Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Κυριακή Δ´Νηστειῶν



Κυριακὴ Δ´ Νηστειῶν

π. Χρήστου Ζαχαράκη


Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος σηκώνει τὸ σταυρό του καὶ ἀκολουθεῖ τὸ Χριστό, ἕνας πόλεμος ἀόρατος, μὰ ἀδυσώπητος, κηρύσσεται ἀπὸ τὸν διάβολο. Ὁ Κύριος, ὅταν δίδασκε τὴν Κυριακὴ προσευχή, μέσα σ᾽ ὅσα ὀφείλει ὁ ἄνθρωπος νὰ προσεύχεται, μᾶς παρότρυνε νὰ προσευχώμαστε καὶ γιὰ τὴν προστασία μας ἀπὸ τὸν πειρασμὸ καὶ τὸν Πονηρό· «καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ρῦσαι ἀπὸ τοῦ πονηροῦ». Ὁ διάβολος χρησιμοποιεῖ τὰ πιὸ λογικοφανῆ καὶ ἠθικοφανῆ τεχνάσματα, μετασχηματίζεται σὲ ἄγγελο φωτός, προκειμένου νὰ πλανήσει τὸν ἄνθρωπο. Τὸ Γεροντικὸ διηγεῖται πὼς ὅταν ὁ διάβολος, θέλοντας νὰ τοῦ ἐνσπείρει τὴν ὑπερηφάνεια, εἶπε στὸν Μέγα Ἀντώνιο «μὲ νίκησες», ὁ μεγάλος ἀσκητὴς τοῦ ἀπάντησε «ὄχι ἀκόμα». Εἶναι ἡ πνευματικὴ αὐτὴ συναίσθηση ποὺ συνιστᾶ τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ ἑδράζει στὴν ἁγιότητα.  Χρειάζεται συνεχὴς ἄσκηση καὶ θερμὴ προσευχὴ, ὁ Χριστὸς μᾶς ἐφιστᾶ τὴν προσοχή ὅτι τὸ δαιμονικό γένος «ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ»· ἡ νηστεία ὡς ἀπόταξη ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὸν διάβολο καὶ ἡ προσευχὴ ὡς σύνταξη καὶ συμπόρευση μὲ τὸν Χριστό. Εἶναι ἡ συνέπεια σὲ ὅ,τι ὑποσχεθήκαμε κατὰ τὸ Βάπτισμά μας, κατὰ τὴν εἴσοδό μας στὴ ζωὴ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία εἶναι ἐκεῖνες ποὺ ἐνεργοποιοῦν καὶ δίνουν ζωὴ στὴν πίστη μας. Ἡ πίστη εἶναι ἡ ζωντανὴ ἐμπειρία τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ μέσα στὸν κόσμο, ἀνόθευτη ἀπὸ τὴν καθημερινότητα καὶ τὴ σύγχυση, ἀδιαπραγμάτευτη στὶς ὑποσχέσεις τῶν –ισμῶν, στὴν πλάνη τῆς εὐδαιμονίας. Ἡ πίστη ριζώνει ζωὴ στὸ θάνατο, τὸ φῶς ἐλευθερώνει τῆς ψυχῆς, κατάλυμα στὸν πειρασμό δὲν δίνει...  «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι».  
Ὁ Χριστὸς δὲν ψάχνει τὴν πίστη  μας στὰ μεγάλα καὶ βαρύγδουπα λόγια, μονάχα νὰ καταθέσουμε μὲ εἰλικρίνεια τὴν ἀπιστία μας, αὐτὴν βοηθᾶ. Ἡ πίστη, εἴτε ἀπὸ τὸν πόνο τῆς ἁμαρτίας ἀναβλύζει εἴτε ἀπὸ τὸν πόνο τῆς ἀγάπης ξεχειλίζει, ἀνοίγει διάπλατα τὴν καρδιά μας νὰ πλημμυρίσει ἀπὸ τὸ  ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὀμίχλη τῆς ἁμαρτίας ξεδιαλύνεται, ἡ ἀνάσταση διακρίνεται πλέον καθαρά· «ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται».





Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Κυριακή Γ´Νηστειῶν (Σταυροπροσκυνήσεως)



Κυριακή Σταυροπροσκυνήσεως

π.Χρήστου Ζαχαράκη









Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως· στὴ μέση τῆς Μ. Σαρακοστῆς καὶ στὸ μέσον τοῦ ναοῦ ἡ Ἐκκλησία μᾶς προβάλλει νὰ προσκυνήσουμε τὸν τίμιο Σταυρό τοῦ Κυρίου. «Τὸν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα, καὶ τὴν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν». Τὸ μακρὺ καὶ ἐπίπονο ταξίδι χρειάζεται ἐνίσχυση, τέτοια ποὺ μόνο ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου μπορεῖ νὰ μᾶς δώσει, γιατὶ πάνω του ἔσβυσε μιὰ γιὰ πάντα ἡ ἐξουσία τοῦ θανάτου· εἶναι ἡ ἐλευθερία μας γιατὶ πάνω του νικήθηκε ὁ θάνατος, ὁ θάνατος δὲν μπορεῖ πλέον νὰ μᾶς κλείσει τὸ δρόμο πρὸς τὴν Ἀνάσταση.
«στις θέλει πίσω μου κολουθεν, παρνησάσθω αυτν  κα  ράτω τν σταυρν ατο, κα κολουθείτω μοι». Γιὰ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ Χριστὸ πρέπει νὰ ἐγκαταλείψουμε τὰ πάντα, ν᾽ ἀφήσουμε τὰ πάντα στὸ Χριστό, «πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν, Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν παραθώμεθα» καὶ νὰ περπατήσωμε «ἐν καινότητι ζωῆς», τῆς ζωῆς ποὺ ξεπρόβαλε ἀπὸ τὸ Σταυρό τοῦ Κυρίου. Εἶναι ὁ Σταυρὸς ποὺ «ἤνοιξεν ἡμῖν παραδείσου τὰς πύλας». Συμβαίνει πολλὲς φορὲς νὰ τὸ ξεχνοῦμε αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία πρὶν λιποψυχήσουμε μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι στὸ Σταυρό ὁ «θάνατος κατεπόθη εἰς νεῖκος». Ὅταν ὁ Χριστὸς μᾶς καλεῖ νὰ σηκώσουμε τὸ σταυρό μας καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσουμε, οὐσιαστικὰ μᾶς καλεῖ νὰ σηκώσουμε τὸ ὅπλο αὐτῆς  τῆς νίκης, νὰ γίνουμε μέτοχοί της. Ὁ θάνατος πάνω στὸ Σταυρό μᾶς ἀποκαλύπτει τὸ νόημα τῆς ζωῆς: «ὁ Σταυρός σου Κύριε, ζωὴ καὶ ἀνάστασις ὑπάρχει τῷ λαῷ σου, καὶ ἐπ' αὐτῷ πεποιθότες, σὲ τὸν ἀναστάντα, Θεὸν ἡμῶν ὑμνοῦμεν». Ἡ ἀνάσταση εἶναι ἡ ἀδιαμφισβήτητη ἐμπειρία τῆς ζωῆς μέσα στὸ θάνατο, ἡ κατάργησή του. Πλέον δὲν προσκυνοῦμε τὸν κόσμο, ἀλλὰ δοξάζουμε τὸ Θεό!

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Κυριακή Β´ Νηστειῶν (Παραλυτικοῦ)




