κουρασμένος ἀπό τήν ὁδοιπορία, πῆγε καί κάθησε ὅπως ἦταν κοντά στό πηγάδι· ἡ ὥρα ἦταν πάνω-κάτω μεσημέρι, κι οἱ μαθητές του εἶχαν πάει στήν πόλη γιά νά ἀγοράσουν τρόφιμα. Ἔρχεται μιά γυναίκα ἀπό τή Σαμάρεια γιά νά πάρη νερό. Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Δός μου νά πιῶ». Τοῦ λέγει ἡ σαμαρείτισσα γυναίκα· «Πῶς ἐσύ, ποῦ εἶσαι Ἰουδαῖος, ζητᾶς νά πιῆς ἀπό μένα, ποὺ εἶμαι γυναίκα σαμαρείτισσα;»· καί τό εἶπε αὐτό, γιατί οἱ Ἰουδαῖοι δέν ἔχουν ἐπικοινωνία μέ τούς Σαμαρεῖτες. Ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς καί τῆς εἶπε· «Ἄν ἤξερες τή δωρεά τοῦ Θεοῦ καί ποιός εἶναι αὐτός, πού σοῦ λέγει· ‘δός μου νά πιῶ’, ἐσύ θά τοῦ ζητοῦσες καί θά σοῦ ἔδινε νερό ζωντανό». Τοῦ λέγει ἡ γυναίκα· «Κύριε, οὔτε κουβά ἔχεις, μά καί τό πηγάδι εἶναι βαθύ· ἀπό ποῦ λοιπόν ἔχεις τό νερό τό ζωντανό; Μήν τάχα εἶσαι σύ πιό μεγάλος ἀπό τόν πατέρα μας τόν Ἰακώβ, πού μᾶς ἔδωκε τό πηγάδι κι ἤπιε ἀπ’ αὐτό κι αὐτός καί τά παιδιά του καί τά κοπάδια του;». Ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς καί τῆς εἶπε· «Ὅποιος πίνει ἀπό τοῦτο τό νερό θά ξαναδιψάση μά ὅποιος θά πιῆ ἀπό τό νερό πού ἐγώ θά τοῦ δώσω δέν θά διψάση ποτέ, ἀλλά τό νερό πού θά τοῦ δώσω θά γίνη μέσα του μιά πηγή, πού θά ἀναβλύζη αἰώνια ζωή». Τοῦ λέγει ἡ γυναίκα· «Κύριε, δός μου αὐτό τό νερό, γιά νά μή διψῶ καί γιά νά μήν ἔρχωμαι ἐδῶ νά βγάζω νερό». Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Πήγαινε, φώναξε τόν ἄνδρα σου κι ἔλα ἐδῶ». Ἀποκρίθηκε ἡ γυναίκα καί εἶπε· «Δέν ἔχω ἄνδρα». Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Καλά εἶπες πώς δέν ἔχεις ἄνδρα, γιατί πέντε ἄνδρες πῆρες, κι αὐτός πού ἔχεις τώρα δέν εἶναι ἄνδρας σου· αὐτό ἀλήθεια τὸ εἶπες». Τοῦ λέγει ἡ γυναίκα· «Κύριε, βλέπω πώς εἶσαι προφήτης. Οἱ πατέρες μας προσκύνησαν τό Θεό σέ τοῦτο τό βουνό, ἐνῶ ἐσεῖς λέτε ὅτι στά Ἱεροσόλυμα εἶναι ὁ τόπος, ὅπου πρέπει νά προσκυνοῦμε». Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Γυναίκα, πίστεψέ με· ἔρχεται ὥρα, πού οὔτε σέ τοῦτο τό βουνό οὔτε στά Ἱεροσόλυμα θά προσκυνῆστε τόν Πατέρα. Σεῖς προσκυνᾶτε αὐτό πού δέν ξέρετε· ἐμεῖς προσκυνᾶμε αὐτό πού ξέρομε, γιατί ἡ σωτηρία ἔρχεται ἀπό τούς Ἰουδαίους. Μά ἔρχεται ὥρα, κι ἦρθε κιόλα, πού οἱ ἀληθινοί προσκυνητές θά προσκυνήσουν