Κυριακὴ Β´ Νηστειῶν

π. Χρήστου Ζαχαράκη



Οἱ Εὐαγγελικὲς περικοπὲς τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, καὶ γενικότερα τοῦ Τριωδίου, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἔχουν μιὰ πνευματικὴ συνοχή· εἶναι τὸ χέρι τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ βῆμα-βῆμα μᾶς ὁδηγεῖ στὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας, ἕνα δρόμο ποὺ περισσότερο ἀπ᾽ ὅλα τὸν δυσκολεύει ἡ παραλυσία μας. Τὸ «ἔρχου καὶ ἴδε» εἶναι ἡ κλήση, εἶναι ἡ προσωπική συνάντηση μὲ τὸ Χριστό, ποὺ ἄν γίνει, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ δοξάζεις τὸ Θεό καὶ νὰ ἀναφωνεῖς ὅτι «οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν». Ἡ ὀρθὴ καὶ σωστὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ πληρώνεται μέσα στὴ σύναξη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ σημαίνει πὼς ἡ σωτηρία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀτομικό γεγονός. Ἡ σωτηρία ἐπιτυγχάνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία, μὲ τὸν δικό μας πνευματικό ἀγώνα καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ θεραπεύει τὰ ἀσθενῆ. Κι εἶναι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πάλι ποὺ, ἀναπληρώνοντας τὰ ἐλλείποντα, ὅταν ὁ ὄχλος ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ ἡ δική μας παραλυσία ἀπὸ τὴν ἄλλη μᾶς ἐμποδίζουν νὰ πλησιάσουμε τὸ Χριστὸ, θὰ  στείλει ἐκείνους ποὺ θὰ ἀποστεγάσουν καὶ τὸ σπίτι ἀκόμα γιὰ νὰ συναντήσουμε τὸ Χριστό.
Ὁ ὄχλος πάντα μᾶς ἀποπροσανατολίζει καὶ μᾶς ἐμποδίζει νὰ πλησιάσουμε τὴν ἀλήθεια, γιατὶ, ἄν καὶ πλῆθος, ὁ καθένας μένει μόνος του, δὲν ἔχει καταφέρει νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, νὰ συναντήσει τὸν ἄλλο, εἶναι ὀπαδοί. Ὅμως καὶ ἡ δική μας πνευματικὴ παραλυσία, στὴν ὁποία μᾶς ὁδηγοῦν τὰ πάθη, μᾶς κρατᾶ καθηλωμένους γιὰ χρόνια, ἀφήνοντάς μας στὸν πόνο τῆς ἁμαρτίας. Πάθη εἶναι ὅλα ἐκεῖνα ποὺ κλείνουν τὴ ζωὴ στὸν ἑαυτό μας, ποὺ δὲν τὴν ἀφήνουν ἐλεύθερη· ἀγάπη ποὺ φυλακίζεται εἶναι θάνατος.
Πάρα πολὺ χαρακτηριστικό στὴ διήγηση τῆς θεραπείας τοῦ παραλυτικοῦ εἶναι τὸ ὅτι ἐνῶ στὶς ἄλλες διηγήσεις θαυμάτων ὁ Χριστὸς ζητᾶ τὴν πίστη τῶν ἀσθενῶν, στὴ συγκεκριμένη διήγηση «ἰδὼν τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Ἐδῶ δὲν παρακίνησε τὸν Ἰησοῦ στὸ θαῦμα μονάχα ἡ πίστη τοῦ παραλυτικοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ πίστη ἐκείνων ποὺ τὸν ἔφεραν κοντά του. Μᾶς ἐπιβεβαιώνει ἔτσι ἐκεῖνο ποὺ σὲ ἄλλη περίσταση εἶχε πεῖ, ὅτι «οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν». Ὅμως ἐδῶ μιλᾶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ἀφοῦ ἔχουμε τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, -τὴν ἀγάπη τοῦ Πατρός, τὴ χάρη τοῦ Κυρίου καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος-,  τὴν παρουσία τοῦ  λαοῦ   στὸ πρόσωπο τοῦ παραλυτικοῦ καὶ τοῦ ὄχλου, καὶ τῶν λειτουργῶν της στὸ πρόσωπο τῶν τεσσάρων, ποὺ μετέφεραν καὶ ὁδήγησαν τὸν παραλυτικὸ στὸ Χριστό. Οἱ λειτουργοί, ὡς διάκονοι τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, θὰ πρέπει νὰ ἔχουν τέτοια πίστη ὥστε, σηκώνοντας τὰ βάρη τῶν ἀνθρώπων καὶ  παρακάμπτοντας τὸν ὄχλο, νὰ ἀποστεγάζουν ὅ,τι κρύβει τὴν Ἀλήθεια.
Πάντα ὁ Χριστὸς συνδέει τὴ θεραπεία μὲ τὴν συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν, γιατὶ ἡ θεραπεία εἶναι ταυτόχρονα καὶ σωτηρία. Γι αὐτὸ τὸ «ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ παγε εἰς τὸν οἶκόν σου», εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ «στις θέλει πίσω μου λθεν, παρνησάσθω αυτόν καί ράτω τόν σταυρόν ατο καί κολουθήτω μοι». Τὸ κρεβάτι, ὅπου καθηλώνουμε τὸν ἑαυτό μας εἶναι καὶ ὁ σταυρός μας· αὐτὸν τὸν σταυρό ἄς σηκώσουμε… εἶναι ὁ πιὸ βαρύς!

Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας


ΠΑΤΡΟΠΑΡΑΔΟΤΟΝ ΣΕΒΑΣ*
Ἐπισκόπου, Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

α´. Ἦταν πραγματικὰ ἱερὴ κι ἀληθινὰ ὀρθόδοξη ἡ πράξη ἐκείνων, ποὺ σκέφθηκαν καὶ ὥρισαν τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν Πολιτεία σήμερα Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὄχι μὲ μιὰ λεγόμενη Δοξολογία, σὰν ἐκεῖνες ὅπου ἀλλόδοξοι καὶ ἀλλόθρησκοι βρίσκονται μαζὶ μέσα στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ σὲ μιὰ ἐθνικοθρησκευτικὴ συγκέντρωση. Ἀλλὰ μὲ θεία Λειτουργία, ὅπου σὲ μιὰ κοινωνία ἀδελφῶν «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» συνυπάρχομε οἱ οἰκεῖοι τῆς πίστεως. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ἐκκλησία κι αὐτὸ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία· ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ λειτουργικὴ καὶ εὐχαριστιακὴ σύναξη, ἡ «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ» δοξολογία καὶ ἀνύμνηση τοῦ Θεοῦ.
........................................
η´. Ἡ εἰκονομαχία, μὲ τὴν ὁποία εἰδικώτερα συνδέεται ἡ σημερινὴ ἑορτὴ, εἶναι μία καὶ δὲν εἶναι ἡ μόνη ἐπἰθεση στὴ ζωὴ καὶ στὴν ἱστορία της, ποὺ σήκωσε ἡ Ἐκκλησία. Ὄχι πιὰ ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς δικούς της ἀνθρώπους· ἀπὸ τοὺς ἀπειθάρχητους καὶ ἄτακτους ἀδελφούς, ποὺ γέννησαν σχίσματα καὶ αἱρέσεις στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ εἰκονομαχία ὑπῆρξε ἡ αἵρεση, ποὺ ταλαιπώρησε τὴν Ἐκκλησία γιὰ ἑκατὸ καὶ παραπάνω χρόνια, ἀπὸ τὸ 727 ὥς τὸ 843. Συνοδικὰ καταδικάστηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία κι ἀπὸ τὸ Θεόδωρο τὸ Στουδίτη χαρακτηρίστηκε ὡς «ἀθεωτάτη μεταστοιχείωσις τῶν ἁπάντων», ὡς γενικὴ δηλαδὴ καὶ χωρὶς φόβο Θεοῦ ἀνατροπὴ τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἀρχηγοὶ τῆς εἰκονομαχίας ἦσαν ἐκ τῶν ἱκανωτέρων ἀνθρώπων τοῦ Βυζαντίου, ἀλλ᾽ ἡ ἀνάμιξή των στὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε μία ἀτυχὴς πολιτικὴ πράξη.
........................................
κ´. Ἡ ἔνταξή μας στὴν Εὐρωπαϊκὴ Κοινότητα μᾶς θυμίζει μιὰ ἐποχὴ πρὶν ἀπὸ πεντακόσια πενήντα χρόνια. Τὸ ἴδιο κάπως γινότανε τότε, ὅπου οἱ ἀνατολικοὶ πήγαιναν καὶ ἔρχονταν στὴν Ἰταλία κι ἔκαναν ἐκκλησιαστικὲς Συνόδους, μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς ἡ Δύση θὰ βοηθοῦσε γιὰ νὰ ἀποτραπεῖ ὁ κίνδυνος ποὺ ἀπειλοῦσε τὴν Ἀνατολή. Ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία, ὕστερ᾽ ἀπὸ χίλια ἑκατὸ χρόνια, ἦταν φυσικὸ νὰ διαλυθεῖ, μὰ ἡ Ὀρθοδοξία ἔπρεπε καὶ εἶχε τὴ δύναμη νὰ ζήση, νὰ στηρίξει τοὺς λαοὐς της στὴν πικρὴ αἰχμαλωσία τους. Γι᾽ αὐτὸ οἱ ὁμολογητὲς τότε, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν ἐπίσκοπο Ἐφέσου Μάρκο τὸν Εὐγενοκό, γυρίζοντας στὴν Πόλη, ὅσοι γύρισαν, ταλαιπωρημένοι ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας, ἔδιναν τὴν ὑπόσχεση καί, σὰν καὶ νὰ ὡρκίζονταν, ἔλεγαν· «Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία· οὐ ψευσόμεθά σε, πατροπαράδοτον σέβας». Φαίνεται κι ἐδῶ ὅτι οὔτε κοσμικὴ ἐξουσία οὔτε κρατικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ σέβασμα στὶς συνειδήσεις τῶν πιστῶν.
...........................................
κα´. Πηγαίνοντας τώρα στὴν Εὐρώπη, δὲν πηγαίνομε σὰν φτωχοὶ συγγενεῖς, μόνο γιὰ νὰ πάρωμε, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ δώσουμε· καὶ πιστεύομε πὼς ἔχομε νὰ δώσουμε. Ἀλλὰ πῶς θὰ πᾶμε καὶ μὲ ποιὰ ταυτότητα, ποὺ νὰ δείχνει καὶ νὰ βεβαιώνει ποιοὶ εἴμαστε καὶ τὶ φέρνομε μαζί μας; Ὄχι βέβαια μόνο ὡς Ἕλληνες, ἀλλὰ καὶ ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ! Αὐτὴ εἶναι οἱ ταυτότητά μας, κι ὅποιοι δὲν τὸ καταλαβαίνουν ἤ δὲν τοὺς ἀρέσει θὰ πρέπει νὰ εἶναι, καθὼς ἔλεγε ὁ Μακρυγιάννης, μολεμένοι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς Δύσης. Ἀλλὰ θὰ πρέπει ἐδῶ νὰ πῶ κάτι τολμηρό, ποὺ ὅμως εἶναι ἀλήθεια· ἡ Ὀρθοδοξία, ποὺ δὲν ἠττήθηκε στὴ Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας, πληρώνει τὰ δεινὰ τῆς Δύσης, ἀπὸ τότε ποὺ κάποιος μεγάλος στὴν Ἱστορία ἄνοιξε τὶς πύλες, γιὰ νὰ μπεῖ ἐλεύθερα στὴν Ἀνατολὴ τὸ πνεῦμα τῆς Εὐρώπης. Τώρα ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική μας οἰκογένεια, ἄν δὲν διαλύθηκε, περνάει δύσκολες ἡμέρες· σηκώνει τὸ σταυρό της καὶ πορεύεται πρὸς τὴν Ἀνάσταση. Ἐμεῖς οἱ ἄλλοι, σὰν καὶ νὰ εἴμαστε μόνοι, βρισκόμαστε στὴν ἀνάγκη νὰ περιμένωμε πάλι ἀπὸ τὴ Δύση. Ἀλλὰ ἡ ἔνταξή μας στὴν Εὐρωπαϊκὴ Κοινότητα δὲν εἶναι θέμα μόνο πολιτικὸ καὶ οἰκονομικό· εἶναι, καὶ μάλιστα πρῶτα, θέμα πνευματικό. Πῶς λοιπὸν θὰ πᾶμε στὴν Εὐρώπη; Μὲ ποιὰ πνευματικὴ ἐξάρτυση καὶ μὲ ποιὰ παιδεία; Εἴμαστε λιγοστοὶ καὶ ἀνάδελφοι, καθὼς ἐλέχθη· ἄν βρεθοῦμε καὶ ἄοπλοι ἐσωτερικά, κινδυνεύομε νὰ χαθοῦμε.