τόν Πατέρα πνευματικά κι ἀληθινά, γιατί τέτοιους καί ζητάει ὁ Πατέρας ἐκείνους πού τόν προσκυνοῦν. Ὁ Θεός εἶναι πνεῦμα κι ἐκεῖνοι πού τόν προσκυνοῦν πνευματικά κι ἀληθινὰ πρέπει νά τόν προσκυνοῦν». Τοῦ λέγει ἡ γυναίκα· «Ξέρω πώς ἔρχεται ὁ Μεσσίας ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθη ἐκεῖνος, θά μᾶς τά πῆ ὅλα». Τῆς λέγει ὁ Ἴησους· «Ἐγὼ εἶμαι πού σοῦ ὁμιλῶ». Ἐπάνω στήν ὥρα ἦλθαν οἱ μαθητές του κι ἄπορησαν πού ὡμιλοῦσε μέ μιά γυναίκα· κανένας ὅμως δέν τοῦ εἶπε· «Τί συζητεῖς καί τί λές μαζί της;». Ἄφησε τότε ἡ γυναίκα τή στάμνα της καί πῆγε στήν πόλη καί εἶπε στούς ἄνθρωπους· «Ἐλᾶτε νά δῆτε ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκαμα! Μήπως αὐτός εἶναι ὁ Χριστός;». Βγῆκαν λοιπόν ἀπό τήν πόλη κι ἔρχονταν σ’ αὐτόν. Στό μεταξύ οἱ μαθητές του τόν παρακαλοῦσαν καί τοῦ ἔλεγαν· «Διδάσκαλε, φάγε». Κι ἐκεῖνος τούς εἶπε· «Ἐγώ ἔχω νά φάγω φαγητό, πού ἐσεῖς δέν τό ξέρετε». Ἔλεγαν τότε οἱ μαθητές μεταξύ τους· «Μήπως κάποιος τοῦ ἔφερε νά φάγη;». Τούς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Φαγητό δικό μου εἶναι νά κάνω τό θέλημα ἐκείνου πού μ’ ἔστειλε καί νά τελειώσω τό ἔργο του. Σεῖς δέν τό λέτε πῶς ‘τέσσερις μῆνες ἀκόμα κι ὁ θερισμός ἔρχεται;’. Νά, σᾶς λέγω, σηκῶστε τά μάτια σας καί δέστε πέρα τά χωράφια ὅτι εἶναι ἄσπρα, ἕτοιμα κιόλα γιά θερισμό. Κι ἐκεῖνος πού θερίζει παίρνει μισθό καί μαζεύει καρπό γιά τήν αἰώνια ζωή, γιά νά χαίρουν μαζί κι ἐκεῖνος πού σπέρνει κι ἐκεῖνος πού θερίζει. Ἐδῶ ἡ παροιμία εἶναι ἀληθινή, ὅτι ἄλλος σπέρνει κι ἄλλος θερίζει. Ἐγώ σᾶς ἔστειλα νά θερίζετε ἐκεῖνο, γιά τό ὁποῖο σεῖς δέν κοπιάσατε· ἄλλοι ἔχουν κοπιάσει καί σεῖς μπήκατε στόν κόπο τους». Πολλοί τότε Σαμαρεῖτες ἀπό τήν πόλη ἐκείνη πίστεψαν, ἐπειδή τούς ἔλεγε ἡ γυναίκα καί μαρτυροῦσε πώς «μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκαμα». Ὅταν λοιπόν ἦλθαν κοντά του οἱ Σαμαρεῖτες, τόν παρακαλοῦσαν νά μείνη μαζί τους, κι ἔμεινε ἐκεῖ δύο ἡμέρες. Κι ἀκόμα πιό πολλοί πίστεψαν μέ τή διδαχή πού τούς ἔκαμε, κι ἔλεγαν καί στή γυναίκα· «Τώρα πιά δέν πιστεύομε, γιατί μᾶς τό λές ἐσύ, ἀλλά γιατί ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἀκούσαμε καί ξέρομε πώς αὐτός εἶναι ἀληθινά ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός».

Ἄν μπορούσαμε νά κάνωμε σύγκριση ἀνάμεσα στίς σελίδες τῆς θείας Γραφῆς καί νά βρίσκαμε τάχα τή μιά καλύτερη ἀπό τήν ἄλλη, θά λέγαμε πώς αὐτός ὁ διάλογος εἶναι ἀπό τά ὑπεροχώτερα κομμάτια τοῦ Εὐαγγελίου. Μά δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά κάνωμε τέτοιες συγκρίσεις, πού μόνο σέ ἀνθρώπινα ἔργα μποροῦνε νά γίνωνται. Ὅταν ὁμιλῆ ὁ Θεός, δέν εἴμαστε ἐμεῖς, πού θά κρίνωμε καί θά συγκρίνωμε τά λόγια του. Κάθε λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι «ρῆμα ζωῆς»1, εἶναι ἀπόλυτη ἀλήθεια κι ἔχει ἀσύγκριτη ἀξία. Οὔτε λογοτεχνικό οὔτε φιλοσοφικό οὔτε ἐπιστημονκό σύγγραμμα εἶναι τό Εὐαγγέλιο, γιά νά μποροῦμε νά ἐφαρμόζουμε σ’ αὐτό μεθόδους σάν κι ἐκεῖνες, μέ τίς ὁποῖες κρίνομε καί ἀξιολογοῦμε τά ἀνθρώπινα ἔργα.
Μιά ἀπό τίς μεγάλες ἁμαρτίες, πού ὡδήγησε πάντα σέ πλάνες καί αἱρέσεις, εἶναι αὐτή· νά κρίνωμε καί νά συγκρίνωμε τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως, ὅταν πρόκειται στή σύναξη τῶν πιστῶν νά διαβάση ἀποστολική ἤ εὐαγγελική περικοπή, φωνάζει «Προσχωμεν! Σοφία! Ὀρθοί! Ἀκούσωμεν...». Καί οἱ πιστοί ἀκοῦνε τό λόγο, κάνουν τό σταυρό τους καί λένε· «Δόξα σοι, Κύριε· δόξα σοι». Ὅλα αὐτά μᾶς δίνουν νά καταλάβωμε ὅτι καί γιά τό διάλογο τώρα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τή σαμαρείτισσα γυναίκα δέν μποροῦμε νά ὁμιλοῦμε, σάν καί νά ἔχωμε μπροστά μας ἕνα κοινό ἀνθρώπινο κείμενο. «Πᾶσα γραφή θεόπνευστος...»2 καί κάθε περικοπή, πού διαβάζεται στήν Ἐκκλησία, εἶναι ἕνα θεόπνευστο κομμάτι τῆς θεόπνευστης Γραφῆς.