κβ´. Ὅταν οἱ Ἰσραηλίτες ἔφευγαν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο γιὰ τὴν Παλαιστίνη, ζήτησαν καὶ πῆραν ἀπὸ τοὺ Αἰγυπτίους ἀργυρὰ καὶ χρυσὰ σκεύη καὶ ἱματισμό, πράγματα ποὺ θὰ τοὺς χρειάζονταν γιὰ τὴν πορεία τους στὴν ἔρημο καὶ γιὰ τὴν ἐγκατάστασή τους ἐκεῖ ποὺ θὰ πήγαιναν. Ἔτσι εἶπε ὁ Θεὸς στὸ Μωϋσῆ· «Λάλησον κρυφῇ εἰς τὰ ὧτα τοῦ λαοῦ καὶ αἰτησάτω ἕκαστος παρὰ τοῦ πλησίον σκεύη ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ καὶ ἱματισμόν». Ἐμεῖς, βγαίνοντας γιὰ τὴν Εὐρώπη, δὲν θὰ πάρωμε κρυφὰ καὶ δὲν θὰ κλέψουμε ξένα ἐφόδια. Θὰ πάρωμε τὴν κληρονομιὰ τῶν πατέρων μας καὶ τὴ δική μας περιουσία. Θὰ πάρωμε μαζί μας τὴν Ὀρθοδοξία μας. Ἀμήν.



* Ὁμιλία (ἀπόσπασμα) στὴν ἑορτὴ τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας λεχθεῖσα στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῶν Ἀθηνῶν (28 Φεβρουαρίου 1988)