Ἄς μήν τεχνολογοῦμε λοιπόν ἐπάνω στά θεόπνευστα κείμενα κι ἄς μή τά κομματιάζουμε, δῆθεν γιά νά τά ἀναλύσουμε. Ἄς τά ἐρευνᾶμε, ἄς τά ἑρμηνεύωμε, ἀλλ’ ἄς μήν τά κομματιάζουμε. Ἄς ἀνοίγωμε τίς πύλες μέσα μας, γιά νά δεχθοῦμε στήν ψυχή μας τό θεῖο λόγο, σάν τό σπόρο, πού τόν δέχεται καί τόν θάλπει ἡ γῆ, γιά νά φυτρώση καί νά δώση καρπό. Ἡ μεγάλη πάντα ἁμαρτία τῶν ἀνθρώπων εἶναι νά συζητοῦν καί νά τεχνολογοῦν ἐπάνω στό λόγο τοῦ Θεοῦ· αὐτό ἔκαμε κι ὁ διάβολος στόν παράδεισο. Μά ὁ Θεός δέν ὁμιλεῖ γιά νά ἀνοίξη συζήτηση μέ τούς ἀνθρώπους, ἀλλά γιά νά ἀκούσουν οἱ ἄνθρωποι. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία, κάθε φορὰ πού διαβάζει στή σύναξη τό Εὐαγγέλιο, δέν καλεῖ τούς πιστούς γιά νά κρίνουν καί νά ἀνακρίνουν, ἀλλά γιά νά ἀκούσουν τό λόγο «Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου...». Ἄς τό τονίσουμε αὐτό, πού εἶναι βασικό καί πού δέν τό ἔχομε ξεκαθαρίσει μέσα μας· ἡ Ἐκκλησία δέν κάνει συζήτηση μαζί μας γιά νά μᾶς πείση, ἀλλά μᾶς κηρύττει τό λόγο γιά νά πιστέψουμε.
Θά μᾶς πήγαινε πολύ μακρυά ὁ λόγος, ἄν θέλαμε τώρα νά ποῦμε τί εἶναι ἡ πεποίθηση καί τί εἶναι ἡ πίστη· τί εἶναι νά ἀκούη ὁ ἄνθρωπος τό Θεό καί νά θέλη νά κάμη συζήτηση μαζί του γιά νά πεισθῆ, καί τί εἶναι νά ὁμιλῆ ὁ Θεός καί ὁ ἄνθρωπος μέ μιά ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη νά τόν ἀκούη καί νά πιστεύη. Εἶναι, ἀλήθεια, πολύ διαφορετικό τὸ ἕνα ἀπό τό ἄλλο, κι αὐτή εἶναι πάντα ἡ μεγάλη ἁμαρτία· νά ζητοῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπό τό Θεό ὄχι νά ἀκούσουν λόγο γιά νά ζήσουν, ἀλλά ἀποδείξεις γιά νά πεισθοῦν καί γιά νά κρίνουν, ἄν πρέπει κι ἄν συμφέρει νά τόν ἀκούσουν. Μά ὅταν συμβαίνη αὐτό, θά πῆ πώς κάτι ἔχει χαλάσει μέσα μας· γιατί ἀπό φυσικοῦ του ὁ ἄνθρωπος βρίσκει καί ἀναγνωρίζει τόν ἑαυτό του σέ ὅ,τι λέγει ὁ Θεός. Ὁ θεῖος λόγος κι ὁ θεῖος νόμος εἶναι γραμμένος μέσα σέ κάθε ἄνθρωπο· ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, γράφει ὁ Ἀπόστολος, «ἐνδείκνυνται τό ἔργον τοῦ νόμου ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν»3.

Ἡ αὐριανή εὐαγγελική περικοπή εἶναι σάν τό μεγάλο καί ψηλό βουνό, πού δέν τολμᾶ κανείς νά τό ἀνεβῆ, ἀλλά τό βλέπει μέ θαυμασμό καί δέος ἀπό μακρυά. Ἀπό μακρυά λοιπόν κι ἐμεῖς βλέποντας τό Εὐαγγέλιο, πού θά διαβαστῆ αὔριο στή θεία Λειτουργία, εἴπαμε καί σήμερα ὅσα μπορέσαμε. Παρακαλοῦμε τούς ἀκροατές μας νά τά δεχθοῦν σάν λόγο τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι τό ζωντανό νερό, «τό ἀλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον»4. Ἀμήν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ἰω. 6, 68.
2. Β' Τιμ. 3, 16.
3. Ρωμ. 2, 15.
4. Ἰω. 4,14.